Ευεργέτημα πενίας
Τα άρθρα 194-204 ΚΠολΔ αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο ΚΠολΔ το πρόβλημα της οικονομικής αδυναμίας μεγάλους μέρους των πολιτών που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στα έξοδα μακροχρόνιων και δαπανηρών δικών. Ταυτόχρονα αποτελούν εκδήλωση στο χώρο του δικονομικού δικαίου των δικαιωμάτων πρόσβασης στη δικαιοσύνη (άρθρο 20 §1 Σ), της ισότητας (άρθρο 4 Σ) και του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 §1 Σ).
Με βάση το άρθρο 194 §2 ΚΠολΔ δικαιούχοι του ευεργετήματος είναι καταρχήν φυσικά αλλά και νομικά πρόσωπα κοινωφελούς χαρακτήρα ή νομικά πρόσωπα που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό αλλά και ομάδες προσώπων που έχουν ικανότητα διαδίκου εφόσον αποδεικνύουν ότι με την προκαταβολή των εξόδων γίνεται αδύνατη ή προβληματική η εκπλήρωση του σκοπού τους.
Προϋποθέσεις για να δοθεί το ευεργέτημα της πενίας είναι α) να μην μπορεί κάποιος «να καταβάλει τα έξοδα της δίκης και τα παράβολα χωρίς να περιορισθούν από αυτό τα απαραίτητα μέσα για τη διατροφή του ίδιου και της οικογένειας του» και β) η δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί «δεν παρουσιάζεται φανερά άδικη ή ασύμφορη». Η δίκη θεωρείται ως προφανώς άδικη όταν το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως απαράδεκτό ή αβάσιμο, ιδιαίτερα δε όταν έχει απαραδέκτως ασκηθεί και δεν είναι δυνατή η εκ των υστέρων θεραπεία του ελαττώματος.
Με την πρόσφατη τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 194 ΚΠολΔ από το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 4055/2012 προβλέπεται πλέον ρητά ότι στο ευεργέτημα πενίας περιλαμβάνονται και τα παράβολα. Πρόκειται για τα παράβολα για την παραδεκτή άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων (Βλ. Ε. Μπαλογιάννη, Διαγράμματα Πολιτικής Δικονομίας, εκδ. γ’, 2016, σελ. 137).
Περαιτέρω, η χορήγηση του ευεργετήματος προϋποθέτει αίτηση, ήτοι δε δύναται να χορηγηθεί αυτεπαγγέλτως. Προθεσμία για την κατάθεση της αίτησης δεν ορίζεται. Έτσι μπορεί να κατατεθεί κατά τη διάρκεια της διαγνωστικής δίκης ή και μετά το πέρας της, οπότε αφορά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η αίτηση πρέπει να αναφέρει συνοπτικά το αντικείμενο της δίκης ή της πράξης, τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα που υπάρχουν για την κύρια υπόθεση, καθώς και το προφανώς ΜΗ άδικο ή ασύμφορο της δίκης. Πρέπει επίσης στην αίτηση να επισυνάπτονται: α) πιστοποιητικό, ατελώς, του Δημάρχου όπου είναι η κατοικία ή η μόνιμη διαμονή του αιτούντος, το οποίο βεβαιώνει την επαγγελματική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του, καθώς και όσα ορίζονται στο άρθρο 194 παράγραφοι 1 έως 3, και β) πιστοποιητικό, ατελώς, του οικονομικού εφόρου της κατοικίας ή της μόνιμης διαμονής του αιτούντος το οποίο βεβαιώνει αν ο αιτών υπέβαλε κατά την τελευταία τριετία δήλωση φόρου εισοδήματος ή οποιουδήποτε άλλου άμεσου φόρου, καθώς και την εξακρίβωση της, ύστερα από έλεγχο. Εάν η αίτηση δεν έχει το περιεχόμενο που αναφέρθηκε ή δεν επισυνάπτονται τα απαραίτητα έγγραφα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΠρΑΕΔ 4/1983) ή ως μη νόμιμη (ΑΕΔ 25/1995, ΕλλΔνη 1995, 569). Ως απαράδεκτη απορρίπτεται η αίτηση και όταν οι φορολογικές δηλώσεις που επισυνάπτονται δεν έχουν ελεγχθεί. (ΑΕΔ 30/1993 ΕλλΔνη 1994, σελ. 322) (Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία Κατ’ άρθρο, άρθρα 1-590, σελ. 602)
Το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση αρκείται στη πιθανολόγηση, γεγονός που σημαίνει ότι ισχύει εν προκειμένω η ελεύθερη απόδειξη, που συνεπάγεται αποδέσμευση του δικαστηρίου από τον κατάλογο των αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 199 ΚΠολΔ όποιος έλαβε το ευεργέτημα της πενίας απαλλάσσεται προσωρινά από την υποχρέωση να καταβάλει τα έξοδα της δίκης και γενικά της διαδικασίας, ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος του απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα παράβολα, τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων και των δικαστικών επιμελητών, των μαρτύρων και άλλων δικαστικών πληρεξουσίων, καθώς και από την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
Σύμφωνα με το άρθρο 200 ΚΠολΔ ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η απόφαση που χορηγεί το ευεργέτημα της πενίας ή και μεταγενέστερη απόφαση διορίζει ένα δικηγόρο ή δικολάβο, ένα συμβολαιογράφο και ένα δικαστικό επιμελητή, με την εντολή να υπερασπιστούν τον άπορο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι διάφορες πράξεις. Αυτοί έχουν υποχρέωση να δεχτούν την εντολή και να δίνουν τη βοήθειά τους στον άπορο χωρίς αξίωση προκαταβολής αμοιβής δικαιωμάτων. Ο διορισμός δικηγόρου ή δικολάβου με την απόφαση ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον άπορο, στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97, εκτός αν η απόφαση ύστερα από αίτηση του απόρου, την περιορίζει ή την επεκτείνει.
Το ευεργέτημα της πενίας αποσβήνεται αυτοδικαίως με το θάνατο του φυσικού προσώπου ή με τη διάλυση του νομικού προσώπου ή της εταιρίας ή άλλης ομάδας προσώπων. Πράξεις που δεν επιδέχονται αναβολή μπορούν να ενεργηθούν και αργότερα με βάση το ευεργέτημα που δόθηκε.
Το ευεργέτημα της πενίας μπορεί να ανακληθεί ή να περιοριστεί με απόφαση του αρμόδιου δικαστή, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως εφόσον αποδεικνύεται ότι οι προϋποθέσεις της παροχής του είτε δεν υπήρχαν εξαρχής, είτε έπαψαν να υπάρχουν αργότερα, είτε μεταβλήθηκαν. Αρμόδιος δικαστής για την ανάκληση είναι όποιος έχει εξουσία χορηγήσεως του ευεργετήματος στο συγκεκριμένο στάδιο της δίκης. Το ευεργέτημα, ακόμη και εάν ανακληθεί ισχύει μόνο για το μέλλον και όχι αναδρομικά.
Η δικαστική δαπάνη ακόμη και εάν είχε χορηγηθεί το ευεργέτημα της πενίας, δεν επηρεάζεται και η κατανομή της εκκαθαρίζεται κανονικά με την οριστική δικαστική απόφαση. Ο ηττηθείς διάδικος του διαδίκου στον οποίον παρασχέθηκε το ευεργέτημα της πενίας δεν απαλλάσσεται από την καταβολή δικαστικής δαπάνης (ΣτΕ 3137/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η επιδίκαση όμως των δικαστικών εξόδων γίνεται ανάλογα με την περίπτωση, όχι υπέρ του πένητος νικητή διαδίκου, αλλά υπέρ του Δημοσίου όσον αφορά τα τέλη χαρτοσήμου, απογράφου, δικαστικού ενσήμου κλπ υπέρ των Ταμείων καθώς και υπέρ των νομικών συμπαραστατών του πένητος. Σε περίπτωση όμως ήττας του πένητος, αυτός βαρύνεται τόσο με τη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου όσο και με όσα έξοδα προκαταβλήθηκαν στο πλαίσιο χορηγήσεως του ευεργετήματος (ΑΠ 803/1972 ΝοΒ 1973, 182).
Περαιτέρω, εάν λόγω της ήττας του, ο πένητας διάδικος καταδικαστεί στα έξοδα, πρέπει, προκειμένου να καταβάλει και όσα προκαταβλήθηκαν ως ευεργέτημα της πενίας, να λάβει χώρα η διαδικασία ανακλήσεως του ευεργετήματος κατά το άρθρο 202 ΚΠολΔ, το ίδιο δε ισχύει και για την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του συμβολαιογράφου κλπ, που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον πένητα. Τέτοια διαδικασία δεν απαιτείται αντίθετα για τη δικαστική δαπάνη, η οποία είναι αμέσως εισπρακτέα, εφόσον βέβαια η απόφαση τελεσιδικήσει (909 αρ. 2 ΚΠολΔ).
Τέλος, η επίτευξη χορήγησης του ευεργετήματος με δόλια μέσα (αναληθείς δηλώσεις και στοιχεία) τιμωρείται πέραν της δυνατότητας ανακλήσεως του ευεργετήματος και με χρηματική ποινή από 100 έως 200 ευρώ που περιέρχονται στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (άρθρο 203 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18§1 του ν. 3994/2011). Επιπλέον, ο διάδικος που έλαβε το ευεργέτημα δεν αποκλείεται να υποχρεωθεί να καταβάλει τα ποσά από τα οποία έχει απαλλαγεί, ενώ επιτρέπεται και η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του ή εναντίον του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εφόσον παραστεί με δικηγόρο για απάτη επί δικαστηρίω, πλαστογραφία κλπ, προφανώς μετά από σύνταξη έκθεσης από το δικαστή ή τον πρόεδρο του πολυμελούς δικαστηρίου που διαπίστωσε τη δόλια χορήγηση του ευεργετήματος (207 §4 ΚΠολΔ και 38 ΚΠΔ, 116 §1 ΚΠΔ).
Χρύσα Ανδρεσάκη
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr