Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διαφορές εκ συμβάσεων – Διάκριση της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων αφενός σε πολιτική και αφετέρου σε διοικητική, αναλόγως της φύσης των διαφορών από τις συμβάσεις

Σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 1 παρ. 2 στοιχ. του N. 1406/1983, οι διαφορές εκ συμβάσεων υπάγονται στα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια, αναλόγως αν πρόκειται για ιδιωτικές ή διοικητικές συμβάσεις.

Διοικητική σύμβαση είναι μόνο εκείνη, στην οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους είναι το κράτος ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η οποία με το περιεχόμενό της εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος και διέπεται κατά την εκτέλεσή της από ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων και υποχρεώσεων που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (ΑΕΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 8/2000). Συμβάσεις, στις οποίες δεν συντρέχουν σωρευτικώς τα εκτεθέντα ως άνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα, είναι ιδιωτικές και οι εξ αυτών διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια.

Ενόψει τούτων, ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 1490/2008 απόφασή Του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) έκρινε ότι η σύμβαση έργου μαθημάτων πληροφορικής σε διοικητικούς υπαλλήλους νοσηλευτικού ιδρύματος (Ν.Π.Δ.Δ.) αποτελεί σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και ότι οι απορρέουσες από αυτήν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό Του τα αμέσως ακόλουθα: «Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Με προφορικώς καταρτισθείσα κατά μήνα Μάϊο του 1997 σύμβαση μεταξύ αφενός του αναιρεσιβλήτου που διατηρούσε σχολή ηλεκτρονικών υπολογιστών στα […] και αφετέρου του […], έχοντος την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούντος ως νομίμου εκπροσώπου του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου “Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο”, το τελευταίο ανέθεσε και ο πρώτος ανέλαβε τη διενέργεια σειράς σεμιναρίων – μαθημάτων σε επιλεγέντες από εκείνο τριάντα οκτώ διοικητικούς υπαλλήλους του, με αντικείμενο την εκμάθηση της χρήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ως αμοιβή συμφωνήθηκε το ποσό των 10.000 δραχμών ανά ώρα, το οποίο θα κατεβάλλετο το αργότερο εντός δύο μηνών από την εκτέλεση του έργου. Η σχετική διδασκαλία θα εγίνετο καθημερινώς, εκτός Σαββάτου και Κυριακής, για μεν τις δύο πρώτες ομάδες των δέκα ατόμων επί τέσσερις μήνες με χρονολογία ενάρξεως την 1-6-1997 από ώρα 14.15` έως 16.45`, για δε τις υπόλοιπες δύο ομάδες των εννέα ατόμων επί τρεις μήνες από ώρα 14.15` έως 17.35`. Σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως, ο αναιρεσίβλητος πραγματοποίησε τα ως άνω σεμινάρια – μαθήματα από 1-6-1997 έως 30-7-1998 στις τέσσερις ομάδες των ονομαστικώς αναφερομένων στην εφετειακή απόφαση τριάντα οκτώ (38) υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, παραδώσας σε κάθε ομάδα μαθήματα διαρκείας 200 ωρών και συνολικώς 800 ωρών (200 Χ 4). Λόγω μη τηρήσεως του προβλεπομένου στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 εγγράφου τύπου, είναι μεν άκυρη η ειρημένη σύμβαση, με την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου εκτέλεση όμως του ανωτέρω έργου, το αναιρεσείον απέκτησε σε βάρος της περιουσίας του πρώτου ωφέλεια, η οποία, συνισταμένη στην εξοικονόμηση της δαπάνης που το τελευταίο θα κατέβαλλε αν με έγκυρη σύμβαση ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου σε άλλο πρόσωπο ομοίων επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων, είναι, κατά το συμφωνηθέν ως άνω ποσό, ίση με τη συνηθισμένη και δικαιολογημένη αμοιβή. Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 8.000.000 δραχμών (800 ώρες Χ 10.000 δραχμές ανά ώρα), απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού το υπόβαθρο της ένδικης διαφοράς, ήτοι η ως άνω (άκυρη) σύμβαση έργου, συνομολογηθείσα στο πλαίσιο της συναλλακτικής διοικήσεως με αντικείμενο δικαιώματα και υποχρεώσεις ιδιωτικού δικαίου και με σκοπό την καλύτερη οργάνωση των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος νοσοκομείου και μη διεπόμενη από εξαιρετικό υπέρ αυτού νομοθετικό καθεστώς, δεν είναι διοικητική αλλά ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και άρα η ειρημένη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος».

Ομοίως, στο χαρακτηρισμό της εκεί κρινόμενης συμβάσεως ως ιδιωτικής και όχι διοικητικής, προέβη και η υπ’ αριθμ. 370/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (δημοσιευμ. στο http://www.efeteio-peir.gr), αναφέροντας στο σκεπτικό της τα εξής: «[…] η κρινόμενη αγωγή […] εισάγεται αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπον και παραδεκτά, (9, 10, 18, 14 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως αβασίμων όσων υποστηρίζονται από την εναγομένη ΟΛΠ αε περί δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς, τα διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, αν, σωρευτικά, α) ο αντισυμβαλλόμενος του αναδόχου είναι το Δημόσιο, ή νπδδ, β) το έργο εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η σύμβαση διέπεται από κανόνες διοικητικού δικαίου με εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς υπέρ του αναθέτοντος, (ΑΕΔ 6/2007, 12/2007, 3/1999, ΑΠ 1490/2008, ΝΟΜΟΣ), προϋποθέσεις που δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση, καθώς η εναγομένη ΟΛΠ αε (αντισυμβαλλόμενη του αναδόχου) είναι ανώνυμη  εταιρία και λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ανεξάρτητα αν ανήκει στο Δημόσιο. Ως εκ τούτου δεν πληρούνται τα κριτήρια του χαρακτηρισμού της σύμβασης ως διοικητικής και δεν θεμελιώνεται η δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων».

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί