Επιτακτική η ανάγκη τήρησης της αρχής της αναλογικότητας στις περιπτώσεις επέμβασης του νομοθέτη στη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων
Το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία», ενώ στο άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α` ορίζεται ότι «οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου». Το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος περιορίζει την παντοδυναμία του νομοθέτη αναφορικά με τη συλλογική αυτονομία και η συλλογική διαπραγμάτευση αναγνωρίζεται ως ο κύριος ρυθμιστικός παράγοντας των εργασιακών σχέσεων, με συνέπεια κανένας όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας να μην μπορεί να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί με τυπικό νόμο (βλ. και Δημαρέλλη Κων, Η συμβατότητα της πρόβλεψης ορίων αποδοχών για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα με την αρχή της συλλογικής αυτονομίας, ΕΕΡΓΔ, 2013, σελ. 713 επ.).
Τα ανωτέρω ενισχύονται τόσο από τις διατάξεις του άρθρου 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (151/1978), οι οποίες επιτάσσουν τον διακανονισμό των όρων απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση με διαπραγματεύσεις ή διαδικασία περιβαλλόμενη από εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, όσο και του άρθρου 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981, το οποίο απαιτεί να λαμβάνονται συμβατά με τις εθνικές συνθήκες μέτρα για την προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Επίσης τα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης (18.10.1961), που κυρώθηκε με τον ν. 1426/1984 (Φ.Ε.Κ. Α`, 42), κατοχυρώνουν το ίδιο δικαίωμα, ενώ το άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (19.12.1966), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1532/1985 (Φ.Ε.Κ. Α`, 45), αναγνωρίζει «το δικαίωμα κάθε προσώπου να απολαμβάνει δίκαιους και ευνοϊκούς όρους εργασίας, οι οποίοι να εξασφαλίζουν ειδικότερα αμοιβή, που παρέχει σε όλους τους εργαζομένους, σαν ελάχιστο όριο: ένα μισθό δίκαιο και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας χωρίς καμία διάκριση».
Στην ειδική διάταξη, όμως, του άρθρου 106 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος, ορίζεται ότι για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος, το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, ο νομοθέτης μπορεί να επιβάλει έκτακτα μέτρα οικονομικής φύσεως για την προστασία της Εθνικής Οικονομίας, όπως και να περιορίσει την συλλογική αυτονομία που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 2, για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν ιδιαίτεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος. Η ανωτέρω διάταξη συνάδει με τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. που ορίζουν ότι η απόσβεση του περιουσιακού δικαιώματος του μισθού δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού επιτρέπεται μόνο για δημόσια ωφέλεια.
Έτσι, συνάγεται ότι η επέμβαση στη συλλογική αυτονομία πρέπει να συνιστά μέτρο όλως εξαιρετικό και να μην υπερβαίνει μία εύλογη χρονική περίοδο, να συνοδεύεται δε από επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία του επιπέδου ζωής των εργαζομένων, τηρούμενης, σε κάθε περίπτωση, της αρχής της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί συνταγματικό περιορισμό των νομοθετικών περιορισμών των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, επιτάσσοντας ότι μεταξύ του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει ένας περιορισμός του δικαιώματος και του συγκεκριμένου περιορισμού πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση (Σ. Ματθίας, ΕλλΔνη 2006, 2). Η εφαρμογή της αρχής αυτής θεμελιώνεται αφενός στο εσωτερικό μας δίκαιο, και συγκεκριμένα στο άρθρο 25 παρ. 1δ` του Συντάγματος, και αφετέρου στις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που έχει κυρωθεί από τη χώρα μας με τον ν. 53/1979 και δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος έχει υπερνομοθετική ισχύ.
Συνεπώς, σε περίπτωση μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, πρέπει να εξετάζεται η αναλογικότητα του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να τηρείται η προϋπόθεση ότι τα μέτρα δεν επιφέρουν δυσανάλογη προσβολή, εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού, σε συνταγματικά δικαιώματα και αγαθά, σε καμία περίπτωση, δε, δεν δικαιολογείται να καταλύονται θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος (όπως οι προεκτεθείσες 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1).
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr