Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ενόσω συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 5 του ν. δ. 4104/1965 περιορίζεται αντιστοίχως η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ σε σχέση με το δικαίωμα του ζημιωθέντος να απαιτήσει αθροιστικώς την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το ασφαλιστικό ταμείο (ΜονΕφΠειρ 354/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Σύμφωνα με το άρθρο 930 § 3 Α.Κ. ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, κατά την οποία η κατά του ζημιώσαντος αξίωση του παθόντος για αποζημίωση δεν μπορεί να αποκρουσθεί από τον ζημιώσαντα εκ του λόγου ότι άλλος εκ του νόμου υποχρεούμενος προσέφερε στον παθόντα υπηρεσίες πέραν από τις συνήθεις. Διότι κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι τρίτος είναι υπόχρεος από το νόμο ή εξ άλλου λόγου να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε (ΑΠ 132/2010, ΑΠ 833/2005 δημ. Νόμος, ΑΠ 371/2001, ΝοΒ 50.347, Αθ. Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Συμπλήρωμα Εκδ. 1998 σελ. 77 -78).

Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (ολομ. ΑΠ 807/1973 & ΕφΠατρ 336/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 930 § 3 Α.Κ. αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του. Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Ο παραπάνω σκοπός της διάταξης του άρθρου 930 § 3 Α.Κ. επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής.

Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 § 3 Α.Κ., παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημιώσεως.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι «άλλος» με την έννοια της ως άνω διατάξεως μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λπ.). Επομένως, κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 § 3 Α.Κ., ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως (ΑΠ 1488/2014, ΑΠ 384/2013, ΑΠ 347/2009, ΑΠ 1127/2002, ΑΠ 1213/2001 & ΕφΠατρ 336/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης από τον αδικήσαντα και της παροχής του τρίτου ΔΕΝ υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο ΙΚΑ το οποίο είτε κατέβαλε είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικοασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 1127/2002, ΑΠ 1213/2001, ΑΠ 928/1994 & ΕφΠατρ 336/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν. δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναπηρίας ή θανατώσεως ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημιώσεως του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του, η απορρέουσα από τα άρθρα 928 και 929 Α.Κ., κατά του υπόχρεου, μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως στο ΙΚΑ της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο και των αξιώσεων αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία δε αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές τελούν μεταξύ τους, από χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Εφόσον συντρέξουν, λοιπόν, οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαιτήσεως στο ΙΚΑ (ΑΠ 123/2010, ΑΠ 803/2004, ΕφΠατρ 996/2007, δημοσιευμένες όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην συνέχεια, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ α’ 272/21.12.2006 και έκτοτε τέθηκε σε ισχύ, οι διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξαρτήτως απασχολουμένων, καθώς και στον ΟΓΑ. Δηλαδή ΔΕΝ εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληξη της συντάξεως και της αποζημιώσεως κατά το άρθρο 928 του Α.Κ. Ενόσω, επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω νόμων, περιορίζεται αντιστοίχως η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ σε σχέση με το δικαίωμα του ζημιωθέντος να απαιτήσει αθροιστικώς την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από τα ως άνω ασφαλιστικά ταμεία (βλ. ΑΠ 123/2010, ΑΠ 803/2004, ό.π.).

Για το λόγο αυτό το Εφετείο Πατρών στην υπ’ αριθμ. 336/2021 απόφασή του, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, έκρινε ότι επειδή ο παθών – ενάγων προσκόμισε τις αποδείξεις που αφορούσαν τις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για την αποκατάσταση της υγείας του, εν πρωτοτύπω, στην πραγματικότητα ο τελευταίος είχε παραιτηθεί από την (όποια) αξίωσή του να απαιτήσει κάποια από τις επίδικες παροχές από τον ασφαλιστικό του φορέα. Μάλιστα το ως άνω Δικαστήριο ανέπτυξε και το εξής σκεπτικό: «Και ναι μεν ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 18 Ν. 1645/1986 ότι επέρχεται αυτοδικαίως η μεταβίβαση της αξιώσεως αποζημιώσεως από τον παθόντα-ασφαλισμένο στο Ι.Κ.Α. (ήδη Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας» (Ε.Ο.ΠΎ.Υ.) – άρθρο 17 παρ. 1 και 2 Ν. 3918/2011, Φ.Ε.Κ. 31 Α/02.03.2011) όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 116/2010, ΑΠ 598/2009), πλην όμως η μεταβίβαση αυτή τελεί λογικώς υπό τη διαλυτική αίρεση ότι ο ασφαλιστικός φορέας θα χορηγήσει παροχές στον ασφαλισμένο του εξαιτίας του ατυχήματος. Αν τελικώς ο ασφαλιστικός φορέας δεν επιβαρυνθεί με καμία παροχή προς τον ασφαλισμένο του είτε γιατί ο τελευταίος δεν προέβη σε γνωστοποίηση προς αυτόν είτε γιατί αυτός (ασφαλισμένος) δεν θέλησε να κάνει χρήση των παροχών αυτών, τότε ανατρέπεται η κατ’ αρχήν επελθούσα μεταβίβαση της αξιώσεως και μόνος δικαιούχος να αξιώσει την αποζημίωσή του είναι ο παθών-ενάγων (ΜονΕφΑΘ 755/2020 ΝΟΜΟΣ).».

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί