Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ελλείψει διαταχθείσας αναστολής της διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ δίδεται η δυνατότητα παράλληλης άσκησης των ανακοπών των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 631, 632 παρ. 2, 904 παρ. 2 περ. α` και ε`, 918 παρ. 2 περ. α`, 919, 933 παρ. 3 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει προσωρινά και ύστερα από συνοπτική διαδικασία, κατά κανόνα χωρίς κλήτευση του οφειλέτη, την απαίτηση, δεν βεβαιώνει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση την ύπαρξη της απαίτησης, της οποίας την πληρωμή διατάσσει, αφού στον καθ’ ου οφειλέτη, παρέχεται δικαίωμα άμεσης αμφισβήτησης της γένεσης και της ύπαρξής της (και όχι μόνο της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής) με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής (πρώτα του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης άσκησής της και μετά από νέα κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής αυτής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πριν από την πάροδο και της δεύτερης αυτής προθεσμίας, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου (AΠ1538/2005 ΕλλΔνη 1006.118) και έτσι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 3 και 330 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, σε βάρος του οποίου επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό, δεν κωλύεται να προτείνει με την κατ` άρθρο 933 ΚΠολΔ ασκούμενη ανακοπή, ως λόγους ακυρότητας της εκτέλεσης, και ενστάσεις οι οποίες βάλλουν κατά το ουσία υποστατό της επιδικασθείσας απαίτησης (ΟλΑΠ 30/1987 ΝοΒ 36.96, ΑΠ 870/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 382/2002 Δ34.353, ΕφΑθ 33/2006 ΧΡΙΔΔ 2006.459, ΕφΘεσ 63/1997 Αρμ.1992.250, Μπρίνιας, Άμυνα κατά διαταγής πληρωμής ΝοΒ 24.501 επ. ιδία 504 – 507). Όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, η οποία στηρίζεται σε διαταγή πληρωμής και δεν έχει διαταχθεί η αναστολή της κατ` άρθρο 632 παρ.3 ΚΠολΔ, υπάρχει στη διάθεση του καθού, όχι μόνο η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αλλά και αυτή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Αν επιδοθεί στον καθού η εκτέλεση αντίγραφο του απογράφου της διαταγής πληρωμής με επιταγή για εκτέλεση αρχίζουν να τρέχουν οι προθεσμίες για άσκηση τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όσο και της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Και οι δύο ανακοπές έχουν διαπλαστικό χαρακτήρα. Η πρώτη όμως ανακοπή έχει ως αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, ενώ η δεύτερη την ακύρωση της πράξης εκτέλεσης που βάλλεται μ` αυτήν (ΕφΘεσ 63/1997 ο.π., ΕφΘεσ 1955/1989 Αρμ. 45.1237, Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δικ.Αναγκ.Εκτελ. Γενικό Μέρος, παρ. 34 VIII αριθμ. 38-39). Μια δεύτερη διαφορά των δύο ανακοπών αφορά τους λόγους που η κάθε μία μπορεί να περιέχει. Η ανακοπή του άρθρου 632 – 633 ΚΠολΔ μπορεί να στηρίζεται (μόνο) σε λόγους, οι οποίοι αφορούν την εν γένει ύπαρξη των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, άρα και την ύπαρξη της απαίτησης. Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με την ορθότερη (και κρατούσα) άποψη, μπορούν να περιλαμβάνουν τόσο αντιρρήσεις αναφορικά με τις τυπικές ελλείψεις του τίτλου, όσο όμως και αυτές που θίγουν την γέννηση, άσκηση ή απόσβεση της απαίτησης. Η ανακοπή, όμως, του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εκτός από τους παραπάνω λόγους, μπορεί επί πλέον να επικαλείται και λόγους που αφορούν την ακυρότητα της πράξης εκτέλεσης αυτής καθ` εαυτής, τα ελαττώματα δηλαδή της εκτελεστικής διαδικασίας (Π. Γέσιου – Φαλτσή, ο.π., παρ. 34 αριθμ. 40, Απαλαγάκη Επ.Επιτ. ΔΣΘ 1990, σελ. 103 επ., ιδία 103, παρατηρήσεις υπό την ΕφΘες 1955/1989 Αρμ. 45.1237, ΕφΘεσ 63/1997 ο.π.). Η παράλληλη άσκηση ή εκδίκαση των προαναφερθέντων δυο ενδίκων βοηθημάτων των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ μπορεί να εμφανιστεί όχι μόνο, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με τη μορφή της άσκησης ενός από αυτά ενώ υπάρχει ήδη εκκρεμοδικία ως προς το άλλο, αλλά και με τη μορφή της αντικειμενικής σώρευσης, όταν δηλαδή υφίστανται δικόγραφα ανακοπής που περιέχουν ένωση του αιτήματος τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ακύρωση διαταγής πληρωμής), όσο και εκείνου της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (κατά κανόνα πρόκειται για αίτημα ακύρωσης της επιταγής προς πληρωμή και σπανιότερα ακύρωσης της κατάσχεσης), τουτέστιν σώρευση των δύο ανακοπών με την έννοια του άρθρου 218 παρ.1 ΚΠολΔ.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναντίον του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, έχει προς άμυνά του την ανακοπή του αρθρ. 933 ΚΠολΔ, όταν όμως η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται βάσει διαταγής πληρωμής, έχει στη διάθεσή του ακόμα ένα ένδικό βοήθημα: την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 του ΚΠολΔ. Και οι δύο ανακοπές είναι ειδικότερες μορφές της γενικής ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται συμπληρωματικά και στις δύο, εφόσον συνάδουν με το χαρακτήρα τους. Επίσης, και οι δύο έχουν διαπλαστικό αίτημα: η πρώτη, την ακύρωση πράξεως της εκτελέσεως και η δεύτερη την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Ακόμη, τόσο ή μία όσο και η άλλη δεν έχουν αφ’ εαυτών ανασταλτικό αποτέλεσμα, απλά και στις δύο περιπτώσεις το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία ύστερα από αίτηση του οφειλέτη. Τέλος, οι «ισχυρισμοί» και οι «αντιρρήσεις» που στηρίζουν αντίστοιχα την ανακοπή των αρθρ. 632 και 633 αφενός, και 933 αφετέρου, μπορεί να ταυτίζονται και, συγκεκριμένα, να αναφέρονται τόσο στην απαίτηση όσο και στον εκτελεστό τίτλο (τη διαταγή πληρωμής), όμως διαφέρει το αίτημα της μιας ανακοπής από την άλλη, καθώς η ανακοπή των αρθρ. 632 και 633 βάλλει κατά της διαταγής πληρωμής ως τίτλου εκτελεστού, ενώ η ανακοπή του αρθρ. 933 στρέφεται κατά διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ανακοπή του άρθρου 933 εντάσσεται και λειτουργικά στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επίσης δε, και εξίσου σημαντικό, η ανακοπή του αρθρ.933 του ΚΠολΔ μπορεί να στηρίζεται και σε λόγους που δεν μπορεί να περιλάβει η πρώτη ανακοπή, όπως είναι εκείνοι που αναφέρονται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα του εάν η εκκρεμοδικία της ανακοπής του αρθρ. 632 μπορεί να εμποδίσει την ανακοπή του αρθρ. 933, όταν αυτή η δεύτερη στηρίζεται στους ίδιους λόγους, κατά την επικρατούσα άποψη, εκκρεμοδικία δεν υφίσταται, καθώς, λόγω των διαφορετικών αιτημάτων των δύο ανακοπών, λείπει η ταυτότητα του αντικειμένου, η οποία απαιτείται για να έχουμε εκκρεμοδικία. Όσον αφορά όμως τον κίνδυνο δημιουργίας αντιφατικών δεδικασμένων ως προς το προδικαστικό ζήτημα της υπάρξεως απαιτήσεως, η δεύτερη ανακοπή οφείλει να ανασταλεί σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ. Βάσει δε της ρητής διάταξης του αρθρ. 633ΚΠολΔ, σε περίπτωση που περάσει άπρακτη η προθεσμία του άρθρου αυτού, ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβάλλει με την ανακοπή του άρθρου 933ΚΠολΔ ούτε τις ενστάσεις που είχε κατά της απαιτήσεως, εμποδιζόμενος από το δεδικασμένο που απέκτησε η διαταγή πληρωμής. Στην περίπτωση τώρα που περάσει η προθεσμία του αρθρ. 632,κατά την επικρατούσα γνώμη, με την πάροδο της προθεσμίας του αρθρ. 632 επέρχεται έκπτωση μόνο από το δικαίωμα ασκήσεως της ανακοπή αυτής και δε δημιουργείται δεδικασμένο ως προς καμία ομάδα ενστάσεων και όλες μπορούν να προταθούν με την ανακοπή του 933. Επιπλέον, η εκπρόθεσμη ανακοπή του αρθρ. 632 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ισχύσει κατά μετατροπή ως ανακοπή του αρθρ. 933, λόγω της διαφοράς του αντικειμένου προσβολής και του επιδιωκόμενου στόχου. Όταν απορρίπτεται η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (για ουσιαστικούς λόγους) και η απορριπτική αυτή απόφαση γίνει τελεσίδικη, παράγεται ουσιαστικό δεδικασμένο για την απαίτηση, του οποίου τα όρια και η λειτουργία προσδιορίζονται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ. Έτσι οι λόγοι ανακοπής, οι οποίοι καλύπτονται από το δεδικασμένο σύμφωνα με το αρθρ. 330 είναι απαράδεκτοι αν προταθούν στη δίκη κατά της πράξεως εκτελέσεως (ΑΠ 870/2004, ΑΠ 1910/2004, Εφ Αθ6357/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι λόγοι που μπορούν να στηρίξουν τις δύο ανακοπές, ενώ κατά ένα μεγάλο μέρος αλληλοκαλύπτονται, παρ’ όλ’ αυτά δεν ταυτίζονται. Άλλωστε, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής του άρθρου 632 συγκροτείται αποκλειστικά από λόγους που αφορούν το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, η κρίση δε για την ύπαρξη της αξιώσεως αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κύριας κρίσεως περί του κύρους της διαταγής πληρωμής. Είναι, λοιπόν, λογικά αδύνατο ισχυρισμοί που δεν υπήρχαν κατά το χρόνο έκδοσής της να επιδρούν στο κύρος της. Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, ενώ νέοι ισχυρισμοί κατά της απαίτησης δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς με την ανακοπή του 933, μετά από την τελεσιδικία της ανακοπής του αρθρ. 632, η ομάδα των οψιγενών ισχυρισμών αποσβεστικών της απαίτησης είναι οι μόνοι που μπορούν να προταθούν παραδεκτά με το 933 στην περίπτωση αυτή. Η παραπάνω ανάπτυξη προκύπτει αβίαστα και από το συνδυασμό των άρθρων 933 § 3 και 330: Το δεδικασμένο δεν περιλαμβάνει και λόγους που δεν μπορούσαν να προταθούν, επειδή τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν δεν είχαν γεννηθεί στη διαγνωστική δίκη (Μονομελές Εφετείο Αθηνών 732/2020).

Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί