Έναρξη αποτελεσμάτων δικαστικής συμπαράστασης
Η διάταξη του άρθρου 1681 ΑΚ ορίζει ότι «Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση. Για την έναρξη όμως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει»[1].
Κατ’ εφαρμογή, λοιπόν, της ανωτέρω διατάξεως, τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση (1681 εδ. α΄ ΑΚ).Το αυτό ισχύει και για την τροποποιητική απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 1677 ΑΚ. Κατ’ εξαίρεση, για την έναρξη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει (1681 εδ. β΄ ΑΚ), ενώ το ίδιο ισχύει και για το εποπτικό συμβούλιο (1682 ΑΚ). Ο ανωτέρω διαχωρισμός μεταξύ του χρόνου έναρξης των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαράστασης και του χρόνου έναρξης του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη έχει ως συνέπεια τον υποχρεωτικό διορισμό, για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, ο οποίος έχει την επιμέλεια των υποθέσεων του συμπαραστατουμένου (1672 εδ. γ΄ ΑΚ και 805 παρ. 5 ΚΠολΔ). Την εποπτεία της συμπαράστασης στην περίπτωση διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη ασκεί ο ειρηνοδίκης (1682 εδ. δ΄ ΑΚ).
Ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 1681 εδ. α΄ ΑΚ, τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης ως προς τη δικαιοπρακτική ανικανότητα ή την περιορισμένη δικαιοπρακτική ανικανότητα του συμπαραστατουμένου, άρχονται από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης που κηρύσσει τη δικαστική συμπαράσταση.Η ρύθμιση αυτή στοχεύει στην παροχή άμεσης προστασίας, αφού υπάρχει πιθανότητα να τεθεί ένα πρόσωπο υπό δικαστική συμπαράσταση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Κατ’ εξαίρεση, όμως, η ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης αρχίζει (1719 εδ. β΄ ΑΚ) από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση ή συντάχθηκε η πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, με βάση τις οποίες διατάχθηκε η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση. Εάν ο συμπαραστατούμενος, από τον οποίο αφαιρέθηκε (ή έχει αφαιρεθεί) ρητά η ικανότητα να συντάσσει διαθήκη, συνέταξε διαθήκη προτού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που τον υπέβαλε σε δικαστική συμπαράσταση, η μεταγενέστερη τελεσιδικία της απόφασης δεν επιδρά στο κύρος της διαθήκης, εάν ο διαθέτης πεθάνει πριν από την τελεσιδικία (1720 εδ. α΄ ΑΚ).Όπως παρατηρείται νομολογιακά επί των προβλέψεων των άρθρων 1719 εδ. β΄ ΑΚ και 1720 εδ. α΄ ΑΚ[2],«Από το συνδυασμό των παραπάνω άρθρων προκύπτει ότιτο υπό δικαστική συμπαράσταση πρόσωπο είναι ανίκανο να συντάξει διαθήκη από τη στιγμή υποβολής της σχετικής αίτησης ή πράξης προς εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση. Αν παρά ταύτα αυτό μετά την υποβολή της αίτησης συντάξει διαθήκη και αποβιώσει πριν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη, τότε η διαθήκη γίνεται αναδρομικά έγκυρη μόνο όμως στην περίπτωση που η απόφαση που τον υπέβαλε στην δικαστική συμπαράσταση αφορούσε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση με ρητή απαγόρευση σύνταξης διαθήκης. Αντιθέτως, η διαθήκη παραμένει άκυρη κατ’ άρθρο 1718 ΑΚ αν η απόφαση είχε διατάξει την πλήρη δικαστική συμπαράσταση, εξαίρεση η οποία δικαιολογείται από τη διαφορά βαρύτητας μεταξύ των δύο ως άνω ειδών στερήσεως(Βλ. σχετ. Π. Φίλιου, Κληρονομικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, 2003, σελ. 165. Ι. Καρακώστα, Αστικός Κώδικας, 2008, τόμος 9ος σελ. 58)».
Η δικαιοπρακτική ανικανότητα του συμπαραστατουμένου αρχίζει, ως εκτέθηκε, από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, που μπορεί να εξαφανισθεί από το εφετείο, αφού ο συμπαραστατούμενος, όταν έχει συμπληρώσει το 16οέτος της ηλικίας του, είναι πλήρως ικανός να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και να ασκεί ένδικα μέσα (802 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η ανικανότητα του συμπαραστατουμένου τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της τελεσίδικης απόρριψης της σχετικής αίτησης. Τούτο σημαίνει ότι, σε περίπτωση εξαφάνισης από το εφετείο της απόφασης που κηρύσσει τη δικαστική συμπαράσταση, ανατρέπονται από την αρχή τα αποτελέσματά της και, έτσι, οι δικαιοπραξίες που συνήψε στο διάστημα αυτό ο συμπαραστατούμενος, καθίστανται αναδρομικά, ήτοι από το χρόνο τέλεσής τους, έγκυρες, εκτός εάν συντρέξει περίπτωση της 131 ΑΚ.
Τέλος, σημειούται ότι η κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης συνεπάγεται την παύση της πληρεξουσιότητας (223 ΑΚ σε συνδυασμό με 128 ΑΚ), αποτελεί λόγο λύσης της εταιρείας (775 ΑΚ), εάν δεν υπάρχει συμφωνία για συνέχισή της μεταξύ των λοιπών εταίρων, και επιφέρει αδυναμία άσκησης της γονικής μέριμνας (1510 παρ. 3 εδ. α΄ ΑΚ).
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1]Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Ε΄, Οικογενειακό Δίκαιο, Άρθρα 1346-1694, Αθήνα 2004, σελ. 1415-1416 (υπό άρθρο 1681), Κ. Α. Παπαδόπουλο, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, Θεωρία – Νομολογία – Πράξη, Τόμος Β΄, Αθήνα 2003, σελ. 739-741, Έ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, ΙΙ, Δ΄ Έκδοση, 2008, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σελ. 546 επ., με περαιτέρω παραπομπές.
[2]Βλ. ΠΠΑ 3966/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΕφΑΔ 2016, σελ. 280 με παρατηρήσεις Δ. Γ. Συνοδινού = ΧρΙΔ 2016, σελ. 211.