Ένορκη βεβαίωση – Μη αναγκαία η επίκληση και η προσκόμιση της έκθεσης επίδοσης της κλήσης προς τον αντίδικο για να παραστεί κατά τη λήψη της, εφόσον ο τελευταίος ομολογεί ότι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων (άρθ. 421 επόμ. ΚΠολΔ) από το Δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίσθηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο (2) τουλάχιστον ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 439/2017, ΑΠ 722/2016). Η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο Δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθ’ εαυτή. Η βεβαίωση, δε, του Δικαστηρίου ότι προσκομίζεται ή όχι ένα έγγραφο, αφορά σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 946/2018, ΑΠ 708/2015). Ωστόσο, η επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού επιδόσεως δεν είναι αναγκαία, όταν ο αντίδικος του επικαλουμένου την ένορκη βεβαίωση, ομολογεί με τις προτάσεις του τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του για να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης.
Με βάση τις σκέψεις αυτές, ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 139/2024 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έκρινε τα κάτωθι: «Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 19-10-2020 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός, προς απόδειξη των λόγων της εφέσεώς του για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε απορρίψει την αγωγή του και των αγωγικών του ακολούθως ισχυρισμών, επικαλέσθηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων και αντίγραφο της υπ’ αριθ. […]/12-8-2019 ένορκης βεβαίωσης των […] και […] που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σκύδρας ως νέου αποδεικτικού μέσου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 529 ΚΠολΔ και επικαλέστηκε για τη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων για τη λήψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης τις υπ’ αριθμ. […] εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Έδεσσας […]. Το Εφετείο με την απόφασή του δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί απορρίψεως κατ’ ουσίαν της εφέσεως την εν λόγω ένορκη βεβαίωση με την αιτιολογία, ότι “δεν προσκομίστηκαν οι εκθέσεις επίδοσης της κλήσης προς τους αντιδίκους του για να παραστούν κατά τη σύνταξή της”. Από την επισκόπηση όμως των από 12-11-2020 προτάσεων των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου κατά την ίδια συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει πως αυτοί ομολογούν ότι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 29-7-2019 για να παραστούν κατά τη σύνταξη της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης την 12-8-2019 στον Ειρηνοδίκη Σκύδρας και συνεπώς δεν απαιτείτο η επίκληση και προσκομιδή της εκθέσεως επίδοσης της κλήσης τους για να παραστεί ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά τη σύνταξη της ένορκης αυτής βεβαίωσης (ΑΠ 638/2015 ad hoc ΑΠ 1323/2017, ΑΠ 1206/2019). Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη αυτή βεβαίωση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 γ΄ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.».
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr