Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300) – Έννοια & Προϋποθέσεις
Κατά το άρθρο ΑΚ 300, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν έχει επιστήσει την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε ώφειλε να γνωρίζει.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης [1], αν αυτός που ζημιώθηκε έχει συντελέσει με τη δική του συμπεριφορά στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του, θα ήταν άδικο να αγνοηθεί το γεγονός αυτό και να φέρει ο υπαίτιος της ζημίας την πλήρη ευθύνη αποζημίωσης [2]. Η ρύθμιση της διάταξης αυτής είναι γενική, ισχύει, δηλαδή, για κάθε είδους ευθύνη προς αποζημίωση και μάλιστα έχει εφαρμογή ακόμα και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης [3], καθώς επίσης και στην περίπτωση της αντικειμενικής ευθύνης ή/και της ευθύνης από διακινδύνευση [4]. Σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι ο περιορισμός της έκτασης της ευθύνης και της υποχρέωσης προς αποκατάσταση της ζημίας εκ μέρους του ζημιώσαντος. Τούτο σημαίνει πως πληρουμένων των προϋποθέσεων της διάταξης αυτής, το δικαστήριο μπορεί είτε να μην επιδικάσει αποζημίωση, είτε να μειώσει το ποσό αυτής.
Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου αυτού είναι, εκτός από την υποχρέωση του οφειλέτη για αποζημίωση λόγω επέλευσης ζημίας [5] εξαιτίας οικείου πταίσματος [6], η συμβολή του ίδιου του ζημιωθέντος στη ζημία του ή την έκτασή της. Απαιτείται, δηλαδή, η ύπαρξη «συντρέχοντος πταίσματος» του ζημιωθέντος. Αυτό σημαίνει ότι ο ζημιωθείς πρέπει να έχει συντελέσει ο ίδιος με δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της. Αν και η διάταξη κάνει λόγο για «πταίσμα», με τη λέξη αυτή δεν νοείται η υπαιτιότητα με τη δογματική έννοια του άρθρου ΑΚ 330, ούτε και απαιτείται για την εφαρμογή της κατ’ ανάγκην η μη τήρηση απέναντι στους τρίτους της επιβαλλόμενης από το δίκαιο συμπεριφοράς, αλλά αναφέρεται και αρκείται στη μη τήρηση της συμπεριφοράς εκείνης που επιβάλλεται από τις κοινωνικές περιστάσεις και τις κρατούσες κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις, η οποία συντελεί στην πρόκληση της ζημίας ή στην επέκτασή της. Με άλλα λόγια, σαν πταίσμα νοείται οποιαδήποτε υπαίτια θετική ή αποθετική / αρνητική συμπεριφορά αυτού που έχει ζημιωθεί και η οποία γεννά ευθύνη (υποκειμενική ή αντικειμενική) για αποζημίωση, χωρίς να χρειάζεται να είναι η συμπεριφορά αυτή καθ’ εαυτή παράνομη· αρκεί να αντίκειται στην καλή πίστη [7]. Το υπόψη άρθρο αναφέρεται στη συμπεριφορά εκείνη του ζημιωθέντος που συνίσταται σε παράλειψη περιορισμού ή αποτροπής της ζημίας, καθώς και στην περίπτωση όπου ο ζημιωθείς δεν επέστησε την προσοχή του ζημιώσαντος σε ασυνήθιστα μεγάλο κίνδυνο. Εδώ η παράλειψη είναι παράνομη -οπότε και πρόκειται για παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας- στο βαθμό που ο ζημιωθείς είχε υποχρέωση εκ του νόμου ή από σύμβαση ή από τις γενικές αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και εφόσον μπορούσε να προβλέψει -έστω και κατά προσέγγιση- τον κίνδυνο της ζημίας και να λάβει μέτρα για την αποτροπή της [8], ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει ο οφειλέτης / ζημιώσας να μην είχε τη δυνατότητα σχετικής πρόβλεψης [9]. Τέλος, για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης του άρθρου ΑΚ 300 απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και του πταίσματος του ζημιωθέντος.
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Παπαχρήστου Α., Ενοχικόν Δίκαιον, άρθρο 300, παρ. 1, σελ. 132 με παραπομπή σε ΑΠ 1002/1980 ΝοΒ 1981, 331.
[2] Βλ. Τσάκου Νικολάου, Οι ενστάσεις του Αστικού Δικαίου και της Πολιτικής Δικονομίας, τεύχος Γ’, Γ’ έκδοση, 2005, σελ. 352 επ.
[3] Βλ. Γεωργιάδη Α.-Σταθόπουλου Μ., Αστικός Κώδικας, άρθρο 300, παρ. 2, σελ. 106 με παραπομπή σε ΑΠ 536/1964 ΝοΒ 1965, 127.
[4] Βλ. Γεωργιάδη Α.-Σταθόπουλου Μ., ό.π. σελ. 107, Καράκωστα Ι., Αστικός Κώδικας, σελ. 82, παρ. 179 με παραπομπές σε ΑΠ 241/2004, ΑΠ 1289/2003 ΤΝΠ Νόμος, Σταθόπουλου Μ., Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 200, παρ. 2, εδ. β’, άρθρο 300 με σχετικό παράδειγμα.
[5] Είτε είναι αυτή ενδοσυμβατική, είτε προσυμβατική, ήτοι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, είτε εξωσυμβατική.
[6] Αν δεν υπάρχει υποχρέωση για αποζημίωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μείωση ή μη επιδίκαση αποζημίωσης, οπότε και δεν εφαρμόζεται η διάταξη αυτή. Αυτό μπορεί να ισχύει π.χ. στην περίπτωση που ο ζημιώσας δεν είχε υπαιτιότητα ή ικανότητα προς καταλογισμό ή στην περίπτωση που συντρέχει ad hoc κάποιος ειδικός ή γενικός λόγος άρσης του παράνομου / άδικου χαρακτήρα της πράξης του. Βλ. Γεωργιάδη Α.-Σταθόπουλου Μ., ό.π. σελ. 107.
[7] Βλ. Θεράπου Σοφία, Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, Άρθρο 300ΑΚ, σελ. 260, §9, στο συλλογικό έργο «Ενστάσεις κατά τον Αστικό Κώδικα 1», επιμέλεια, Ελευθέριος Καστρήσιος, 2011, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη.
[8] Βλ. Θεράπου Σοφία, ό.π. σελ. 260, §7.
[9] Βλ. Τσάκου Νικολάου, ό.π. σελ. 354, με περαιτέρω παραπομπή σε Λυμπερόπουλο Κ., Ενημερωτικό σημείωμα, ΕλλΔνη 24, 1018.