Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Έλεγχος Καταχρηστικότητας Γενικών Όρων Συναλλαγών σε Συμβάσεις Factoring κατά τον Ν. 2251/1994 («Περί Προστασίας των Καταναλωτών»)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών”, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β` του Ν. 2741/1999 και πριν την αντικατάστασή του με το Ν.3587/2007 και έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός γενικού όρου συναλλαγών(ΓΟΣ) κρίνεται σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας. Η έννοια του «καταναλωτή» κατά το άρθρο 1 του Ν. 2251/1994 καταλαμβάνει και επαγγελματίες και εμπόρους, με την προϋπόθεση ότι είναι τελικοί αποδέκτες» των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Συνεπώς, και δεδομένου ότι οι υπηρεσίες πρακτορείες επιχειρηματικών απαιτήσεων «προσφέρονται στην αγορά» θα πρέπει να δεχθούμε ότι ο προμηθευτής υπάγεται κατ’ αρχήν στην έννοια του καταναλωτή του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 2251/1994 και τυγχάνει της προστασίας του. Συνεπώς, οι όροι της σύμβασης Factoring ελέγχονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 2251/1994, χωρίς να αποκλείεται ο έλεγχος με βάση τις γενικές ρήτρες του Αστικού Κώδικα (άρθρα 178-179, 288, 371). [Γεωργιάδης, Νέες Μορφές Συμβάσεων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 160].

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή Νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 “σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές”. Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι “ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση”. Η ανωτέρω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο “υπέρμετρη διατάραξη” της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία ομιλεί για “σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών”. Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου “υπέρμετρη διατάραξη” θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος “υπέρμετρη διατάραξη” να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει “ουσιώδη ή σημαντική” διατάραξη. Η ανάγκη αυτή εναρμονισμένης δηλαδή προς την οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο “διατάραξη” και μετά την απάλειψη του όρου “υπέρμετρη”, στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β` του Ν. 2741/1999. Τελικά, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του μεταγενέστερου ως άνω Ν.3587/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του ως άνω άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, επήλθε, πράγματι, πλήρης εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, εφόσον ορίσθηκε ρητά ότι απαγορεύονται και είναι άκυροι “Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή”. Με βάση δε την άνω ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, η οποία ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) αποτελεί εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα εκεί κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική ή ουσιώδης. Επιπλέον, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περίπτωση β` του Ν. 2251/1994, που ορίζει ότι “ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή”, οι δε παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης.

Ενόψει των ανωτέρω, ο Ν. 2251/1994 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών (ΟλΑΠ 15/2007, ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 1463/2017). Τέλος, εφόσον η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο, κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα(ΑΠ 1689/2013). Περαιτέρω, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ίδιου ως άνω Ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, αφού αυτοί θεωρούνται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η υπό το στοιχείο ε` περίπτωση, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και οι όροι που “επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση”, καθώς και η υπό το στοιχείο ια` περίπτωση, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που “χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή”. Εξάλλου και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ` αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας (239/2025 ΑΠ, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί