Έλεγχος καταχρηστικότητας, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, της άσκησης του δικαιώματος εκούσιας εξόδου του εταίρου από την ομόρρυθμη εταιρεία (άρθρο 261 Ν. 4072/2012)
Το άρθρο 261 του Ν. 4072/2012 ορίζει ότι «1. Ο εταίρος μπορεί με δήλωσή του προς την εταιρεία και τους λοιπούς εταίρους να εξέλθει από την εταιρεία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση. 2. Στην εταιρεία αορίστου χρόνου η αξία της συμμετοχής καταβάλλεται στον εξερχόμενο εταίρο στο τέλος της εταιρικής χρήσης. 3. Στην εταιρεία ορισμένου χρόνου η καταβολή της αξίας συμμετοχής στον εξερχόμενο εταίρο εξαρτάται από τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Αν το δικαστήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 259 κρίνει ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο εταίρος δεν έχει αξίωση για καταβολή της αξίας της συμμετοχής του».
Η ως άνω διάταξη εισάγει την αρχή της ελεύθερης εξόδου του εταίρου από την ομόρρυθμη (και την ετερόρρυθμη κατ’ άρθρο 271 παρ. 2 του αυτού ως άνω νόμου) εταιρεία, δικαίωμα που ασκείται οποτεδήποτε, χωρίς χρονικούς περιορισμούς και ελεύθερα, ήτοι χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου ή να εξαρτάται η άσκησή του από κάποια προϋπόθεση ή όρο, εκτός αν ορίζεται άλλως στο καταστατικό[1]. Λόγω, λοιπόν, της θεσπιζόμενης κατά τα ανωτέρω ελευθερίας άσκησης του δικαιώματος εξόδου, αμφισβήτηση του κύρους της δήλωσης εξόδου μπορεί να γίνει μόνον στο πλαίσιο της αναγνώρισης της καταχρηστικότητας της άσκησής του[2]. Όπως παρατηρείται[3], δεν μπορεί να θεμελιωθεί καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος από τον εξερχόμενο στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συμμετοχής του στην εταιρεία, όπως στο μέγεθος ή στο ύψος της αξίας της εταιρικής του συμμετοχής, στη σημαντική προσωπική συμβολή του στην πορεία της εταιρείας, στην πιστοληπτική του ικανότητα ή στο ύψος της περιουσίας του, εάν δεν συντρέχουν άλλα εξαιρετικά πραγματικά περιστατικά. Προσέτι, δεν μπορεί, εάν δε συντρέχουν και άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να θεμελιωθεί καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος εξόδου ούτε στις δυσμενείς συνέπειες που υφίσταται η εταιρεία λόγω της υποχρέωσης καταβολής στον εξερχόμενο της αξίας της εταιρικής του συμμετοχής, διότι, λόγω της ελεύθερης άσκησης του δικαιώματος εξόδου, δεν απαιτείται ειδικό έννομο συμφέρον του εξερχομένου για την άσκησή του, ενώ το συμφέρον της εταιρείας από την αποεπένδυση που συνεπάγεται η αποχώρηση του εταίρου προστατεύεται με τις ειδικές ρυθμίσεις των άρθρων 264 παρ. 3 (υποχρέωση του εξερχομένου να καλύψει τις ζημίες που του αναλογούν) και 269 παρ. 1 και 3 (διατήρηση επί πενταετία της προσωπικής ευθύνης του εξερχομένου). Είναι, άλλωστε, δυνατόν με βάση την καλή πίστη (288 ΑΚ) να επιβάλλεται η μετατόπιση του χρόνου καταβολής της αξίας της εταιρικής συμμετοχής, όπως είναι δυνατόν η αξίωση αυτή να ασκείται άκαιρα[4].
Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εξόδου δύναται να θεμελιωθεί, όταν ο εταίρος ασκεί το δικαίωμα εξόδου με πρόθεση να προκαλέσει βλάβη στην εταιρεία και εμμέσως στους λοιπούς εταίρους, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (κακοβουλία), ή όταν ασκεί το δικαίωμα εξόδου για να τους πιέσει, με σκοπό να επιτύχει ευνοϊκότερη διαμόρφωση της θέσης του στην εταιρεία ή την ικανοποίηση των συμφερόντων του εκτός της εταιρείας. Βέβαια, η πρόθεση πρόκλησης βλάβης είναι εξαιρετικά δυσαπόδεικτη. Εξ ετέρου, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή, στην περίπτωση της άσκησης του δικαιώματος εξόδου, η άποψη ότι είναι δυνατόν να συναχθεί αντικειμενικά η πρόθεση βλάβης από την έλλειψη σοβαρού συμφέροντος ή ωφέλειας από την άσκηση του δικαιώματος, διότι έτσι εισάγεται έμμεσα ως προϋπόθεση της άσκησης του δικαιώματος η ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Ακόμη, η άσκηση του δικαιώματος εξόδου μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τα όρια της 281 ΑΚ, όταν είναι απρόοπτη και προκαλεί κενό διοίκησης που έχει ως συνέπεια την παράλυση της λειτουργίας της εταιρείας ή την πρόκληση σημαντικών ζημιών που κλονίζουν την επιχειρηματική της πορεία. Όταν, ωστόσο, η απρόοπτη άσκηση του δικαιώματος εξόδου οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, αίρεται η καταχρηστικότητα. Τέλος, όταν η υπέρβαση των ορίων της 281 ΑΚ συνιστά και αδικοπραξία (281, 919 ΑΚ), την αγωγή αποζημίωσης ασκεί το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Για τα διαλαμβανόμενα στο παρόν άρθρο, βλ. Χ. Μαστροκώστα σε Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών (Επιμέλεια: Μ.-Θ. Μαρίνος, Γ. Τριανταφυλλάκη), Ερμηνεία κατ’ άρθρον (άρθρ. 249-294 Ν. 4072/2012), Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 477 επ., ιδίως δε σελ. 484-486, με περαιτέρω εκτενείς θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές.
[2] Βλ. και Β. Γ. Αντωνόπουλο, Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών (Ν. 4072/2012), Ε΄ Έκδοση, Μετά και το Ν. 4403/2016, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 119: «Σε κάθε περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος εξόδου πρέπει να πραγματοποιείται μέσα στα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ», Σ. Δ. Ψυχομάνη, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών, Δεύτερη Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 130: «Απομένει, ωστόσο, η δυνατότητα αμφισβήτησης της εγκυρότητας της, χωρίς λόγο, εξόδου του παραιτούμενου εταίρου, όταν αυτή γίνεται καταχρηστικά (ΑΚ 281)».
[3] Βλ. Χ. Μαστροκώστα, όπ.π., σελ. 484-486.
[4] Όπως επισημαίνεται, η άκαιρη άσκηση του δικαιώματος εξόδου δε θίγει το κύρος της δήλωσης εξόδου, ούτε επηρεάζει την επέλευση των αποτελεσμάτων της. Έχει ως συνέπεια την αποζημίωση της εταιρείας για την αδικαιολόγητη ζημία που της προκάλεσε η άσκηση του δικαιώματος εξόδου σε χρονικό σημείο που συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις, οι οποίες είχαν ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα της εταιρείας. Η γένεση υποχρέωσης αποζημίωσης προϋποθέτει υπαιτιότητα του ακαίρως εξερχομένου, η οποία θα κριθεί σύμφωνα με τον κανόνα της 746 ΑΚ. Βλ. Χ. Μαστροκώστα, όπ.π., σελ. 486.