Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαίωμα του οφειλέτη που διατηρεί πλείονα χρέη έναντι δεδομένου δανειστή να προσδιορίσει, κατ’ άρθ. 422 ΑΚ, ποιο από αυτά θα εξοφληθεί με δεδομένη καταβολή – Τηρούμενη διαδικασία προς τούτο σε περίπτωση έλλειψης σχετικής συμφωνίας κατά το β΄ εδάφιο της άνω διάταξης

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή. Κατά, δε, τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος· αν υπάρχουν περισσότερα ληξιπρόθεσμα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή· αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη· αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο· αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα. Η τελευταία ως άνω διάταξη (ΑΚ 422) είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς χωρεί, με συμφωνία των μερών, διαφορετική ρύθμιση του καταλογισμού[1].

Έτι περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ με εκείνη του άρθρου 422 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σε αυτό αναφέρεται η δίκη[2]. Μόνο αν ο δανειστής – αποδεχόμενος την καταβολή – αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής, επί τη αρνήσει του οφειλέτη, υποχρεούται ν’ αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με επαντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 ΑΚ[3].

Ενόψει όμως του ότι η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή κατ’ άρθρο 361 ΚΠολΔ, αυτός, δε, που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού αποδεικνύει αυτήν.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία, ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδαφίου β΄ του άρθρου 422 του ΑΚ[4]. Ειδικότερα, ο μεν εναγόμενος (οφειλέτης), προτείνων την ένσταση της εξόφλησης του επίδικου χρέους με καταβολή, πρέπει (και αρκεί), για την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασής του, να αποδείξει μόνο την καταβολή, ο δε ενάγων (δανειστής), ισχυριζόμενος ότι υπάρχουν και άλλα χρέη και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν καταλογίσθηκε στο επίδικο αλλά σε άλλο χρέος, φέρει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης πλειόνων χρεών. Αν αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιων χρεών, τότε ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε, είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής, είτε συμφώνως με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδαφ. β΄ του ΑΚ σειρά καταλογισμού[5]. Όπως, όμως, σε κάθε ένσταση, πρέπει ν’ αναφέρονται απ’ αυτόν που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους τα γεγονότα που κατά νόμο την θεμελιώνουν και, μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα ν’ αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα. Έτσι, αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει ν’ αποδείξει ότι η καταβολή του οφειλέτη αφορά άλλο χρέος του προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος[6]. Δηλαδή, αν ο δανειστής δεν επικαλεστεί κατά τρόπο παραδεκτό ή δεν αποδείξει την ύπαρξη των περισσοτέρων χρεών, η γενόμενη καταβολή καταλογίζεται στο επίδικο χρέος[7].

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 370/2001 ΝοΒ 50.346, ΑΠ 543/1996 ΕλλΔνη 39.1326

[2] βλ. ΜονΕφΠειρ 300/2018, δημοσ. Στο ΄΄site΄΄ του Εφετείου Πειραιώς

[3] βλ. ΜονΕφΠειρ 300/2018, δημοσ. Στο ΄΄site΄΄ του Εφετείου Πειραιώς

[4] βλ. ΑΠ 315/2017, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 531/2015, ΑΠ 1653/2011, άπασες δημοσιευμένες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] βλ. ΑΠ 1562/2009 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[6] βλ. ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1965/2014, 1947/2014, ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 892/2011 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[7] βλ. ΕιρΑλεξ 447/2020, ΑΠ 234/2014 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί