Ευθύνη του νομικού προσώπου για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν (71 Α.Κ.)
Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 71 Α.Κ. «Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον».
Με την υπόψη διάταξη[1], η οποία ρυθμίζει την ευθύνη του νομικού προσώπου από τις παράνομες πράξεις των οργάνων του, ακολουθείται η θεωρία του βουλητικού οργάνου, σύμφωνα με την οποία η δράση των οργάνων του νομικού προσώπου είναι δράση του ίδιου του νομικού προσώπου και κατά λογική αναγκαιότητα η απ’ αυτήν ευθύνη βαρύνει κατά πρώτον αυτό. Αλλά και πέραν αυτού, η ως άνω ρύθμιση ανταποκρίνεται στην ανάγκη των συναλλαγών, το συμφέρον των οποίων διασφαλίζεται, αφού ο υφιστάμενος ζημία έχει υπεύθυνο έναντι αυτού και το νομικό πρόσωπο, που χαρακτηρίζεται κατά τεκμήριο από μεγαλύτερη φερεγγυότητα.
Προϋποθέσεις για τη γέννηση της ευθύνης του νομικού προσώπου είναι οι ακόλουθες: α) Πράξη ή παράλειψη, η οποία δε συνιστά δικαιοπραξία. Πρόκειται για αδικοπραξία ή συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων αντίθετη προς τους ορισμούς των 197 ή 198 Α.Κ. ή παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων, ήτοι για παθολογική εξέλιξη της ενοχής. β) Όργανα που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο: Η δημιουργική της ευθύνης του νομικού προσώπου πράξη ή παράλειψη πρέπει να προέρχεται από όργανα που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο, δηλαδή από εκείνα των οποίων η εξουσία εκπορεύεται από το καταστατικό, ήτοι τα καταστατικά όργανα. Τέτοια όργανα είναι τα διοικούντα το νομικό πρόσωπο (όχι όμως και η συνέλευση του σωματείου ή αυτός που έχει την εσωτερική λειτουργία του νομικού προσώπου). Η πράξη ή η παράλειψη πρέπει να έλαβε χώρα υπό αυτήν την ιδιότητα, ενώ για τις πράξεις ή παραλείψεις μη καταστατικών οργάνων, η ευθύνη του νομικού προσώπου ερείδεται επί των 334, 922 και 926 Α.Κ.. γ) Καθήκοντα που έχουν ανατεθεί: Η πράξη ή η παράλειψη να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατέθηκαν στο όργανο και να έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση αυτών. Η οριοθέτηση των καθηκόντων προκύπτει από το καταστατικό. Πράξη ή παράλειψη κατά την εκτέλεση καθηκόντων που δεν εκπορεύεται από το καταστατικό, δε δημιουργεί ευθύνη για το νομικό πρόσωπο. Η ανάθεση καθηκόντων από τη γενική συνέλευση ή τη διοίκηση, και η κατά την εκτέλεση αυτών πράξη ή παράλειψη δεν έχει καμία έννομη επιρροή για το νομικό πρόσωπο. Ευθύνη δημιουργείται και για πράξεις ή παραλείψεις που ενεργήθηκαν κατά κατάχρηση ή υπέρβαση των καθηκόντων, όχι όμως και για τις διενεργούμενες επ’ ευκαιρία απλώς της εκτέλεσης των καθηκόντων. δ) Υποχρέωση αποζημίωσης: Η πράξη ή η παράλειψη πρέπει να δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, ήτοι να είναι κατά κανόνα παράνομη. Αφορά κάθε πράξη ή παράλειψη, και όχι μόνο αδικοπραξία με την οποία ο νόμος συνδέει υποχρέωση προς αποζημίωση. Έτσι, στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης περιλαμβάνονται ακόμα και πράξεις που δεν είναι παράνομες (λ.χ. 285 Α.Κ.), αλλά και πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που αναφέρονται στην προσβολή συμβατικών σχέσεων του νομικού προσώπου. Η υπαιτιότητα είναι αδιάφορη για τη θεμελίωση της ευθύνης του νομικού προσώπου. Μάλιστα, δεν αποκλείεται ευθύνη και για την επελθούσα ηθική βλάβη (932 Α.Κ.).
Κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά από τη νομολογία αναφορικά με την ευθύνη των νομικών προσώπων κατ’ άρθρον 71 Α.Κ.[2], «Από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση… Έτσι, προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι: α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο (ως όργανα, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 AK (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου) και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων αυτών ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως “η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του” προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του, κατ’ άρθρο 71 ΑΚ, είτε των προστηθέντων απ’ αυτό, κατ’ άρθρο 922 AK».
Για την ευθύνη δε του πράξαντος οργάνου του νομικού προσώπου, οι παραδοχές της νομολογίας έχουν ως εξής[3]: «Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων πού το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων πού τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (Α.Κ.914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους».
Εάν λοιπόν η πράξη ή η παράλειψη του καταστατικού οργάνου οφείλεται σε υπαιτιότητά του, τότε, κατά το άρθρο 71 εδ. β΄Α.Κ., ιδρύεται πρόσθετη εις ολόκληρον ευθύνη και του υπαίτιου οργάνου (481 Α.Κ.). Αν πρόκειται για πολυμελή διοίκηση, όλα τα μέλη υπέχουν εις ολόκληρον ευθύνη, αλλά εξαιρούνται εκείνα που δεν έλαβαν μέρος στην πράξη ή παράλειψη. Με την καταβολή της αξιωθείσας αποζημίωσης από το νομικό πρόσωπο, μπορεί αυτό να στραφεί κατά του υπαίτιου οργάνου και να αξιώσει την αποζημίωση (68 παρ. 2, 714 Α.Κ.).
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄, Γενικές Αρχές, Άρθρα 1-286, Αθήνα 2001, σελ. 380-383 (υπό άρθρο 71 Α.Κ.), Β. Γ. Αντωνόπουλο, Δίκαιο Α.Ε. & Ε.Π.Ε., Γ΄ Έκδοση, Juris Prudentia, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 373-374, Ι. Κ. Ρόκα, Εταιρίες, Εισαγωγή στο Δίκαιο των Εταιριών του Εμπορικού Δικαίου, 4η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011, σελ. 108-109.
[2] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1885/2014, ΑΠ 1761/2014, ΑΠ 1723/2014, ΜΠρΑλεξ 27/2013, ΕφΛαρ 57/2012, ΠΠΑ 1066/2011, ΑΠ 29/2006, ΕφΠειρ 151/2006, ΕφΑθ 8419/2005, ΕφΠειρ 161/2004, ΕφΠατρ 673/2004, ΕφΔωδεκ 114/2004, ΜΠρΘεσσ 135/2003, ΜΠρΛαμ 383/2000, ΑΠ 1615/1999, ΕφΑθ 6292/1999, ΕφΑθ 6922/1994, ΑΠ 191/1990, άπασες Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ.
[3] Βλ. υποσημ 2.