Επιτρεπτός παρεμπίπτων έλεγχος του τίτλου βάσει του οποίου έχει γίνει η ταμειακή βεβαίωση μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις κατά την εκδίκαση της ανακοπής κατά ταμειακής βεβαίωσης
Σύμφωνα με την υπ’αριθμό 1312/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας προβλέπεται ότι «Επειδή, στο άρθρο 224 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), που εντάσσεται στο Δεύτερο Μέρος αυτού («Ειδικές Διαδικασίες») και στο Πρώτο Τμήμα («Διαδικασία Διαφορών Διοικητικής Εκτέλεσης»), ορίζονται τα ακόλουθα: «Εξουσία του δικαστηρίου. 1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ` εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει το έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως».
Η ανωτέρω κρινόμενη απόφαση αφορά αίτηση αναίρεσης, όπου προβλήθηκε ως λόγος αναίρεσης η εσφαλμένη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ότι «ότι το Δικαστήριο της ανακοπής δεν μπορούσε να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας του επίμαχου τίτλου, με την αιτιολογία: α) ότι εν προκειμένω η καταλογιστική πράξη εκδόθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου είχε δικαίωμα ν΄ ασκήσει κατ’ αυτής προσφυγή, μολονότι δεν υφίσταται δεδικασμένο σχετικά με τη νομιμότητα του τίτλου και β) ότι η περίπτωση μη ύπαρξης δεδικασμένου, που προβλέπεται από την ως άνω παρ. 4 του άρθρ. 224 ΚΔΔ, αφορά τρίτα πρόσωπα, τα οποία δεν είχαν τη δυνατότητα ν’ ασκήσουν προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης και τα οποία κατέστησαν οφειλέτες το πρώτον κατά τη διαδικασία εκτέλεσης, κατά την οποία δικαιούνται ν΄ ασκήσουν ανακοπή και να προβάλουν και λόγους ουσίας κατά της καταλογιστικής πράξης, μόνο αν δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία να έχει κριθεί η νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης». Τελικά, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε και το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι νομίμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το Δικαστήριο της ανακοπής δεν μπορούσε να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος προβλέπει την άσκηση προσφυγής κατά του τίτλου.
Συνεπώς, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ανακοπής μόνο κατ’εξαίρεση ελέγχει κατά το νόμο και τα πράγματα τον τίτλο βάσει του οποίου γίνεται η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατά αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. Με την διάταξη αυτή, ο νομοθέτης, αφενός προστατεύει το δικαίωμα του οφειλέτη για παροχή δικαστικής προστασίας, καθώς θέτει έστω και κατά εξαίρεση τον έλεγχο του τίτλου, όταν αυτός δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί, αφετέρου όμως δεν παρακωλύει την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος. Επομένως, σε ελάχιστες και κατά εξαίρεση περιπτώσεις, η ανακοπή κατά της ταμειακή βεβαίωσης και ο παρεμπίπτων έλεγχος επί του τίτλου δύναται να αντικαταστήσει τα αποτελέσματα άσκησης ενδίκου βοηθήματος κατά του τίτλου.
Χαρά Ζούκα, Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr