Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δεν προκαλείται αοριστία στο αγωγικό δικόγραφο, όταν περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, αλλά παραλείπεται να αναφερθεί το ακριβές ποσοστό της διαιρετής παροχής που δικαιούται να λάβει έκαστος των περισσοτέρων δανειστών, διότι σε περίπτωση αμφιβολίας έκαστος δανειστής έχει δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος της παροχής

Σύμφωνα με το άρθ. 480 ΑΚ προβλέπεται ότι: «Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος», ενώ κατά το άρθ. 481 ΑΚ ορίζεται ότι: «Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ’ αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά».

Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι για να υπάρξει ενοχή εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση καθενός των περισσοτέρων δανειστών ή η υποχρέωση καθενός των περισσοτέρων οφειλετών να αφορά την ίδια παροχή και επιπλέον, οι περισσότερες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους περισσότερους δανειστές ή οφειλέτες να έχουν μεταξύ τους καθολική συνδετική σχέση, δηλαδή να συνδέονται με τον ίδιο κοινό σκοπό και τον ίδιο γενεσιουργό λόγο. Με τις ανωτέρω διατάξεις, καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ’ ισομοιρία ευθύνη και το κατ’ ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρο ενοχή και, ειδικότερα, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται από το νόμο. Όσον αφορά, δε, τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, πρέπει να συνάγεται από τη σύμβαση με σαφήνεια ότι επιδιωκόταν εις ολόκληρον υποχρέωση όλων, διότι σε περίπτωση αμφιβολίας, δηλαδή αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ισχύει ο κανόνας του άρθ. 480 ΑΚ, ήτοι δημιουργούνται περισσότερες υποχρεώσεις ισομερείς μεταξύ τους.

Οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων εμπεριέχουν ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. Επομένως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν ελεύθερα την πολυπρόσωπη ενοχική σχέση τους και τις ειδικότερες ενοχές που απορρέουν από αυτή[1].

Όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για την παθητική ενοχή εις ολόκληρον, ισχύουν, αναλογικά, και ως προς την ενεργητική ενοχή εις ολόκληρον, η οποία ρυθμίζεται από το άρθ. 489 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι: «Απαίτηση εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων δανειστών για την ίδια παροχή, ο καθένας απ’ αυτούς έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει ολόκληρη, ο οφειλέτης όμως έχει την υποχρέωση να την καταβάλει μόνο μια φορά»[2].

Επομένως, δεν πάσχει έλλειμμα η αγωγή, επαγόμενο αοριστία του δικογράφου της, κατ’ άρθ. 216 ΚΠολΔ, αν δεν προσδιορίζεται το ποσοστό (μερίδιο) του δικαιώματος κάθε δανειστή και δεν διατυπώνεται αίτημα για σύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών, αφού το δικαστήριο, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο, θα υποχρεώσει τον οφειλέτη σε ίση προς κάθε δανειστή καταβολή[3].

Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, λοιπόν, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα), με την υπ’ αριθμ. 317/2016 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εδέχθη σχετικώς τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο (τελευταίο σκέλος αυτού) της κρινόμενης έφεσης, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή δεν πάσχει αοριστίας, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο αυτής το επιμέρους ποσό που καταβλήθηκε από καθένα των εναγόντων προς την Τράπεζα, το οποίο αυτός δικαιούται να αξιώσει, και υποχρέωσε τους εκκαλούντες-εναγόμενους σε ίση προς κάθε ενάγοντα-εφεσίβλητο καταβολή. Σύμφωνα, όμως, με τη νομική σκέψη που παρατέθηκε ανωτέρω, ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης αποβαίνει αβάσιμος, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, με τις ανωτέρω νομικές διατάξεις καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ’ ισομοιρία ευθύνη και το κατ’ ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, γεγονός που έχει ως συνέπεια να μην προκαλείται αοριστία, όταν περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, όπως συμβαίνει στην επίδικη υπόθεση, αλλά παραλείπεται να αναφερθεί το ακριβές ποσοστό της διαιρετής παροχής, το οποίο δικαιούται να λάβει έκαστος των περισσοτέρων δανειστών, διότι σε περίπτωση αμφιβολίας έκαστος δανειστής έχει δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος της παροχής. Συνεπώς, στην επίδικη υπόθεση τεκμαίρεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 480 ΑΚ, ότι έκαστος των περισσοτέρων δανειστών, αντιδίκων των εναγομένων, έχει δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος του συνολικού ποσού χρημάτων, το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι να καταβάλουν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την ίδια αιτιολογία, έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση αοριστίας για τους ανωτέρω λόγους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα».

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 454/06, Δνη 49.497

[2] βλ. ΑΠ 846/1998,ΕφΛαρ 255/2012, ΕφΘεσ 1847/2010 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] βλ. ΑΠ 846/1998, ό.π.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί