Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Εννοιολογικός προσδιορισμός των εξωεταιρικών συμφωνιών καθώς και το νομοθετικό καθεστώς που τις διέπει (ΠΠρωτΣάμου 25/2012, δημ. ΧρΙΔ 2012, 528= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Από τη μετοχική ιδιότητα γεννιούνται σχέσεις μόνο μεταξύ των μετόχων αφενός και της εταιρίας αφετέρου, ως νομικού προσώπου. Έννομες σχέσεις μεταξύ των μετόχων δεν γεννιούνται, όπως θα συνέβαινε, αν η εταιρία δεν είχε νομική προσωπικότητα. Όμως, δεν αποκλείεται μεταξύ των μετόχων ή μετόχων και τρίτων να υπάρχουν εξωεταιρικές συμφωνίες. Δηλαδή, αυτοτελείς γραπτές ή προφορικές δεσμεύσεις ενοχικής φύσης, που υποχρεώνουν τους συμβληθέντες (και μόνο αυτούς) σε ορισμένη συμπεριφορά πέρα από την έναντι της εταιρίας συμπεριφορά που επιβάλλουν οι καταστατικές διατάξεις και ο νόμος.

Στο κοινό και όχι στο εταιρικό δίκαιο υπάγονται ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί από όλους τους μετόχους. Οι συμφωνίες αυτού του είδους είναι καταρχήν έγκυρες (άρθρο 361 του Α.Κ.), εκτός αν παραβιάζουν απαγορευτικές διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού ή αντίκεινται στα χρηστά ήθη. Οι συνηθέστερες από τις εξωεταιρικές συμφωνίες είναι εκείνες που αναφέρονται στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου στη γενική συνέλευση ή στη μη μεταβίβαση των μετοχών. Με αυτές οι μέτοχοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ψηφίσουν στη γενική συνέλευση προς μία ορισμένη κατεύθυνση ή να μη μεταβιβάσουν τις μετοχές τους γενικώς ή προς ορισμένα πρόσωπα.

Παρ’ όλα αυτά, ο τρίτος έγκυρα αποκτά μετοχές που του μεταβιβάζει μέτοχος κατά παράβαση συμβατικής (εξωεταιρικής) δέσμευσης του, χωρίς να αποκλείεται η σε βάρος του τρίτου υποχρέωση αποζημίωσης, αν αποδειχθεί κακή πίστη ή συμπαιγνία του με τον μεταβιβάζοντα. Εξάλλου, η παράβαση των έγκυρων εξωεταιρικών συμφωνιών δεν γεννά αξίωση προς εκτέλεση, αλλά μόνο αξίωση προς αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Μάλιστα, η τήρηση των συμφωνιών συνήθως εξασφαλίζεται με τη συνομολόγηση ποινικών ρητρών για την περίπτωση αθέτησης της συμφωνίας (βλ. σχετικώς Βασίλη Αντωνόπουλο, Δίκαιο Α Ε. και Ε.Π.Ε., Γ’ Εκδοση, σελ. 41-43).

Εντούτοις, η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπόμενη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ` αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν στοχεύει ως ένα μέσον πιέσεως στην εξασφάλιση της εκπληρώσεως της κύριας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημιώσεως, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του (άρθρο 405 παρ. 2 ΑΚ). Κατά συνέπεια, μεταξύ των προϋποθέσεων της γνήσιας ποινικής ρήτρας είναι η ύπαρξη κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας αμέσως επηρεάζει και εκείνη της παρεπόμενης ενοχής της ποινικής ρήτρας, κατ’ άρθρο 408 ΑΚ (ΑΠ 17/2011, Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ. ΧρΙΔ 2011, σελ. 581, ΕλλΔνη 2011 σελ. 791).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί