Έφεση σε φορολογικές και τελωνειακές διαφορές κατά τον ΚΔΔ: υποχρέωση καταβολής ποσοστού 20% του οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει έως την αρχική δικάσιμο της έφεσης, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης
Με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010, το οποίο εφαρμόζεται σε εφέσεις κατά πρωτοδίκων αποφάσεων δημοσιευθεισών μετά την έναρξη ισχύος του (1-1-2011), προστέθηκε στο άρθρο 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/99, Α΄ 97) η παράγραφος 3, η οποία είχε ως εξής: «Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του».
Δυνάμει των άρθρων 37 και 45 Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016), το ως άνω ποσοστό μειώθηκε από 50% σε 20% και το ανωτέρω άρθρο τροποποιήθηκε ως εξής: «Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με τα άρθρα 206 επ. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του».
Με την υπ’ αριθμόν 1619/2012 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε, ότι η υποχρέωση καταβολής από τον εκκαλούντα μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, εκτός εάν έχει χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση κυρίου φόρου (ΣτΕ 752/2018 επταμ.), ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως, ενόψει και του διαγραφομένου στην εισηγητική έκθεση του οικείου νομοσχεδίου σκοπού της διατάξεως, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256), δεδομένου ότι αφ’ ενός μεν, η ρύθμιση αυτή αναφέρεται σε υποθέσεις, για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση, αφ’ ετέρου δε, παρέχεται η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως της πρωτόδικης απόφασης. Περαιτέρω, κρίθηκε με την ως άνω απόφαση ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν αποτελεί μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκομένους από τον νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, ούτε τίθεται ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης λόγω της μεταβολής επί το δυσμενέστερον το πρώτον με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010 των προϋποθέσεων παραδεκτού της εφέσεως, δεδομένου ότι ο κοινός νομοθέτης δεν απαγορεύεται να εισάγει ρυθμίσεις δυσμενέστερες από εκείνες που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες είχαν προσαρμοσθεί οι διοικούμενοι, αρκεί οι επιχειρούμενες ρυθμίσεις να χωρούν κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, να εξυπηρετούν λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, ως εν προκειμένω, και να μην παραβιάζουν δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα ή άλλους κανόνες υπερνομοθετικής ισχύος (βλ. και ΣτΕ 3832/2014 επταμ., 1284, 1834-8/2015, 3414/2017).
Σημειωτέον ότι σε περίπτωση που ο εκκαλών ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να απαλλαγεί από την ανωτέρω υποχρέωση καταβολής του φόρου που οφείλει με βάση την απόφαση αυτή, η απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3, προϋποθέτει ότι η σχετική αίτηση αναστολής εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε (βλ. ΣτΕ 1834-7/2015, 2037/2014, 2464/2018 ΣΤΕ – δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο της Επικρατείας, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 1834/2015 απόφασης (δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εδέχθη τα εξής: «Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας λόγω της μη καταβολής ποσοστού 50% των οφειλόμενων σύμφωνα με την εκκαλούμενη απόφαση τελών και με δεδομένο ότι δεν έχει ανασταλεί με απόφαση του δικαστηρίου η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 209Α του ΚΔΔ. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η ως άνω κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, ως ερειδόμενη σε εσφαλμένη (υφέρπουσα) ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 93 παρ. 3 του ΚΔΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία δεν κρίθηκε από το Εφετείο, αλλά απλώς εκδόθηκε αναβλητική απόφαση επ’ αυτής (323/2012 απόφαση σε συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών), λόγω υποβολής στο Συμβούλιο της Επικρατείας προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με το άρθρο 209Α του ΚΔΔ. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος. Ο τελευταίος ισχυρισμός είναι βάσιμος και, συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται παραδεκτώς. Περαιτέρω, ο λόγος κρίνεται και βάσιμος, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 5. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί στο δικάσαν Διοικητικό Εφετείο για νέα νόμιμη κρίση.».
Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr