Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Επέκταση της προβλεπόμενης υπέρ του Δημοσίου αναστολής των δικονομικών προθεσμιών κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών και στους ιδιώτες διαδίκους

Στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 11 του κ.δ. της 26-6/10.7.1944 «περί κώδικος των νόμων περί των δικών του Δημοσίου» (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ), όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 12 Ν. 3514/2006 και 25 παρ. 3 Ν. 3610/2007, ορίζεται ρητά ότι: «Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων…. ». Συνάγεται, λοιπόν, ευχερώς ότι σε όλες τις δίκες του Δημοσίου οποιαδήποτε δικονομική προθεσμία, συμπεριλαμβανομένης προφανώς και εκείνης του άρθρου 237 ΚΠολΔ, αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από την 1η Ιουλίου μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 11, παρ. 2 Ν.1756/1988. Σημειώνεται, βέβαια, ότι ενόψει του πλέον πρόσφατου Ν.4792/2021, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ.Α΄ 54/09.04.2021, και της διάταξης του άρθρου 26 ειδικότερα, προβλέπεται ότι το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών για το τρέχον δικαστικό έτος, το οποίο λήγει στις 15 Σεπτεμβρίου 2021, άρχεται την 1η Ιουλίου 2021 και λήγει την 31η Αυγούστου 2021.

 Το σημαντικότερο και πιο κρίσιμο στοιχείο εν σχέσει με την ανωτέρω προβλεπόμενη αναστολή των δικονομικών προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου κατά τις δικαστικές διακοπές συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι η αναστολή αυτή ισχύει για λόγους ισότητας, όχι μόνο για το Δημόσιο αλλά και για τους άλλους ιδιώτες διαδίκους στην ίδια υπόθεση (ΟλΑΠ 12/2002, ΣτΕ 2807/2002 ΤΝΠ MOMOS).

Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, υπό το πρίσμα της υπ’ αριθμ. 45/2020 απόφασής Του (ΤΝΠ NOMOS), κλήθηκε να αντιμετωπίσει το ανωτέρω αναλυθέν ζήτημα της επέκτασης της αναστολής των δικαστικών διακοπών και προς όφελος των ιδιωτών διαδίκων, κρίνοντας ως παραδεκτό, νόμω και ουσία βάσιμο σχετικό ισχυρισμό ιδιώτη διαδίκου και εκκαλούντος: « […] Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του κ.δ. της 26-6/10.7.1944 «περί κώδικος των νόμων περί των δικών του Δημοσίου» (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ), όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 12 Ν. 3514/2006 και 25 παρ. 3 Ν. 3610/2007, «Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων…. ». Από τη διάταξη αυτή εξάγεται ότι  σε όλες τις δίκες του Δημοσίου  οποιαδήποτε δικονομική προθεσμία (άρα και αυτή της διάταξης του άρθρου 237 § 4 ΚΠολΔ), αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (από την 1η Ιουλίου μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 11 §  2 του Ν. 1756/1988) και η αναστολή αυτή ισχύει για λόγους ισότητας, όχι μόνο για το Δημόσιο αλλά και για τους άλλους ιδιώτες διαδίκους στην ίδια υπόθεση (ΟλΑΠ 12/2002 ΕλλΔνη 2002.693, ΑΠ 415/2016 και ΑΠ 1337/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2316/2009 ΝοΒ 2010.1472). Στην προκείμενη περίπτωση η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα με την προσβαλλόμενη απόφαση θεωρήθηκε δικονομικώς απούσα,  ως έχοντας καταθέσει εκπρόθεσμα προτάσεις και προσθήκη, καθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την αναστολή της δικονομικής προθεσμίας κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών που ίσχυε και για την ίδια. Από τα έγγραφα που προσκομίζει η εκκαλούσα προκύπτει ότι η αγωγή της κατατέθηκε στις 28.7.2016. Η προθεσμία των 100 ημερών είχε αφετηρία την 16.9.2016, αφού αυτή αναστελλόταν, τόσο για το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όσο και την ενάγουσα, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (έως την 15.9.2016, όχι μόνο για τον Αύγουστο) ώστε η προκατάθεση των προτάσεων μπορούσε να γίνει έως την 27.12.2016 και η προσθήκη έως την 11.1.2017. Η ενάγουσα κατέθεσε προτάσεις την 15.12.2016 και προσθήκη την 11.1.2017, δηλαδή εντός της άνω προθεσμίας (βλ. επισημείωση της  Γραμματέως  στο αντίγραφο των προτάσεών της  ενάγουσας). Το  πρωτοβάθμιο Δικαστήριο  με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι  η προκατάθεση των προτάσεων ήταν εκπρόθεσμη,  αφού κατά αυτό  έπρεπε να γίνει έως την 6.12.2016 και περαιτέρω απέρριψε την αγωγή, λόγω της δικονομικής απουσίας της ενάγουσας και επομένως   έσφαλε. Συνεπώς ο πρώτος λόγος εφέσεως είναι ουσιαστικά βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει  να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση […]».

Συμπερασματικά, η συνταγματικά κατοχυρωμένη και προστατευόμενη αρχή της ισότητας των διαδίκων, η οποία συνιστά ειδικότερη έκφανση της αρχής της ισότητας όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, εν συνδυασμώ με το εξίσου συνταγματικά κατοχυρωμένο, ενόψει του άρθρου 20 του Συντάγματος,  δικαίωμα δικαστικής προστασίας επιβάλλουν την ίση μεταχείριση, καθώς και την ισότητα των δικονομικών «όπλων» των διαδίκων, ισότητα η οποία «μεταφράζεται» εν προκειμένω στο γεγονός ότι διατάξεις δικονομικών νόμων, δυνάμει των οποίων αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε πλεονεκτικότερη θέση συγκριτικά με την δικονομική θέση του αντιδίκου, είναι ανίσχυρες διότι αποκλείουν της εφαρμογής τους τον τελευταίο ευρισκόμενο σε δυσμενέστερη δικονομική θέση διάδικο. Υπό αυτήν ακριβώς την έποψη, στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 2807/2002 απόφασής του το ΣτΕ (ΤΝΠ NOMOS) διέλαβε τα εξής: «[…] 7. Επειδή, στη μεν παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος προβλέπεται ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στη δε παρ. 1 του άρθρου 20 αυτού ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ΄ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του όπως νόμος ορίζει…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείριση αυτών από τους προσδιορίζοντες τους όρους ασκήσεως του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας δικονομικούς νόμους. Επομένως, διατάξεις δικονομικών νόμων με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση όσον αφορά το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη εκείνης άλλου διαδίκου, είναι ανίσχυρες διότι αποκλείουν της εφαρμογής τους τον τελευταίο αυτόν διάδικο.8. Επειδή, με το άρθρο 11 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου (Κ.Δ. από 26.6-10.7.1944, Α΄ 139), προβλέπεται ότι σε όλες τις δίκες του Δημοσίου καμμία δεν τρέχει προθεσμία εις βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, οι οποίες, κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών» (Α΄ 35), αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 15η Σεπτεμβρίου. Με την παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν. 1868/1989 (Α΄ 230) ορίστηκε ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 του από 26.6-10.7.1944 Κ.Δ/τος, ισχύουσα αρχικώς μόνο για τις πολιτικές δίκες και όχι για τα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ασκούμενα ένδικα μέσα και βοηθήματα (ΣτΕ Ολομ. 3508/1979), εφαρμόζεται και στις υποθέσεις δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πριν την ανωτέρω επέκτασή της, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 11 του από 26.6-10.7.1944 Κ.Δ/τος είχε ήδη επεκταθεί: α) ως προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και στις δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με το άρθρο 75 του Ν. 1416/1984 (Α΄ 18) και β) ως προς το Ι.Κ.Α. με το άρθρο 5 του Ν. 3210/1955 (Α΄ 115), περαιτέρω επεκταθείσα και στους λοιπούς οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με την παρ. 9 του άρθρου 21 του Ν. 1902/1999 (Α΄ 138), ενώ με την νεότερη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 28 του Ν. 2579/1998 (Α΄ 31) το ανωτέρω ειδικό νομικό καθεστώς αναστολής των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων από το Δημόσιο και τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου επεκτάθηκε σε όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Τέλος, με την παρ. 1α του άρθρου 4 του Ν. 2479/1997 (Α΄ 67) ορίζεται ότι «Οι προθεσμίες για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αναστέλλονται για το χρονικό διάστημα από της 1ης έως 31ης Αυγούστου. Δεν θίγεται η ισχύουσα νομοθεσία που αφορά τις προθεσμίες του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης».9. Επειδή οι ανωτέρω ρυθμίσεις, κατά το μέρος που με αυτές διαφοροποιείται εις βάρος του ιδιώτου διαδίκου η προθεσμία ασκήσεως ενδίκου μέσου μεταξύ του Δημοσίου και των ιδιωτών διαδίκων είναι, κατά τα αναφερόμενα στην έβδομη σκέψη, ανίσχυρες ως αντικείμενες στην αρχή της δικονομικής ισότητος των διαδίκων, όπως αυτή συνάγεται από τις παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος. Ειδικότερα, η μεν πρώτη είναι ανίσχυρη, κατά το μέρος που αποκλείει από την εφαρμογή της τους ιδιώτες διαδίκους, οι οποίοι επομένως δικαιούνται για λόγους ίσης μεταχειρίσεως προς το Δημόσιο να τύχουν, όπως και αυτό, της αυτής μεταχειρίσεως, δηλαδή της αναστολής προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων, καθ΄ όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, η δε δεύτερη διότι περιορίζει για τους ιδιώτες διαδίκους στο χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου την προς αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεώς τους προς το Δημόσιο προαναφερόμενη επέκταση της αναστολής, καθ΄ όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Επικρατείας Γ. Παναγιωτόπουλος, Π.Ν. Φλώρος, Φ. Αρναούτογλου και Ελ. Δανδουλάκη, στη γνώμη των οποίων προσχώρησε και η Πάρεδρος Α. Χλαμπέα, οι οποίοι υπεστήριξαν ότι ναι μεν η κατά τα ανωτέρω προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου, και των ν.π.δ.δ. έναντι όλων των λοιπών διαδίκων αντίκειται, για τους πιο πάνω λόγους, στις συνταγματικές διατάξεις που αναφέρθηκαν, προς αποκατάσταση, όμως, της ισότητας των διαδίκων, το ως άνω εξαιρετικό για το Δημόσιο και τα λοιπά ν.π.δ.δ. καθεστώς δεν θα επεκταθεί σε όλους, αλλά θα κριθεί ανίσχυρη η διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1α του άρθρου 4 του ν. 2479/1997. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να ισχύει για όλους τους διαδίκους η θεσπιζόμενη στο πρώτο εδάφιο της ίδιας διατάξεως αναστολή των προθεσμιών από 1ης έως 31ης Αυγούστου για την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 10. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 7.7.1999 (τ.ν.π.δ.δ. 108), η δε κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 5.11.1999. Συνεπώς, καθόσον αφορά το αιτούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η αίτηση ασκείται εμπροθέσμως, δυνάμει των προεκτεθεισών διατάξεων περί αναστολής για τα ν.π.δ.δ. των προθεσμιών ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Περαιτέρω δε, ενόψει της ανωτέρω γνώμης που επικράτησε, για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως των μνημονευθέντων ιδιωτών αιτούντων προς το Δημόσιο, ισχύει και γι΄ αυτούς η αναστολή των προθεσμιών, καθ΄ όλη την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, οπότε η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και ως προς αυτούς την 51η ημέρα από την λήξη αυτών (16.9.1999), δεδομένου ότι η προθεσμία προς άσκησή της δεν είχε καν αρχίσει να τρέχει, αφού η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών.[…]».

Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί