Δικαιώματα του υπόπτου προς παροχή εξηγήσεων και του πολιτικώς ενάγοντος κατά την προκαταρκτική εξέταση
Εκ των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ΄, 191, 192 και 204 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι απαγγέλλεται απόλυτη ακυρότητα στην περίπτωση παραλείψεως γνωστοποιήσεως του διορισθέντος πραγματογνώμονα στον κατηγορούμενο κατά το στάδιο της ανάκρισης, διότι παραβιάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και στερείται του δικαιώματος υποβολής αιτήσεως εξαιρέσεως του πραγματογνώμονος και, προκειμένου περί κακουργήματος, του δικαιώματός του προς διορισμό τεχνικού συμβούλου (Α.Π. 1443/1999, 532/1998 Ποιν Δικ 2000 σελ. 119, 1999 σελ. 614 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω εκ των διατάξεων των άρθρων 31 και 43 Κ.Π.Δ. όπως ταύτα αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως δι΄άρθρων 2 και 5 ν.3160/2003 και ακολούθως το άρθρον 31 δι΄ άρθρου 5 ν.3346/2005 προκύπτει, ότι αναβαθμίσθηκε η προκαταρτική εξέταση, η οποία αποτελεί στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτή γίνεται κατόπιν μηνύσεως ή εγκλήσεως κατά ορισμένου προσώπου, ή εάν κατά την διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιοποίνου πράξεως, το πρόσωπο τούτο έχει δικαιώματα ανάλογα προς εκείνα τα οποία αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το ποινικό δικονομικό δίκαιο κατά τη διάρκεια της προδικασίας και ειδικότερα της προανακρίσεως ή της ανακρίσεως (Α. Κωνσταντινίδη, Εκθεσις επί του Σχ. Ν. “Επιτάχυνσις της ποινικής διαδικασίας κ.λ.π.” της Δ/νσεως Επιστημ. Μελετών της Βουλής, Ποιν Χρ ΝΓ σελ. 1049, Θ. Δαλακούρα, Η λειτουργική αρμοδιότητα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών υπό το φως των ρυθμίσεων του ν.3160/2003 Ποιν Χρ ΝΔ σελ. 585 επ., πρβλ. και Α.Π. 1524/2006 με σύμφωνον αγόρευσίν μας, ιδία δε 1604/1995, Ποιν Δικ 2006 σελ. 993 και Ποιν Χρ ΜΣΤ΄ σελ. 1023 αντιστ. κ.ά.). Επομένως η υποχρέωση γνωστοποιήσεως των διορισθέντων πραγματογνωμόνων καταλαμβάνει και την περίπτωσιν εκείνην κατά την οποίαν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, κατόπιν μηνύσεως ή εγκλήσεως κατά ορισμένου προσώπου, ή εάν κατά την διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιοποίνου πράξεως (πρβλ. και Α.Π. 1604/1995 ενθ΄ανωτ.). Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο διενεργών την προκαταρκτική εξέταση, να γνωστοποιήσει στα ανωτέρω πρόσωπα τους διορισθέντες από αυτόν πραγματογνώμονες, προκειμένου αυτά να ασκήσουν τα υπό των άρθρων 191, 192 και 204 Κ.Π.Δ. δικαιώματά τους.
Εάν δε γίνει η γνωστοποίηση αυτή επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας. Παραβιάζεται δε και η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ε.Σ.Δ.Α.(2176/2007ΑΠ).
Παρά τον παραπάνω νέο αναβαθμισμένο χαρακτήρα της προκαταρκτικής εξέτασης, της κατάργησης πλέον της μυστικότητας της προκαταρκτικής εξέτασης, με την παροχή όλων των δικαιωμάτων στον ύποπτο, από όλες τις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, προκύπτει, τόσο από τη σαφή γραμματική διατύπωση των διατάξεων αυτών, όπως διαμορφώθηκαν με τον νέο ν. 4055/2012 (άρθρα 47, 108, 204 και 307 του ΚΠΔ), όσο και από το πνεύμα του νομοθέτη η προκαταρκτική εξέταση να είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 36 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης να μη μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, ήτοι να περατούται σε σύντομο χρόνο, ότι δικαιολογείται η διαφοροποίηση της θέσης του δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής στην προκαταρκτική εξέταση, από εκείνη στην προανάκριση ή την ανάκριση και επομένως ο νομότυπα δηλώσας με την έγκληση ή τη μήνυση ή και αργότερα παράσταση πολιτικής αγωγής κατά την προκαταρκτική εξέταση, δεν καθίσταται διάδικος και δεν έχει τα ίδια δικαιώματα, ύστερα από την κλήση του υπόπτου προς παροχή εξηγήσεων, που έχει ο πολιτικώς ενάγων, όταν ενεργείται προανάκριση ή κυρία ανάκριση, διότι τότε υπάρχει κατηγορούμενος. Αν ο νομοθέτης ήθελε το αντίθετο, θα τροποποιούσε ρητά, με τον τροποποιητικό ν. 3160/2003 ή το ν. 3346/2005, άρ.5 και με τον άνω πρόσφατο ν. 4055/2012, τις παραπάνω διατάξεις, όπως και εκείνη του άρθρου 31 παρ.2 και 108, που ρύθμισε την προκαταρκτική εξέταση και δίδει δικαιώματα σαφώς μόνο στον καθιστάμενο ύποπτο, όχι δε και στον δηλώσαντα προ της ασκήσεως ποινικής δίωξης πολιτικώς ενάγοντα πριν ο ύποπτος καταστεί κατηγορούμενος. Από την πλευρά του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής προ της ασκήσεως ποινικής δίωξης, τα δικαιώματά του σαφώς προσδιορίζονται στο άρθρο 108 του ΚΠΔ, εκείνα των άρθρων 101, 104, 105 και 106, και μπορεί να τα ασκήσει, με αφετηριακό χρονικό σημείο, που ορίζεται επίσης ρητά από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία ή θα εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης ή βίαιης προσαγωγής, που προϋποθέτουν όμως ασκηθείσα ποινική δίωξη και όχι όταν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, που έχουμε απλώς κλήση προς εξέταση υπόπτου προσώπου, που δίδει απλώς έγγραφες εξηγήσεις και επομένως ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει τα δικαιώματα αυτά πριν ασκηθεί δίωξη, όταν έχει διαταχθεί και διενεργείται προκαταρκτική εξέταση. Μάλιστα ρητά προβλέπει το διορισμό τεχνικών συμβούλων εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος, σε σοβαρά εγκλήματα, ήτοι μόνον όταν διεξάγεται ανάκριση για κακούργημα. Τούτο δε, δεν οφείλεται σε αβλεψία του νομοθέτη, ούτε υφίσταται νομοθετικό κενό προς ρύθμιση και αναλογική ερμηνεία και εφαρμογή, γιατί επί προκαταρκτικής εξέτασης ο νομοθέτης δε θέλησε τη χορήγηση και στον πολιτικώς ενάγοντα των ιδίων δικαιωμάτων που δίδει σε αυτόν μετά την άσκηση ποινικής δίωξης (άρ.108) και επί προκαταρκτικής εξετάσεως, διότι στοχεύει στη σε σύντομο χρόνο εκκαθάριση της ποινικής διαφοράς και στο να αποφεύγονται άσκοπες ποινικές διώξεις που υπερφορτώνουν την ποινική διαδικασία και στο να προστατεύεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προσωπικότητα του κάθε μηνυόμενου πολίτη, όπως απαιτεί και το τεκμήριο αθωότητας, κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά την οποία ο καταμηνυόμενος ή εγκαλούμενος είναι απλώς ύποπτος και δεν καθίσταται κατηγορούμενος, αν δεν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις. Άλλωστε, κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ, αν δεν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις, η υπόθεση αρχειοθετείται και δεν πρέπει να διασύρεται ο καταμηνυθείς ύποπτος από την πλήρη δημοσιότητα και την παρουσία, ενημέρωση και εμπλοκή στην υπόθεση του πολιτικώς ενάγοντος μηνυτή – εγκαλούντος, πλην της εξέτασης αυτού και των προτεινομένων από αυτόν μαρτύρων και αποδεικτικών μέσων. Επομένως και ο δηλώσας σχετική παράσταση πολιτικώς ενάγων, όταν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και έχει διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, δεν είναι διάδικος και δεν έχει δικαίωμα διορισμού τεχνικών συμβούλων, όπως έχει τούτο, κατ` άρθρο 204 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, όταν γίνεται ανάκριση. Με την ερμηνεία αυτή της παραπάνω διατάξεως, δεν παραβιάζεται το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 4 και 20 του Συντ. και δη το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του πολιτικώς ενάγοντος και οι αρχές της ισότητας, της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και της δίκαιης δίκης, που διαπνέουν το ποινικό δικονομικό μας σύστημα (1575/2012ΑΠ).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr