Επίδοση δικογράφου προς το Δημόσιο. Η επίδοση που έγινε προς το νομικό παραστάτη του Υπουργού Οικονομικών, ως αντίκλητό του και όχι στον Υπουργό προς τον οποίο απευθύνεται ως εκπροσωπούντα το Ελληνικό Δημόσιο, δεν είναι έγκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 498/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. ε’ του Κ.Πολ.Δ, η επίδοση γίνεται για το Δημόσιο, σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, 1) αν τη τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του δ/τος της 26 Ιουνίου / 10 Ιουλίου 1944 “περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου”, που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. «Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικώνκατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν.ΡλΡ` γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας. 2. Η διάταξις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελώνων ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτούμενης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης».
Ως δικόγραφο, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, νοείται όχι μόνο εκείνο που επιδίδεται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλεται στο δικαστήριο (άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ), αλλά κάθε έγγραφο που επιδίδεται (άρθρο 122 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), όπως είναι τα διαδικαστικά λεγόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η κλήση προς συζήτηση (Ολ.ΑΠ 34/1988, π.ρ.β.λ. ΑΠ 1396/1988). Από την ίδια, επίσης, διάταξη προκύπτει, ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου πρέπει, με ποινή την ακυρότητα, να γίνει τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο στη συγκεκριμένη δίκη, προδήλως για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Αν το δικόγραφο δεν επιδοθεί προς τον Υπουργό των Οικονομικών και προς το αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο, τότε η «επίδοση» δεν ολοκληρώθηκε και δεν παράγει έννομες συνέπειες με αποτέλεσμα να επέρχεται ακυρότητα ανεξάρτητα από τη βλάβη του Δημοσίου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιοδήποτε στάση της δίκης (Ολ.ΑΠ 34/1988 ό.π., ΑΠ 1105/2005).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του π.δ/τος 671/1982 «Οργάνωση των Νομικών Υπηρεσιών της Διοίκησης», που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 6 του ν. 1256/1982: «Το κύριο προσωπικό των μονάδων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του παρόντος έχει εκ της θέσεως του και άνευ άλλου αποδεικτικού στοιχείου την κατά νόμον απαιτουμένη πληρεξουσιότητα για την παράσταση ενώπιον όλων των δικαστηρίων και αρχών κατά την εκδίκαση όλων των αστικών, ποινικών, φορολογικών ή άλλων διοικητικών υποθέσεων του Δημοσίου», κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.2 περίπτ. γ’ και 3 περίπτ. α’ του π.δ/τος 282/1996 «Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους», «Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ α)… β)… γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των επιδιδομένων στο Δημόσιο κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων, καθώς και κάθε εγγράφου, που αφορά σε υπόθεση της αρμοδιότητας του (άρθρο 7 παρ. 2 περίπτ. γ’).Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο από αυτούς που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία για να υπογράφουν «με εντολή του»: α) τις εκθέσεις επίδοσης εγγράφων και δικογράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 7 παρ. 3 περίπτ.α’)».
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr