Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή – Ο καθορισμός της στο ύψος της δικαστικής δαπάνης αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή, πλην όμως, προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και της ισότητας

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17.04.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Με την νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και «στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει», και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα ανατιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στο Δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Άλλωστε, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει, δε, ο Δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση, δε, υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω, λοιπόν, συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο, σύμφωνα με την υπέρ αυτού συνταγματική επιφύλαξη, σε αντιδιαστολή με το Δικαστή, ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αποφατική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού[1]. Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική εν στενή έννοια, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται[2].

Έτι περαιτέρω, η κατά το άρθ. 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ισότητα όλων των Ελλήνων έναντι του νόμου, η οποία αφορά όχι μόνον την εφαρμογή αλλά και τη θέσπιση του νόμου, περιορίζει τον νομοθέτη κατά την ρύθμιση των εννόμων σχέσεων των πολιτών και επιβάλλει σε αυτόν την υποχρέωση επί ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων να μη νομοθετεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εισάγει εξαιρέσεις ή να κάνει εν γένει διακρίσεις. Επιπλέον, αποκλείει από τον κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα όμοιας ρύθμισης ανόμοιων περιπτώσεων, η οποία οδηγεί σε ανισότητες, όταν η όμοια ρύθμιση ανόμοιων περιπτώσεων δεν επιβάλλεται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος[3].

Στην πραγματικότητα η αρχή της ισότητας των ανθρώπων είναι αρχή της ίσης μεταχείρισης των ανθρώπων και ίση μεταχείριση σημαίνει μεταχείριση χωρίς προσωπικές προκαταλήψεις και διακρίσεις, το σημείο αναφοράς δεν είναι πια κατ’ ανάγκη ο άνθρωπος καθ’ εαυτός, αλλά η υπό ρύθμιση ή κρίση περίπτωση. Η αρχή της ισότητας σημαίνει πια (θετικά) την επιταγή της απρόσωπης και αντικειμενικής κρίσης και (αποθετικά) την απαγόρευση κάθε αυθαίρετης διάκρισης, κάθε διάκρισης δηλαδή που στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια και αγνοεί την ουσιώδη ομοιότητα των υπό ρύθμιση ή κρίση περιπτώσεων. Από την άλλη πλευρά απαγορεύεται η ίση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων περιπτώσεων, γιατί και αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα αυθαίρετη μεταχείριση, αφού αγνοεί υφιστάμενα ή στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια[4]. Η παραβίαση της αρχής της ισότητας ελέγχεται από τα Δικαστήρια μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας τους, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου. Κατά τον έλεγχο αυτόν, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης, ή η κατ’ εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση, μπορεί βέβαια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες, συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, και στηριζόμενος πάνω σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως, για την οποία εκάστοτε πρόκειται, πρέπει, όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρύθμισης να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια[5].

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) «Αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση. 1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Η «ratio» της ρύθμισης αυτής δεν εκφράζεται μεν πανηγυρικά στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4194/2013, έχει όμως ήδη εντοπισθεί τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία στη «βούληση του νομοθέτη να λειτουργήσει αυτή η διάταξη ως κίνητρο προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας και να αποφύγει την καταβολή σημαντικών ποσών ως αμοιβή της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση». Υπό τα πρίσμα των ανωτέρω υποστηρίζεται, ότι «η αύξηση της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή αποβλέπει στην πάταξη της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, της παρέλκυσης των δικών και της στρεψόδικης μη συμμόρφωσης προς τα επιτασσόμενα από τις δικαστικές αποφάσεις».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Ιδίου ως άνω Κώδικα, ορίζεται ότι: «1. Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του. 2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες. 3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με την αξία, του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού. 4. Με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα: α) Διενεργείται από τα δικαστήρια η   δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 84 του Κώδικα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο Ι του παρόντος άρθρου και η αμοιβή του δικηγόρου δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται στις σχετικές διατάξεις. 5. Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.  Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμηση του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του», κατά δε το άρθρο 59 του αυτού ως άνω Κώδικα: «1. Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόληση του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. 2. Ο δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο τρόπο στον πελάτη του την ωριαία αμοιβή του. 3. Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα».

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 4194/2013, στο μέτρο που με αυτήν επιδιώκεται η ενθάρρυνση του οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας, έχει κριθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον η θέσπιση υψηλής ελάχιστης νόμιμης δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον η αυξημένη δικηγορική αμοιβή δεν «επιβαρύνει» (κατά την έννοια των άρθρων 932, 975 ΚΠολΔ) εν τέλει μόνον το δύστροπο καθ’ ου η εκτέλεση, αλλά ακόμη και εκείνον που είτε είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί προς την εκτελεστή δικαστική απόφαση, χωρίς την άσκηση ένδικων βοηθημάτων, αλλά δεν πρόλαβε, για οποιοδήποτε λόγο, να ικανοποιήσει το δανειστή πριν την επίδοση της επιταγής, είτε αδυνατεί για αντικειμενικούς λόγους (π.χ. οικονομική αδυναμία ή πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια) να συμμορφωθεί. Περαιτέρω, το ως άνω μέτρο κρίνεται μη αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, στο βαθμό που το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, με τη θέσπιση π.χ. ενός πλαισίου, εντός του οποίου μπορεί να κυμανθεί η – έχουσα με τον τρόπο αυτό χαρακτήρα ποινής – δικηγορική αμοιβή, όπως αντίθετα συμβαίνει στις ποινές τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ και στις χρηματικές ποινές των άρθρων 946, 947, 950 ΚΠολΔ.

Επίσης, η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 κρίνεται μη αναλογική εν στενή έννοια, διότι δεν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία και συνάφεια προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς η «βλάβη» του καθ’ ου η εκτέλεση, δηλαδή η οικονομική του επιβάρυνση, ως μέτρο αποθάρρυνσης της μη άμεσης συμμόρφωσής του προς τη δικαστική απόφαση, συνδέεται και καταλήγει να είναι «ωφέλεια», όχι του Ελληνικού Δημοσίου, για την απασχόληση των Δικαστηρίων, ή του ίδιου του επισπεύδοντος, για την καθυστερημένη ικανοποίηση της αξίωσής του (σκοπός που υπηρετείται άλλωστε σε περίπτωση χρηματικής οφειλής με τους τόκους υπερημερίας και επιδικίας), αλλά «ωφέλεια», κρινόμενη κατά περίπτωση πάντα, του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος με τη θέσπιση δικαιώματος λήψης υπέρμετρα δυσανάλογης αμοιβής για την περίπτωση σύνταξης μιας εντελώς τυπικής επιταγής προς πληρωμή, που είναι ολιγόλεπτη και δεν απαιτεί ιδιαίτερη επιστημονική εργασία και πνευματική καταπόνηση. Τούτο, δε, συνάγεται εξ αντιδιαστολής της ρυθμίσεως του άρθρου 58 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, στο οποίο γίνεται πρόβλεψη για αυτεπάγγελτη αύξηση της δικηγορικής αμοιβής από το Δικαστήριο α) ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς και β) σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, περίπτωση στην οποία δύναται αυτεπάγγελτα να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματός της, αποσκοπώντας η εν λόγω διάταξη να καταστήσει την αμοιβή ανάλογη των προαναφερθέντων στοιχείων και ο απασχοληθείς δικηγόρος να μην υποστεί βλάβη με την απόληψη μιας αμοιβής που υπολείπεται των προσόντων, του χρόνου απασχόλησης κ.λπ. παραγόντων, ως προαναφέρθηκαν.

Τέλος, δέον να τονισθεί ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 4194/2013, στο μέτρο που με αυτήν το Κράτος παρεμβαίνει στην ιδιωτική οικονομία για να ορίσει τις ελάχιστες (νόμιμες) δικηγορικές αμοιβές, κρίνεται αντίθετη και στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με τη ρύθμιση αυτή εξισώνονται και αντιμετωπίζονται με όμοιο τρόπο ουσιωδώς ανόμοιες περιπτώσεις καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων δίκαιης νομοθέτησης, με αποτέλεσμα, ιδίως σε περιπτώσεις ολικής νίκης και ήττας, να επιβάλλονται στο διάδικο αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις, με τη χρήση μάλιστα άσχετων κριτηρίων (καθορισμός της δικηγορικής αμοιβής όχι βάσει των χαρακτηριστικών της αντίστοιχης υπηρεσίας αλλά βάσει των αποδοτέων στο διάδικο εξόδων της κύριας δίκης), και να προκαλείται ανισότητα και έντονα άδικη μεταχείριση του διαδίκου, ο οποίος θα υποχρεωθεί να δαπανήσει για τη δικηγορική αμοιβή της πρώτης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που θα έχει υποχρεωτικά δαπανήσει για τη διεξαγωγή ολόκληρης της δίκης, ανεξάρτητα από το αν εν τέλει θα αποδοθεί από τον αντίδικό του η εν λόγω αμοιβή, κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιο. Αλλά και ο ηττηθείς διάδικος αντιμετωπίζεται με άνισο και άδικο τρόπο, αφού θα οφείλει στον αντίδικό του για μία και μόνη εύκολη και σύντομη ενέργεια, ήτοι τη σύνταξη της επιταγής, το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που θα οφείλει για τη διεξαγωγή όλης της δίκης (βλ. ΜΠρΠατρ 355/2020 και ΜΠρΑθ 344/2019, δημοσ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΟλΑΠ 6/2009, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] βλ. ΟλΑΠ 5/2013, ΟλΑΠ 271/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] βλ. ΟλΑΠ 690/1983, ΝοΒ 1984. 277

[4] βλ. Π.Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, τομ. Β’ αρ. 1366 και 1367

[5] βλ. ΣτΕ 14, 578, 674/2009, ΣτΕ 2153/1989, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί