Επίδοση εγγράφων, όταν ο παραλήπτης της επίδοσης νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή κρατείται σε φυλακή (131 ΚΠολΔ)
Το άρθρο 131 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Αν ο παραλήπτης της επίδοσης νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή κρατείται σε φυλακή και δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του, σύμφωνα με βεβαίωση της διεύθυνσης του νοσοκομείου ή της φυλακής, που σημειώνεται στην έκθεση της επίδοσης, η επίδοση μπορεί να γίνει στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να παραδώσει το έγγραφο στα χέρια εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση».
Με την υπό κρίσιν διάταξη, με την οποία καθιερώνεται εξαίρεση από την αρχή της 127 παρ. 1 ΚΠολΔ, προβλέπεται έμμεση επίδοση, σε περίπτωση αδυναμίας επικοινωνίας του δικαστικού επιμελητή με πρόσωπο, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση και το οποίο νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή φυλακή[1]. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι, εάν η επικοινωνία με το πρόσωπο αυτό είναι δυνατή, η επίδοση πρέπει να γίνεται σ’ αυτό κατά τις διατάξεις των άρθρων 127 παρ. 1, 128 και 130 ΚΠολΔ, καθότι το νοσοκομείο και η φυλακή αποτελούν το νυχτερινό κατάλυμα του νοσηλευομένου ή φυλακισμένου. Εάν, όμως, η επικοινωνία του δικαστικού επιμελητή με τον παραλήπτη του επιδοτέου εγγράφου δεν είναι δυνατή από λόγους που ανάγονται είτε στο πρόσωπο αυτού (λ.χ. βαριά ασθένεια) είτε στον κανονισμό του νοσοκομείου ή της φυλακής, τότε η επίδοση θα γίνει, κατά την προκείμενη διάταξη, στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής, ο οποίος υπέχει υποχρέωση να παραδώσει το έγγραφο εις χείρας του παραλήπτη. Ο διευθυντής του νοσοκομείου ή της φυλακής υποχρεούται, λοιπόν, σε παραλαβή και περαιτέρω παράδοση του εγγράφου στα χέρια του παραλήπτη, και αν αυτός απουσιάζει κατά το χρόνο που θα γίνει η επίδοση, η υποχρέωση αυτή βαρύνει το νόμιμο αντικαταστάτη του, ο οποίος, όπως και ο διευθυντής, προβάλλει την αδυναμία επικοινωνίας, της οποίας γίνεται μνεία στην έκθεση επίδοσης και βεβαιώνεται απ’ αυτόν με τη συνυπογραφή της έκθεσης επίδοσης.
Η άρνηση του διευθυντή ή του αντικαταστάτη, παραλαβής του εγγράφου ή συνυπογραφής της έκθεσης επίδοσης ή η απουσία αυτών υποχρεώνει τον επιμελητή, ο οποίος συντάσσει έκθεση, να παραδώσει το προς επίδοση έγγραφο στον εισαγγελέα πρωτοδικών κατά το άρθρο 138.
Ο χρόνος παράδοσης του προς επίδοση εγγράφου στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής ή στον αντικαταστάτη του αποτελεί το χρόνο της επίδοσης, ανεξάρτητα από το χρόνο της περαιτέρω παράδοσής του στον παραλήπτη, ενώ αν η παράδοση, για τον ανωτέρω λόγο, γίνει στον εισαγγελέα, ο χρόνος παράδοσης σ’ αυτόν είναι και ο χρόνος της επίδοσης ανεξαρτήτως του χρόνου αποστολής στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής και του χρόνου παράδοσης στον παραλήπτη.
Εξ ετέρου, εάν δεν υπάρχει αδυναμία επικοινωνίας του δικαστικού επιμελητή με νοσηλευόμενο σε νοσοκομείου ή με κρατούμενο σε φυλακή, η επίδοση γίνεται στα πρόσωπα αυτά, και, σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση στο δωμάτιο του νοσοκομείου ή της φυλακής, με την παρουσία του επιστάτη των φυλακών ή του δεσμοφύλακα ή και άλλων κρατουμένων.
Αξιοσημείωτα είναι, άλλωστε, τα κάτωθι νομολογιακά παραδείγματα που κλήθηκαν να κρίνουν επί περιπτώσεων εφαρμογής της υπό κρίσιν διάταξης: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 197/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, έγινε δεκτό ότι «Με τη διάταξη αυτή [ενν. με τη διάταξη του άρθρου 131 ΚΠολΔ], με την οποία καθιερώνεται εξαίρεση από την αρχή της Κ.Πολ.Δ. 127 παρ.1 περί παραδόσεως του προς επίδοση εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται, προβλέπεται έμμεση επίδοση σε περίπτωση αδυναμίας επικοινωνίας του δικαστικού επιμελητή με το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, που νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή φυλακή. Η ρύθμιση της υπόψη διάταξης αφορά και την επίδοση σε πρόσωπα που νοσηλεύονται σε κλινικές, καθόσον, η αναφορά του νομοθέτη σε νοσοκομεία έγινε έχοντας υπόψη τη συνήθη περίπτωση. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι, αν η επικοινωνία με το πρόσωπο αυτό είναι δυνατή, η επίδοση πρέπει να γίνεται σ’ αυτό κατά τις διατάξεις των άρθρων 127 παρ.1, 128 και 130 Κ.Πολ.Δ., γιατί το νοσοκομείο και η φυλακή αποτελούν το νυχτερινό κατάλυμα του νοσηλευόμενου ή φυλακισμένου. Αν όμως η επικοινωνία του δικαστικού επιμελητή με τον παραλήπτη του επιδοτέου εγγράφου δεν είναι δυνατή είτε από λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο αυτού (π.χ. ασθένεια βαριά) ή στον κανονισμό του νοσοκομείου ή της φυλακής, σύμφωνα με τη βεβαίωση της διεύθυνσης του νοσοκομείου ή της φυλακής, που σημειώνεται στην έκθεση της επίδοσης, τότε η επίδοση θα γίνει, κατά την προκείμενη διάταξη του άρθρου 131, στον διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής, ο οποίος υπέχει υποχρέωση να παραδώσει το έγγραφο στα χέρια του παραλήπτη (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη Ερμ. Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Τ.Α΄ σελ. 801-801). Στην προκείμενη περίπτωση, … Με την υπ’ αριθ. 3823/13-12-2010 έκθεση επιδόσεως που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, η Δικαστική Επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Λάρισας, βεβαιώνει ότι μετέβη στη Νίκαια Λάρισας, προκειμένου να επιδώσει προς τον Α.Σ. του Κ. (εφεσίβλητο), νοσηλευόμενο στο Θεσσαλικό Κέντρο Αποκατάστασης «Α.» δια του κ. Διευθυντή, αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με κλήση για συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο και ότι, κατά τη διατύπωση της εκθέσεως «αφού δεν βρήκε τον Διευθυντή του ως άνω αναφερομένου Θεραπ. Κέντρου στη Νίκαια Λάρισας, αλλά τον εργαζόμενο σ’ αυτό, υπάλληλο ονόματι Γ.Χ, αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, όπως αυτός της δήλωσε, κάλεσε αυτόν να παραλάβει το δικόγραφο αυτό» επέδωσε το παραπάνω δικόγραφο σ’ αυτόν. Δεν σημειώνεται όμως στην έκθεση ότι η επικοινωνία του δικαστικού επιμελητή με τον ως άνω εφεσίβλητο, παραλήπτη του επιδοτέου δικογράφου της εφέσεως, δεν ήταν δυνατή σύμφωνα με βεβαίωση της διεύθυνσης της άνω κλινικής όπου αυτός νοσηλεύεται, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η προς αυτόν προσωπικά παράδοση του προαναφερόμενου δικογράφου, καθόσον σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρονται αν η επικοινωνία με αυτόν ήταν δυνατή η επίδοση έπρεπε να γίνει σ’ αυτόν άμεσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 127 παρ.1, 128 και 130 Κ.Πολ.Δ και όχι έμμεσα δια του Διευθυντή της Κλινικής. Ενόψει αυτών δεν προκύπτει νόμιμη επίδοση του προαναφερόμενου δικογράφου και επομένως η συζήτηση της κρινόμενης εφέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη»[2].
Ακόμη, η υπ’ αριθμ. 688/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου διέλαβε ότι[3] «…Το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση όμως δεν θεωρείται κρατούμενο φυλακής κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει επίδοση στο διευθυντή της φυλακής, αν έχει λάβει άδεια απουσίας από τη φυλακή και δεν επέστρεψε κατά τη λήξη της άδειας, οι δε αρχές δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκαν οι πρώτη, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος από τους αναιρεσιβλήτους. Από τη προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα …… έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ….. προκύπτει ότι η κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο για τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Ψ5, φερόμενο ως κρατούμενο στις φυλακές ΑΣΚΕ Κασσαβέτειας, επιδόθηκε στον Διευθυντή των εν λόγω φυλακών. Όπως όμως προκύπτει από την συνοδεύουσα την ως άνω έκθεση επιδόσεως από ….. υπηρεσιακή βεβαίωση του εν λόγω σωφρονιστικού καταστήματος, ο Ψ5 παραβίασε την άδεια που του χορηγήθηκε από το κατάστημα αυτό στις 9-5-2006 και έκτοτε είναι άγνωστο στις αρχές πού ευρίσκεται, ούτε έχει συλληφθεί ξανά. Επομένως, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν η επίδοση αυτή δεν είναι νόμιμη και κατ’ ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, ως προς όλους τους διαδίκους, αφού δεν προκύπτει ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος που είναι απών κλητεύθηκε νομίμως».
Προσέτι, επί της εν θέματι διατάξεως η υπ’ αριθμ. 1691/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου έκανε δεκτό ότι[4] «Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 129 παρ. 1 και 131 ΚΠολΔ η πρώτη των οποίων ορίζει ότι, αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παρ. 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σ’ έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης, η δε δεύτερη (131) ότι, αν ο παραλήπτης της επίδοσης κρατείται σε φυλακή και δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του σύμφωνα με βεβαίωση της διεύθυνση τη φυλακής, που σημειώνεται στην έκθεση της επίδοσης, η επίδοση μπορεί να γίνει στο διευθυντή της φυλακής, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να παραδώσει το έγγραφο στα χέρια εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, προκύπτει, ότι, αν ο παραλήπτης της επίδοσης έχει κατάστημα στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση, κρατείται όμως σε φυλακή, η επίδοση μπορεί να γίνει είτε στον διευθυντή των φυλακών αν δεν είναι δυνατή, η επικοινωνία μαζί του, ενώ, αν είναι δυνατή, η επίδοση επιτρέπεται να γίνει τον ίδιο τον κρατούμενο, εφόσον αυτός συναινέσει (άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε στον διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου του ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν υποχρεούται ο επιδίδων να επιδώσει αποκλειστικά και μόνον στον διευθυντή της φυλακής».
Τέλος, η υπ’ αριθμ. 563/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε ότι[5] «Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 131, 501 παρ. 2 και 673 ΠολΔ συνάγεται ότι εφόσον ο εναγόμενος κατά το χρόνο επιδόσεως σ’ αυτόν αντιγράφου της αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, ήταν έγκλειστος στις φυλακές και δεν έλαβε χώραν επίδοση σ’ αυτόν κατά τον τρόπο που ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 131 (που καθορίζει τον τρόπο επιδόσεως σε νοσοκομείο ή φυλακή), αλλά στην κατοικία που είχε πριν τον εγκλεισμό του στις φυλακές, δεν υπάρχει νομότυπη κλήτευση αυτού και επομένως καθιδρύεται λόγος ανώτερης βίας που επιτρέπει την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του».
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄, Άρθρα 1-220, Αθήνα 1996, σελ. 801-803 (υπό άρθρο 131).
[2] Βλ. ΕφΠατρ 197/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[3] Βλ. ΑΠ 688/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[4] Βλ. ΑΠ 1691/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[5] Βλ. ΜΠΑ 563/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.