Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ελεύθερη εκποίηση ακίνητης περιουσίας κατά τον πτωχευτικό κώδικα για διαδικασίες που ήταν εκκρεμείς κατά την έναρξη του ν. 4446/2016

Σχετικά με τη διαδικασία εκποίησης ακινήτων που ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016: Σύμφωνα με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 147 του ΠτΚ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της δεύτερης παραγράφου του με το άρθρο 8 παρ. 9 Ν 4446/2016 (ΦΕΚ Α’ 240/22.12.2016), «Αν πριν την ένωση των πιστωτών, οι ενέγγυοι πιστωτές δεν κίνησαν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεση) επί υπέγγυου ακινήτου της πτώχευσης (άρθρο 26), την εκποίηση αυτού και την κατάταξη των πιστωτών ενεργεί μόνο ο σύνδικος, κατά τις ακόλουθες διατάξεις».

Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στις επόμενες του παραπάνω άρθρου διατάξεις, της εκποίησης προηγείται Ι) προδικασία στην οποία περιλαμβάνονται α) η παροχή άδειας από το πτωχευτικό Δικαστήριο, στον σύνδικο, διά εκδόσεως σχετικής απόφασης κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου που συνοδεύεται από αντίστοιχη έκθεση του εισηγητή της πτώχευσης, να ενεργήσει, την εκποίηση, β) η σύνταξη έκθεσης από τον εισηγητή στην οποία αναφέρονται το προς εκποίηση ακίνητο, η τιμή πρώτης προσφοράς ως και οι τυχόν όροι που όρισε το πτωχευτικό δικαστήριο και ορίζονται ο χρόνος και ο τόπος διενέργειας του πλειστηριασμού, ως και των επαναλήψεων αυτού και γ) οι διατυπώσεις δημοσιότητας και συγκεκριμένα i) διακήρυξη του συνδίκου περί του πλειστηριασμού, αντίγραφο της οποίας τοιχοκολλάται στο γραφείο του Εισηγητή και επιδίδεται στους ενυπόθηκους πιστωτές και ii) δημοσίευση περίληψης της διακήρυξης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (άρθρο 148 ΠτΚ, ως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 παρ. 10 του Ν 4446/2016, ΦΕΚ A’ 240/22.12.2016, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 182 του νόμου αυτού) και II) κύρια διαδικασία ως αυτή ορίζεται στα άρθρα 149 και 150 του ΠτΚ, σύμφωνα με τα οποία: α) Άρθρο 149: «1. Η εκποίηση του ακίνητου γίνεται με ενσφράγιστες προσφορές των ενδιαφερομένων ενώπιων του εισηγητή με την παρουσία του συνδίκου. Στον πλειστηριασμό λαμβάνει μέρος οποιοσδήποτε, αφού προηγουμένως δηλώσει, αν συμμετέχει για τον εαυτό του ή ενεργεί ως πληρεξούσιος άλλου, προσκομίζοντας ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Ο συμμετέχων υποχρεούται να καταβάλει, ως εγγυοδοσία το ποσό του ενός τρίτου της τιμής πρώτης προσφοράς, με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε διαταγή του ίδιου, που συμψηφίζεται στο τίμημα, αν κατακυρωθεί σε αυτόν το ακίνητο. 2. Οι προσφορές αποσφραγίζονται και μονογράφονται από τον εισηγητή. Ο εισηγητής, αν κρίνει την τιμή συμφέρουσα, εγκρίνει την εκποίηση και επιτρέπει τη σύναψη της πώλησης, άλλως η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Για τον πλειστηριασμό και εφόσον εγκριθεί από τον εισηγητή, συντάσσεται χωρίς υπαίτια βραδύτητα από αυτόν έκθεση, στην οποία αναφέρεται το ακίνητο, το τίμημα που επιτεύχθηκε, η δοθείσα εγγυοδοσία ως προκαταβολή του τιμήματος και ο χρόνος εξόφλησης του τιμήματος και σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου και β) Άρθρο 150 (ως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 παρ. 11 του Ν 4446/2016, ΦΕΚ A’ 240/22.12.2016, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 182 του νόμου αυτού): «1. Εάν ο πλειστηριασμός επαναληφθεί τρεις (3) ακόμα συνεχείς ανά εβδομάδα φορές, χωρίς να εμφανιστεί πλειοδότης, αναβάλλεται για μία ακόμη φορά από τον εισηγητή, χωρίς άλλες διατυπώσεις, σε ημερομηνία απέχουσα τέσσερις εβδομάδες. Μετά από αυτό, το πτωχευτικό δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του συνδίκου, κατά τη συζήτηση της οποίας μπορεί να παρέμβει καθένας που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, υποχρεούται να μεταρρυθμίσει την κατά το άρθρο 148 απόφαση του, σύμφωνα με το άρθρο 758 ΚΠολΔ και να ορίσει μικρότερη τιμή πρώτης προσφοράς ή να θέσει όρους για τη διευκόλυνση της εκποίησης του ακινήτου. 2. Το πτωχευτικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και την έκθεση του εισηγητή, αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών και μεταρρυθμίζει την απόφαση. Αμέσως μετά τη δημοσίευση της απόφασης, ο εισηγητής συντάσσει νέα έκθεση, κατά το άρθρο 148 παρ. 2, ο δε σύνδικος συντάσσει νέα διακήρυξη, την οποία προσαρμόζει στην απόφαση και τηρεί τις διατυπώσεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Η ιδία διαδικασία εφαρμόζεται και για κάθε περαιτέρω μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς».

Στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3588/2007 αναφέρεται ότι η θεσπιζόμενη στο άρθρο 149 διαδικασία εκποίησης αποσκοπεί στη δυσχέρανση επικοινωνίας των συμπαικτικών πλειοδοτών («κορακιών» κατά τη λαϊκή έκφραση). Επίσης, αναφέρεται ότι οι προσφορές αποσφραγίζονται και μονογράφονται από τον εισηγητή, ο οποίος και αποφασίζει αν πρέπει να εγκριθεί ή μη η εκποίηση, με γνώμονα το σύμφορο ή μη της προσφοράς του πλειοδότη. Περαιτέρω, στην ίδια αιτιολογική έκθεση, αναφέρεται, όσον αφορά το άρθρο 150, ότι με αυτό ρυθμίζεται η περίπτωση που ο πλειστηριασμός αποβεί άκαρπος, διότι δεν εμφανίστηκε κανένας πλειοδότης ή οι προσφορές κρίθηκαν ασύμφορες από τον εισηγητή (άρθρο 149). Τότε ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως επί τρείς φορές τις τρεις επόμενες εβδομάδες, όπως έχει ορισθεί στην αρχική διακήρυξη του άρθρου 148 παρ. 2. Μετά ταύτα, ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται για ακόμη μία φορά χωρίς άλλες διατυπώσεις σε ημέρα και ώρα που απέχει δύο μήνες από την τελευταία επανάληψη και που ορίζει ο εισηγητής με πράξη του, στην οποία παρέχεται η δημοσιότητα κατά το άρθρο 148 παρ. 4. Αν και πάλι δεν γίνει κατακύρωση, για οποιονδήποτε λόγο, το πτωχευτικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο σχετικής αίτησης του συνδίκου, μετά από συζήτηση με δυνατότητα παρέμβασης αυτών που έχουν έννομο συμφέρον, υποχρεωτικά μειώνει την τιμή πρώτης προσφοράς ή θέτει διευκολυντικούς της εκποίησης όρους. Το δικαστήριο αποφαίνεται σε σύντομη προθεσμία επί της αίτησης και στη συνέχεια ακολουθείται και πάλι η διαδικασία του άρθρου 148. Αν και πάλι δεν επιτευχθεί η κατακύρωση, μπορεί να υποβληθούν και νέες περαιτέρω αιτήσεις μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς.

Εκ των ανωτέρω διαλαμβανομένων στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3588/2007, προκύπτει σαφώς ότι η εκποίηση της πτωχευτικής ακίνητης περιουσίας μετά την ένωση των πιστωτών κι εφόσον δεν έχει ξεκινήσει ήδη προγενέστερα η αναγκαστική εκτέλεση επ’ αυτής από κάποιων ενύεγγυο πιστωτή, γίνεται όχι με ανοικτές προσφορές, όπως σε έναν κοινό πλειστηριασμό, αλλά με ενσφράγιστες προσφορές, που υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι ενώπιον του εισηγητή με την παρουσία του συνδίκου. Η συμμετοχή στον πλειστηριασμό είναι ελεύθερη, όμως το άρθρο 149 παρ. 1 ΠτΚ απαριθμεί ορισμένες προϋποθέσεις: πρώτον ότι ο συμμετέχων θα πρέπει να δηλώσει αν συμμετέχει για τον εαυτό του ή ενεργεί ως πληρεξούσιος άλλου, οπότε και υποχρεούται να προσκομίσει ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και δεύτερον ότι ο συμμετέχων υποχρεούται να καταβάλει εγγυοδοσία το ποσό του ενός τρίτου της τιμής πρώτης προσφοράς, με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε διαταγή του ίδιου, που συμψηφίζεται στο τίμημα, αν κατακυρωθεί σε αυτόν το ακίνητο. Οι προσφορές αποσφραγίζονται και μονογράφονται από τον εισηγητή, ο οποίος, αν κρίνει την τιμή «συμφέρουσα» και δη ως τέτοια νοούμενη, σε αρμονία με το άρθρο 140 ΠτΚ (που αναφέρεται στην κατακύρωση στα πλαίσια της εκποίησης της πτωχευσάσης επιχείρησης ως συνόλου, σύμφωνα με την οριζόμενη στα άρθρα 135 έως 145 του ΠτΚ, διαδικασία και μετά από σχετική απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, κατ’ άρθρο 84 του ΠτΚ), η συμφέρουσα για τους πιστωτές με έλεγχο και της φερεγγυότητας του αγοραστή, αν ζητείται πίστωση του τιμήματος, εγκρίνει την εκποίηση και επιτρέπει την σύναψη της πώλησης. Διαφορετικά η διαδικασία επαναλαμβάνεται κατά το άρθρο 150 (Περάκης Ευ., ό.π., παρ. 73, σελ. 431).

Παρέπεται, λοιπόν, ότι, κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο 149 ΠτΚ διαδικασία εκποίησης των κατ’ ιδίαν στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη πτωχού οι υποβαλλόμενες έγγραφες προσφορές των πλειοδοτών αποσφραγίζονται όλες ταυτόχρονα και κρίνονται ενιαία κατά τον ίδιο χρόνο, τόσο ως προς το παραδεκτό τους (ιδίως αν συμμορφώνονται με τους όρους της διακήρυξης και αν καλύπτουν την οριζόμενη από την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου τιμή της πρώτης προσφοράς), όσο και ως προς το ποια προσφορά από όλες είναι η πλέον συμφέρουσα για τους πιστωτές. Με δεδομένο δε ότι το τίμημα δεν είναι υποχρεωτικά άμεσα καταβλητέο, κριτήριο της πλέον συμφέρουσας για τους πιστωτές προσφοράς θα είναι και η φερεγγυότητα του προσφέροντος, οι εγγυήσεις που παρέχει ή άλλα ποιοτικά κριτήρια, ενδεχομένως δε και η εξασφάλιση και διατήρηση των θέσεων εργασίας των τυχόν εργαζόμενων στην επιχείρηση εφόσον αυτή εξακολουθεί να λειτουργεί και όχι μόνο το απόλυτο ύψος της προσφοράς. Συνεπώς ο όρος «πλειοδότης» δεν είναι απόλυτα ακριβής, η αξιολόγηση δε θα μπορεί να αφορά και την τυχόν μοναδική προσφορά (Περάκης Ευ., ό.π., παρ. 72, σελ. 420-421).

Επιπροσθέτως παρέπεται ότι στη διαδικασία εκποίησης των κατ’  ιδίαν στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη δεν θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 149 ΠτΚ το σταδιακό άνοιγμα και η σταδιακή αξιολόγηση των υποβαλλόμενων έγγραφων ενσφράγιστων προσφορών και τούτο προκειμένου ακριβώς να αποφευχθεί ακριβώς η επικοινωνία των συμπαικτικών πλειοδοτών. Ειδικότερα, εάν ήθελε υποτεθεί ότι, διά της ερμηνευτικής προσεγγίσεως, η ανωτέρω διάταξη καταλείπει περιθώριο εφαρμογής του σταδιακού ανοίγματος των προσφορών και της εξακολούθησης της πλειοδοσίας, μετά το άνοιγμα όλων των έγγραφων προσφορών, με υποβολή προφορικών προσφορών μεταξύ των δύο πλειοδοτών που προσέφεραν το μεγαλύτερο τίμημα, τότε θα καταργούνταν η διαφάνεια και ο αποκλεισμός των συμπαικτικών προσφορών και συμφωνιών μεταξύ των συμμετεχόντων υποψήφιων πλειοδοτών, που ο νομοθέτης θέλει να διασφαλίσει ορίζοντας ότι οι προσφορές πρέπει να είναι έγγραφες και ενσφράγιστες, και μάλιστα στο μεταγενέστερο στάδιο του ανοίγματος τους. Άλλωστε, η μη πρόβλεψη τέτοιου σταδίου ευχερώς προκύπτει από την ίδια την, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σαφή και ορισμένη λεκτική διατύπωση της παραπάνω διάταξης, στην οποία αναφέρεται ότι οι προσφορές αποσφραγίζονται και μονογράφονται από τον εισηγητή, ο οποίος αν κρίνει την τιμή συμφέρουσα εγκρίνει την εκποίηση, άνευ προσθήκης λέξεων ή εκφράσεων που να υποδηλώνουν άνοιγμα και αξιολόγηση αυτών σε διαφορετικούς χρόνους.

Εκ της ίδιας δε παραπάνω, διατύπωσης του άρθρου 149 ΠτΚ, παρέπεται ότι, μετά το άνοιγμα των έγγραφων ενσφράγιστων προσφορών, δεν υφίσταται άλλο στάδιο και δη αυτό της συνέχισης του πλειστηριασμού με υποβολή προφορικών προσφορών κατά την διαγραφόμενη στο άρθρο 959 παρ. 2 του ΚΠολΔ διαδικασία, ως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015, ΦΕΚ A’ 87, καθόσον εν προκειμένω η πτωχευτική διαδικασία ξεκίνησε πριν από την 1.1.2016 (μεταβατική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου ένατου του αυτού άρθρου και νόμου). Αντιθέτως, προκύπτει ότι να προτιμήσει την οικονομικά συμφερότερη και εάν κρίνει, με αξιολόγηση των προαναφερόμενων κριτηρίων, αλλά και άλλων που ο ίδιος θα θέσει με γνώμονα το συμφέρον των πιστωτών, ότι δεν έχει υποβληθεί τέτοια, δεν προχωρά στην κατακύρωση του ακινήτου στον πλειοδότη που υπέβαλε την μεγαλύτερη προσφορά, ούτε και να προβαίνει σε κάλεσμα για υποβολή προφορικών προσφορών, αλλά ακολουθεί την διαγραφόμενη στο άρθρο 150 ΠτΚ, ως αυτό ίσχυε ως ανωτέρω αναφέρεται, διαδικασία.

Των ανωτέρω λεχθέντων, σε αναλογία άρθρων 139 και 140 του ΠτΚ, ως αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 8 παρ. 5 και 6, αντίστοιχα, του Ν 4446/2016, ΦΕΚ A’ 240/22.12.2016 (άρθρο 182 Ν 4446/2016), που ορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας για την εκποίηση του συνόλου της επιχείρησης του οφειλέτη μετά από απόφαση των πιστωτών και στις οποίες και μόνον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, είναι επιτρεπτή η αναφορά για κάλυψη τυχόν κενών, κατά γνήσια αναλογία δικαίου, εάν ήθελε υποτεθεί, χάριν πρόσθετης επάλληλης αιτιολογίας της παραπάνω δικανικής κρίσης του, ότι η ως άνω διατύπωση των άρθρων 149 και 150 ΠτΚ, ως τούτα εφαρμόζονται στην προκείμενη υπόθεση, αναφορικά με το άνοιγμα των υποβαλλόμενων προσφορών και τον τρόπο αξιολόγησης τους, είναι ατελής ως εμφανίζουσα κενό.

Επιπροσθέτως, η ανωτέρω κρίση του Εφετείου Εύβοιας,  που εξέδωσε την υπ’ αρ. 44/2017 απόφασή του, δεν αναιρείται από το ποια θέση θα ακολουθηθεί σχετικά με το ζήτημα της νομικής φύσης του κατ’ άρθρο 149 ΠτΚ πλειστηριασμού και δη εάν αυτός είναι εκούσιος (Λ. Κοτσίρης, ΠτΔ 2011, σελ. 696, Μητσόπουλος, ΕλλΔνη 1984, 873, Κουσούλης, ΔΕΕ 1995, 373, Ψυχομάνης, ΠτΔ 2012, σελ. 273) ή αναγκαστικός δημόσιος πλειστηριασμός (ΑΠ Ολ 10/2006 ΕΕμπΔ 2006, 444, ΑΠ 106/2012 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 1026/2010 ΕλλΔνη 2011, 768, ΑΠ 472/2010, ΑΠ 1393/2009, ΑΠ 1003/1994 και όμοιες 1002/1994 και 1001/1994, όλες δημοσιευμένες σε Nomos, που αφορούν ανακοπές υπό το καταργηθέν άρθρο 46α Ν 1892/1990, Μάζη, Εκκαθάριση, σελ. 52 επ.). Τούτο διότι, οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 149 και 150 του ΠτΚ είναι ειδικές σε σχέση με εκείνες του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την αναγκαστική εκτέλεση και ως τέτοιες κατισχύουν στην εφαρμογή έναντι των τελευταίων, καθόσον μάλιστα εναρμονίζονται προς τον σκοπό του πτωχευτικού δικαίου που είναι η συλλογική και σύμμετρη ικανοποίηση όλων των δανειστών του πτωχού, με επιδίωξη την ενιαία σύλληψη και αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας. Ο παραπάνω σκοπός είναι διαφορετικός από εκείνον των διατάξεων του ΚΠολΔ περί αναγκαστικής εκτέλεσης που είναι η πραγμάτωση του περιεχομένου του δικαιώματος συγκεκριμένου δανειστή ή συγκεκριμένων δανειστών με μέσα που χαρακτηρίζονται από ατομικότητα, γιατί η έννομη τάξη θέτει αυτά στη διάθεση καθενός των δανειστών του οφειλέτη και η χρήση τους επιτρέπεται στον δανειστή που φρόντισε να αποκτήσει τίτλο εκτελεστό και ειδικότητα, γιατί μπορεί να εφαρμοστούν σε συγκεκριμένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη, δηλαδή σε εκείνα που προσήλκυσαν την προσοχή και προτίμηση του συγκεκριμένου δανειστή και τα οποία εν πάση περιπτώσει είναι αναγκαία για να ικανοποιηθεί αυτός (Λ. Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 6η έκδ., παρ. 2, σελ. 32-33, Περάκης Ευ., ό.π., παρ. 1, σελ. 3). Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, από τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 151 του ΠτΚ, κατά την οποία «1. Επί εκποίησης της επιχείρησης του οφειλέτη ως συνόλου (άρθρα 135 επ.), η συμβολαιογραφική σύμβαση μεταβίβασης επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης των άρθρων 1003 επ. ΚΠολΔ. Το συνολικό ποσό του τιμήματος έναντι του οποίου έγινε η πώληση και μεταβίβαση της επιχείρησης επέχει θέση εκπλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. ΚΠολΔ. Η πράξη εξοφλήσεως ή μερικής εξοφλήσεως και πιστοποίησης ότι τηρήθηκαν ότι οι όροι που συμφωνήθηκαν για την εξασφάλιση της καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος, επέχει τη θέση περίληψης εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 ΚΠολΔ, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως όσα ισχύουν γι’ αυτή. 2. Επί των εκποιήσεων του παρόντος κεφαλαίου του κώδικα, η έγκριση του εισηγητή επί των Κινητών και η συμβολαιογραφική σύμβαση μεταβίβασης του ακινήτου επέχουν θέση κατακύρωσης των άρθρων 1003 επ. ΚΠολΔ, το ποσό του τιμήματος επέχει θέση εκπλειστηριάσματος και η πράξη εξόφλησης του τιμήματος επέχει θέση περίληψης εκθέσεως κατακυρώσεως, κατά το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως όσα ισχύουν γι’ αυτή». Τούτο διότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3588/2007, η παραπάνω διάταξη επισημαίνει τις πλέον συνήθεις και χρήσιμες αντιστοιχίσεις, τόσο στην εκποίηση της επιχείρησης του οφειλέτη ως συνόλου (άρθρα 135 επ. ΠτΚ), όσο και επί εκποιήσεων των κατ’ ιδίαν στοιχείων της επιχείρησης, ενόψει του ότι η πτώχευση, καίτοι αποτελεί συλλογική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, εμφανίζει ομοιότητες και αντιστοιχίες προς την ατομική αναγκαστική εκτέλεση του ΚΠολΔ και γι’ αυτό το λόγο παρίσταται ανάγκη πολλές φορές προσφυγής στις διατάξεις εκείνης προς ανάλογη εφαρμογή τους. Σύμφωνα δε με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, σε κάθε περίπτωση, αυτή η αναλογική εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή των ειδικότερων διατάξεων του πτωχευτικού δικαίου, ιδίως δε στην ενδιαφέρουσα εν προκειμένω περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 149 και 150 του ΠτΚ, των οποίων η διατύπωση και το νόημα είναι σαφή, ορισμένα και προσανατολισμένα στον προαναφερόμενο σκοπό του πτωχευτικού δικαίου.

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω, στην ένδικη υπόθεση, έπρεπε η εισηγήτρια της πτώχευσης να ανοίξει όλες τις υποβαλλόμενες έγγραφες και ενσφράγιστες προσφορές κατά τον ίδιο χρόνο, να αξιολογήσει αυτές ενιαία και ταυτόχρονα, ως προς το παραδεκτό και συμφέρον τους για τους πιστωτές και ακολούθως, με βάση τα κριτήρια που (ενδεικτικά) αναφέρονται παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας ή και άλλα, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον των πτωχευτικών πιστωτών, είτε να εγκρίνει την εκποίηση βάσει της πω συμφέρουσας οικονομικά προσφοράς, είτε σε διαφορετική περίπτωση να προβεί σε επανάληψη της διαδικασίας κατ` άρθρο 150 του ΠτΚ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της ανακοπής που άσκησε η ήδη εκκαλούσα, με τον οποίο προβλήθηκαν ακριβώς οι ανωτέρω πλημμέλειες στην διαδικασία του ανοίγματος των υποβαλλόμενων έγγραφων ενσφράγιστων προσφορών, στην αξιολόγησή τους και στον τρόπο κατακύρωσης, για τον λόγο ότι το άνοιγμα έγινε σταδιακά, η αξιολόγηση τους από την εισηγήτρια έγινε μεμονωμένα για την προσφορά της ίδιας (εκκαλούσας) και μετά την απόρριψή της ως άκυρης, ενιαία για τις λοιπές, ενώ στη συνεχεία, μετά το άνοιγμα όλων των λοιπών προσφορών, η πλειοδοσία συνεχίστηκε διά της υποβολής προφορικών προσφορών μεταξύ των δύο πλειοδοτριών εταιριών που υπέβαλαν τις μεγαλύτερες έγγραφες προσφορές, έπρεπε να κριθεί βάσιμος κατ` ουσίαν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε αυτόν ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της ήδη εκκαλούσας ανακόπτουσας εταιρίας να τον προβάλει, με το σκεπτικό που αναφέρθηκε παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, έσφαλε κατά την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου (44/2017 ΕΦ ΕΥΒΟΙΑΣ, NOMOS).

Το Εφετείο Εύβοιας με την ως άνω απόφασή του δέχθηκε εν τέλει την έφεση εν μέρει, δέχτηκε την ανακοπή που πρωτοβαθμίως είχει απορριφθεί και διέταξε επανάληψη του πλειστηριασμού.

Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί