Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Έλλειψη προϋποθέσεων σώρευσης αγωγών. Διατάσσεται απλώς ο χωρισμός ή εξετάζεται η προτασσόμενη αγωγή και παραπέμπεται η αναρμοδίως εισαχθείσα αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο;

Με το άρθρο 218 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι «Περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολο τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισά­γονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος δια­δικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκαση τους δεν επιφέρει σύγχυση (§ 1). Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της § 1, διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και στην περίπτωση καθ` ύλην ή κατά τόπον αναρμο­διότητας εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47 (§ 2)». Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, η ένωση αντιφασκουσών αγωγών, κατά παράβαση της διάταξης της πρώτης παραγράφου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αλλά στην περίπτωση αυτή διατάσσεται από το δικα­στήριο ο χωρισμός τους, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου, που τέθηκε για την άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει κατά το προηγούμενο δίκαιο. Ο χωρισμός, βέβαια, προϋποθέτει αγωγές που ενώνονται αυτοτε­λώς και παραλλήλως και όχι επικουρικώς, οπότε στην τελευταία περίπτωση εξετάζονται (ΑΠ 387/1993 ΕλλΔνη 35. 1269, ΑΠ 787/1993 ΕλλΔνη 36. 864, ΑΠ 217/1992 ΕλλΔνη 36. 58, β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Τόμος Α, άρθρο 218, § 12, σ. 1150). Συνήθως υποβάλλονται με τη σώρευση διάφορα αιτήματα και αυτή είναι η κλασική περίπτωση. Ενδέχεται, όμως, να επιδιώκεται και το ίδιο αποτέλεσμα με περισσότερους λόγους, οπότε και πάλι υπάρχει τέτοια σώρευση. Πράγματι, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, αντικειμενική σώρευση υπάρχει και όταν υποβάλλεται μια αίτηση που θεμελιώνεται σε περισσότερες ιστορικές βάσεις, γιατί είναι πρόδηλο ότι από κάθε τέτοια βάση απορρέει αυτοτελές δικαίωμα, που θα μπορούσε να ασκηθεί με αυτοτελή αγωγή (ΕφΑΘ 3815/1997 ΤΝΠ-Νόμος). Η κυριότερη από τις προϋποθέ­σεις, για το επιτρεπτό της σώρευσης, είναι ότι οι περισ­σότερες αιτήσεις δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Έτσι, πρέπει να θεωρηθεί, ότι δύο αγωγές-βάσεις αντιφάσκουν μεταξύ τους όταν από νομική άποψη δια­φέρει ο σκοπός τους και σε περίπτωση αποδοχής τα αποτελέσματα τους ή οι προϋποθέσεις κάθε μιας είναι διαφορετικές λ.χ. η μία προϋποθέτει εγκυρότητα και η άλλη ακυρότητα της σύμβασης (ΕφΑΘ 4832/1979 ΝοΒ 28.112). Επίσης, θεωρείται ότι οι σωρευόμενες αγωγές αντιφάσκουν μεταξύ τους, όταν αλληλοαποκλείονται,σύμφωνα, δε, με τους κανόνες της λογικής αντιφατικές θεωρούνται οι κρίσεις που δεν μπορούν να ισχύουν συνάμα ως αληθείς. Καθώς η διαδικαστική πράξη δομεί­ται από τον πραγματικό ισχυρισμό και το αίτημα, η αντί­φαση είναι δυνατό να εντοπισθεί σε οποιονδήποτε από τους δύο παράγοντες. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω κρατούντα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι π.χ. οι αγωγές από­δοσης του μισθίου, που βέβαια όλες επιδιώκουν την απόδοση της χρήσης του μισθίου, αντιφάσκουν ουσια­στικά, όταν κάποιες από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις τους βρίσκονται σε αντίφαση ή όταν τα αποτελέσματα τους είναι αντιφατικά. Έτσι στην αγωγή αυτή η βάση του άρθρου 66 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει ενεργό μίσθωση, αφού δεν μεσολαβεί καταγγελία και λύση της, αντιφάσκει με όλες τις άλλες βάσεις, στις οποίες στη­ρίζεται όταν η μίσθωση έχει λυθεί είτε με καταγγελία (άρθ. 594 ΑΚ), είτε λόγω παρόδου του χρόνου (άρθ. 597 ΑΚ). Προσθέτως, υπό την ανωτέρω έννοια προβάλλο­νται αντιφατικοί αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί, όταν λ.χ, σωρεύονται αγωγές αναγνώρισης ως άκυρων των σχετικών συμβάσεων λόγω εικονικότητας (ΑΚ 138 § 1), αντίθεσης στα χρηστά ήθη (ΑΚ 179) και ακύρωσης λόγω απάτης, όταν σωρεύονται αγωγές αναγνώρισης ως άκυρων των σχετικών συμβάσεων λόγω ανικανότη­τας προς έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης και λόγω ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς (ΑΚ 131, 179), όταν σωρεύονται αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας διαθήκης λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη και αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας διαθήκης λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων κατά τον χρόνο σύνταξης αυτής (για όλα τα ανωτέρω βλ. σχετικώς Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, υπό το άρθρο 218, σελίδα 467, αριθμοί 5 και 6 με περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και στη νομολογία, ΕφΝαυπλ 17/2007, ΠΠρΚερκ 176/1999 ΤΝΠ-Νόμος). Περαιτέρω, καθ` όσον αφορά τις συνέπειες στην περίπτωση παρα­βίασης των απαγορεύσεων για την σώρευση, ο νόμος ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι το δικαστήριο ύστερα από αίτηση ή αυτεπαγγέλτως διατάσσει το χωρισμό. Για το ζήτημα αυτό δεν υπάρχει ομοφωνία. Συνήθως διατυπώνεται η άποψη, που βεβαίως βρίσκεται σε συμφωνία με το γράμμα της διάταξης, ότι διατάσσε­ται απλώς ο χωρισμός των αγωγών που αντιφάσκουν, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στον ενάγοντα να επιλέξει ποια από τις πολλές αγωγές θα ασκήσει (ΑΠ 510/1982 ΝοΒ 31. 352, ΕφΑΘ 3815/1997 ΕΔΠολ 2000.158, ΕφΑΘ 4329/1986 ΕλλΔυη 27.1332, ΕφΑΘ 835/1976 ΕΕΝ 204, Μπέης, ΠολΔ άρθ. 218, § ΙΙΙ-ΙΙ 977, Κεραμεύς, ΑστΔικονΔ, (1986), § 76, σ. 211 και σημ. 17). Η επιεικής άποψη, ότι δηλαδή δεν διατάσσεται ο χωρισμός αλλά εξετάζεται η προτασσόμενη αγωγή (ΕφΘεσ 496/1978 Αρμ 32.698), δεν φαίνεται, να βρίσκει έρεισμα στο νόμο, ενώ αντιθέτως μεταθέτει ανεπιτρέπτως το δικαίωμα και την ευθύνη της επιλογής από τον ενάγοντα στο δικα­στήριο (ΕφΝαυπλ 17/2007 ό.π., ΕφΑΘ 3815/1997 ό.π.). Ως εκ τούτου, κατά την κρατούσα γνώμη η ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 218 ΚΠολΔ ισχύει είτε πρό­κειται για αντίφαση πραγματικών ισχυρισμών, είτε για αντίφαση αιτημάτων (ΑΠ 217/1992 ΕλλΔνη 1995. 58). Στα πλαίσια, όμως, της έρευνας του προβλήματος αυτού και προς ολοκλήρωση των σχετικών παρατηρήσεων, ήταν σκόπιμο, όπως υποστηρίζει μία μερίδα της νομολο­γίας (ΕφΑΘ 10570/1984 ΝοΒ 33. 832, ΕφΠειρ 784/1979 ΕλλΔνη 21.149), να εξετάζεται η προτασσόμενη αγωγή, τόσον όταν η άλλη είναι νόμω αβάσιμη, οπότε και θα πρέπει να απορρίπτεται, χωρίς να διατάσσεται χωρι­σμός, αφού έτσι εξυπηρετείται η αρχή της οικονομίας της δίκης και το αληθινό συμφέρον των διαδίκων ακόμη δε και η ταχύτερη επίλυση των διαφορών, όσον και όταν η άλλη υπάγεται σε διαφορετική διαδικασία, οπότε το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, ενόψει της γενικότητας της § 2 του άρθρου 218 του ΚΠολΔ, η οποία δεν αρκείται μόνο στο χωρισμό, αλλά κάνει λόγο και για παραπο­μπή στο αρμόδιο δικαστήριο, ασφαλώς για την αναρμοδίως εισαχθείσα αγωγή μετά το χωρισμό, να παραπέμ­ψει αυτή, που εκδικάζεται με διαφορετική διαδικασία, σε ιδιαίτερη συζήτηση (άρθρο 591 § 2 ΚΠολΔ, βλ. ΠΠρΑΘ 2559/2014 αδημ., 3691/2015 ΠΠΡ ΑΘ).

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί