Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ένορκες βεβαιώσεις χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου

Εκ πρώτης ανάγνωσης του τίτλου και μόνο του παρόντος άρθρου θα οδηγείτο κανείς σχεδόν ενστικτωδώς στις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ και δικαιολογημένα θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί καταφανούς νομικού σφάλματος. Πράγματι, στα πλαίσια της πρώτης παραγράφου του άρθρου 422 ΚΠολΔ η προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, για να προβάλει ενδεχομένως αντιρρήσεις και ενστάσεις του, ανάγεται σε ουσιαστική και βασική προϋπόθεση για τη νομότυπη λήψη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, ενώ εξειδικεύεται η διαδικασία και τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να περιέχονται στη σχετική κλήση, ήτοι: «Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα». Η έννομη δε συνέπεια, η οποία απορρέει από τη μη τήρηση της προπεριγραφείσας διαδικασίας, προβλέπεται στο άρθρο 424 ΚΠολΔ, δυνάμει του οποίου καθίσταται σαφές ότι: «Ένορκη βεβαίωση που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων».

Αξίζει ωστόσο να παρατηρηθεί ότι τα ανωτέρω δεν ισχύουν κατά την εκδίκαση υποθέσεων με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Απεναντίας, στην ειδική αυτή διαδικασία λαμβάνονται υπόψη από το εκάστοτε αρμόδιο Δικαστήριο και ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου. Η παραδοχή αυτή καθώς και τελολογία της απόκλισης από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ αναδεικνύεται ευχερώς στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 1857/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου (TNΠ NOMOS), όπου υπογραμμίζονται τα εξής: «[…] Κατά τη διάταξη του άρθρ. 690§1 ΚΠολΔ, σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 691§1 του ίδιου Κώδικα, που εισάγει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εν μέρει το ανακριτικό σύστημα, συνδυαζόμενο πάντως και με το συζητητικό σύστημα (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτρεπτή η λήψη υπόψη ένορκων βεβαιώσεων ανεξάρτητα από το αν έχει προηγουμένως κληθεί να παραστεί κατά τη σύνταξή τους ο αντίδικος του επιμεληθέντος τη σύνταξή τους, αφού αυτό επιβάλλει η ταχύτητα της όλης διαδικασίας που αποσκοπεί στην παροχή προσωρινής μόνον δικαστικής προστασίας με την έκδοση απόφασης προσωρινής αντίστοιχα ισχύος κατά το άρθρ. 695 ΚΠολΔ. Ετσι αντισταθμίζεται και ο όποιος κίνδυνος από τη σύνταξη ένορκων βεβαιώσεων για να χρησιμοποιηθούν σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να έχει προηγηθεί η κλήση του αντιδίκου. Το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας, που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά την αντίστοιχη διαδικασία, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή. Μάλιστα η παραπάνω άποψη ενισχύεται στο πλαίσιο της από 25.10.1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης και από τις ρυθμίσεις των άρθρ. 14 και 15 αυτής, που καθιερώνουν σε ειδικότερα θέματα την ελεύθερη απόδειξη […]».

Εν όψει των ανωτέρω καθίσταται ευκρινές ότι σε δίκες ασφαλιστικών μέτρων λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, για τον λόγο ότι ναι μεν εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των μη πληρούντων τους όρους του Νόμου αποδεικτικών μέσων, αλλά το εκάστοτε αρμόδιο Δικαστήριο δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να τις λάβει υπόψη υπό την έποψη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 690, ΚΠολΔ, όπου προβλέπεται ότι: «Σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών.», σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στο άρθρο 347 ΚΠολΔ, ήτοι: «Όπου ο νόμος θεωρεί αρκετή την πιθανολόγηση το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματίσει πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών».

Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος Αθηνών

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί