Επώνυμο τέκνου εντός και εκτός γάμου
Σύμφωνα με το άρθρο 1505 ΑΚ: «οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωση τους. Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο, είτε σε συμβολαιογράφο είτε στο λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεστεί ο γάμος. Ο λειτουργός οφείλει μάλιστα να ζητήσει τη σχετική δήλωση.
Το οριζόμενο επώνυμο κοινό για όλα τα τέκνα, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο ενός από τους δύο γονείς είτε συνδυασμός των επωνύμων τους, που όμως σε καμία περίπτωση δε μπορεί να περιλαμβάνει παραπάνω από δύο επώνυμα.
Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, σύμφωνα με τους όρους των προηγούμενων παραγράφων, τα τέκνα έχουν για επώνυμο το επώνυμο του πατέρα τους».
Ένα ερώτημα που συχνά ανακύπτει στην πράξη και προϋποθέτει για την απάντησή του συστηματική – τελολογική ερμηνεία της προηγούμενης διατάξεως με τις λοιπές διατάξεις του ΑΚ περί πατρότητας και τεκμηρίου αυτής, είναι το εξής: αν όταν γεννηθεί το παιδί υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση διαζυγίου των γονέων του, δεν έχουν παρέλθει όμως οι τριακόσιες ημέρες από την αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου, ισχύει και ως προς ό,τι αφορά το επώνυμο το τεκμήριο καταγωγής από το γάμο (άρθρο 1465 ΑΚ), θεωρείται δηλαδή νομικά πατέρας του τέκνου ο σύζυγος από τον λυθέντα αυτόν γάμο, έστω και αν βιολογικά δεν είναι ; Και αν ναι, δικαιούται ο πατέρας μόνος του, όπως φαντάζει κατά συνέπεια του προηγουμένου εύλογο, να δηλώσει στην αρμόδια ληξιαρχική αρχή το τέκνο με το δικό του επώνυμο παρότι αυτό δεν αντικατοπτρίζει σε καμία περίπτωση τη βιολογική αλήθεια; Η απάντηση είναι καταρχήν και για τα δύο ερωτήματα θετική.
Επειδή για την ακρίβεια πριν την τέλεση του γάμου υποχρεωτικά οι σύζυγοι δήλωσαν το από κοινού επιθυμητό επώνυμο των τέκνων τους (άρθρο 1505 ΑΚ) και μάλλον εκεί δηλώσαν πως επιθυμούν όλα τα τέκνα της μελλοντικής τους οικογένειας να έχουν το επώνυμο του συζύγου, θεωρείται ότι επιθυμητό επώνυμο και από τους δυο τους είναι αυτό του συζύγου και τεκμαιρόμενου πατέρα του παιδιού. Επειδή υποχρεούνταν με άλλα λόγια, ως μελλόνυμφοι ενώπιον του συμβολαιογράφου ή λειτουργού, δημάρχου, κληρικού να που τέλεσε το γάμο να δηλώσουν επώνυμο για τα παιδιά που θα γεννιόνταν εντός της οικογένειάς τους, αν παρέλειψαν και δε δήλωσαν κάποιο επιθυμητό επώνυμο ο νόμος προβλέπει πως επώνυμο των τέκνων θα είναι αυτομάτως αυτό του συζύγου και τεκμαιρόμενου τουλάχιστον πατέρα των παιδιών.
Έχει λοιπόν αρχικά δικαίωμα να δηλώσει ο ίδιος και χωρίς τη συναίνεση της συζύγου του και εντός των τριακοσίων ημερών μετά τη λύση του γάμου το δικό του επώνυμο ως επώνυμο του τέκνου.
Για να χάσει το δικαίωμα του ο πρώην σύζυγος να δώσει το επώνυμο του στο παιδί, θα πρέπει να προσβάλει την τεκμαιρόμενη πατρότητα του συζύγου, η μητέρα ή εν πάση περιπτώσει οιοσδήποτε των νομιμοποιούμενων ενεργητικά να προβούν σε προσβολή της πατρότητας του γεννημένου σε γάμο τέκνου (σύμφωνα με το άρθρο 1469 ΑΚ).
Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 1467 ΑΚ η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει το τεκμήριο καταγωγής από το γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς, αν αποδειχθεί ότι η μητέρα δε συνέλαβε πράγματι από το σύζυγό της. Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο μπορεί μεταξύ μίας πληθώρας προβλεπόμενων προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλει και η μητέρα του τέκνου εντός ενός έτους από τον τοκετό (άρθρα 1469 και 1470 ΑΚ). Θα πρέπει λοιπόν να προσβάλει η ίδια ή κάποιος άλλος, από όσους το δικαιούνται, την πατρότητα του τέκνου δικαστικά και αφού επιτύχει την άρση του τεκμηρίου της πατρότητας του πρώην συζύγου και την απόδοση της ιδιότητας του τέκνου ως τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, τότε θα μπορέσει και θα πρέπει αναδρομικά η μητέρα ως νόμιμη εκπρόσωπος του ανήλικου τέκνου και ασκούσα την επιμέλεια αυτού, να αιτηθεί τη μεταβολή του επωνύμου του παιδιού και να του προσδώσει το δικό της ή του μελλοντικού συζύγου ή συντρόφου της ή ενδεχομένως και του πραγματικού βιολογικού πατέρα του παιδιού, αν αυτός, αφού βέβαια αρθεί η υπάρχουσα τεκμαιρόμενη πατρότητα του πρώην συζύγου της, το αναγνωρίσει εκούσια ή αν τον υποχρεώσει αυτή κινούμενη εναντίον του δικαστικά να το αναγνωρίσει για της δικαστικής οδού.
Εν συνεχεία, το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του αποκτά κατ’ αρχήν το επώνυμο της μητέρας του κατά το άρθρο 1506 ΑΚ. Ο σύζυγος της μητέρας (και εξυπακούεται όχι και πατέρας του τέκνου από τον νόμο) μπορεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο να δώσει το επώνυμό του στο τέκνο, εφόσον το επιθυμεί και εφόσον συναινεί σ’ αυτό και η μητέρα με σχετική συμβολαιογραφική πράξη στη θέση του έως τότε επωνύμου του τέκνου ή και επιπρόσθετα. Σε περίπτωση επιγενόμενου γάμου των γονέων του, το τέκνο αποκτά το επώνυμο που θα καθορίσουν με κοινή δήλωσή τους οι γονείς του στο Ληξιαρχείο. Σε περίπτωση αναγνώρισης εκούσιας ή δικαστικής, το τέκνο αποκτά το επώνυμο που θα δηλωθεί στο Ληξιαρχείο εντός ενός έτους από την ολοκλήρωση της αναγνώρισης. Το επώνυμο του τέκνου σ’ αυτήν την περίπτωση μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός συζύγου, είτε το επώνυμο του άλλου είτε και των δύο, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί το τέκνο να φέρει παραπάνω από δύο επώνυμα.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο αρ. 20 και με αρ. πρωτ. 42301/13706/27-7-1995 του Υπουργείου Εσωτερικών και το υπ΄ αρ. πρωτ.Φ131360/4335/24-2-2012 έγγραφο της Δ/νσης Αστικής & Δημοτικής Κατάστασης της Γενικής Δ/νσης Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Εσωτερικών, σε περίπτωση επιθυμίας μεταβολής του επωνύμου του τέκνου, ως σοβαροί λόγοι για την αλλαγή επωνύμου νοούνται μόνο τα ψυχικά προβλήματα, τα οποία δημιουργούνται από επώνυμα α) κακόηχα, β) που προκαλούν τη θυμηδία ή την περιφρόνηση, γ) δυσχερή στην προφορά η ξενικά, δ) κακής φήμης συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ε) αντίθετα προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής. Όμως, κατά το ΣτΕ, η ως άνω απαρίθμηση δεν είναι αποκλειστική, αλλά ενδεικτική και στα ζητήματα μεταβολής επωνύμου η έννοια του σοβαρού λόγου κρίνεται κατά περίπτωση (ΣτΕ 1676/2001, 4317/2011 – τμήμα Δ΄).
Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος