Εξέταση του ζητήματος παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου (βλ. υπ’ αριθμ. 27/2019 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α’ Α.Κ., σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιός από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Οικογενειακή στέγη είναι το ακίνητο που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των συζύγων ανεξάρτητα από το αν ανήκει στον ένα ή και τους δύο συζύγους ή σε τρίτο (Απ. Γεωργιάδη, Ή οικογενειακή στέγη”, ΕλλΔικ 29/1285).
Ως κύρια διαμονή νοείται ο πραγματικός χώρος στον οποίο οι σύζυγοι αναπτύσσουν την κοινή συζυγική τους δραστηριότητα ανεξάρτητα απ’ την έννομη σχέση που τους συνδέει με το ακίνητο (Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, “Οικογενειακό Δίκαιο”, τόμος Β, I, σελ. 326) και διαρκεί από τη σύναψη του γάμου μέχρι και τη λύση του, προσδιορίζεται δε κατά τη συμβίωση από τους ίδιους τους συζύγους στο πλαίσιο των άρθρων 1386 και 1387 Α.Κ. Στην περίπτωση της διάστασης υποχωρεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1386 Α.Κ. υποχρέωση για συμβίωση και, για το λόγο αυτό, η διάταξη του άρθρου 1393 του ιδίου Κώδικα δίνει τη δυνατότητα αγωγής για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου. Βασικό κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, την οποία ο νομοθέτης εξειδικεύει αρχικά ο ίδιος με την παράθεση των κριτηρίων δύο αορίστων νομικών εννοιών και ειδικότερα των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων (ΕφΑθ 698/1989 ΕλλΔικ 33/- 156), οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλλουν κατά περίπτωση η παραχώρηση να γίνεται με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα (ΑΠ 792/2000 ΕλλΔικ 41- /1647).
Εξάλλου, ο νόμος δεν ορίζει ποιές είναι οι ειδικές συνθήκες που, αν υπάρχουν, συντρέχει η επιείκεια να επιβάλλει την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, αλλά αυτές θα προσδιορισθούν από το Δικαστήριο με βάση τους όρους ζωής των ενδιαφερομένων μέχρι τη διακοπή της συμβίωσης, ως τέτοιες δε (ειδικές συνθήκες) θεωρούνται η σωματική και η ψυχική υγεία, οι γενικότερες συνθήκες εργασίας του ενάγοντος και του άλλου συζύγου, καθώς και η οικονομική κατάσταση κυρίως του γονέα που έχει τη γονική μέριμνα των τέκνων τους, ενώ το εύλογο η μη της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης του ενάγοντος συζύγου και η τυχόν υπαιτιότητα δεν αποτελούν κριτήρια από το νόμο για την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, συνεκτιμώνται όμως έμμεσα μαζί με τα άλλα στοιχεία από το Δικαστήριο (ΕφΘεσ 469/2009 ΕΦΑΔ 2011/533, Κ. Παπαδόπουλος, “Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου”, τόμος Α, σελ. 335, Απ. Γεωργιάδη, “Η οικογενειακή στέγη”, ΕλλΔικ 29/1287, σημ. 19, Β. Βαθρακοκοίλη, “Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο”, έκδοση 2000, υπ’ άρθρο 1393, αριθ. 13, σελ. 276 – 277). Η παραπάνω ρύθμιση της χρήσης της συζυγικής στέγης δεν έχει μονιμότητα, αφού διαρκεί όσο διαρκεί η διάσταση, δηλ. από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου, μπορεί δε η σχετική απόφαση να μεταρρυθμιστεί σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων που επέβαλαν την παραχώρηση της χρήσης της συζυγικής στέγης στον ένα σύζυγο (Κ. Παπαδόπουλος, ό.π., σελ. 346, με παραπομπές στη νομολογία), ήτοι η απόφαση που ρυθμίζει την χρήση της οικογενειακής στέγης παύει να ισχύει αυτοδικαίως, αν δεν ζητηθεί τροποποίησή της, μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου (ΕφΑθ 7890/1986 ΕλλΔικ 28/1274).
Ως προς τον χαρακτήρα της παραχώρησης και τη φύση του δικαιώματος αυτού υπάρχει διχογνωμία στην επιστήμη, διότι η ίδια η διάταξη δεν αναφέρει αν η παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης στο σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί ακινήτου είναι χαριστική ή γίνεται με αντάλλαγμα. Στη θεωρία και την επιστήμη έχουν διαμορφωθεί διάφορες απόψεις ως προς το θέμα αυτό (ΕφΘεσ 2416/1996 Αρμ 1996/1222, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλλΔικ 37/358, ΕφΑθ 8306/1995 ΕλλΔικ 37/1429, ΕφΑθ 335/1993 ΕλλΔικ 35/485, ΕφΑθ 698/1989 ΕλλΔικ 33/156, Απ. Γεωργιάδη, ’Ή οικογενειακή στέγη”, ΕλλΔικ 29/1284, Παπαζήση, σε Α.Κ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 1393, Παπαδημητρίου, “Οικογενειακό Δίκαιο”, έκδοση 1997, σελ. 235).
Κατά μία άποψη (Γ. Κουμάντου, “Οικογενειακό Δίκαιο”, τόμος 1, άρθρο 1393, σελ. 177, Δεληγιάννης II, σελ. 196 – 197), ο σύζυγος που παίρνει τη χρήση της οικογενειακής στέγης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει αντάλλαγμα στο σύζυγο που έχει την κυριότητα πάνω σε αυτήν, το δε αντάλλαγμα αυτό θα είναι μίσθωμα, ανάλογο με τη μισθωτική αξία του ακινήτου και θα καθορίζεται από το Δικαστήριο, είτε με την απόφαση που παραχωρεί τη χρήση, είτε με άλλη απόφαση, ενώ παράλληλα το εν λόγω μίσθωμα θα συμψηφίζεται με την υποχρέωση διατροφής που μπορεί να έχει ο σύζυγος – κύριος της οικογενειακής στέγης, δηλαδή από τη διατροφή που θα έπρεπε ο τελευταίος να καταβάλλει θα αφαιρείται το ποσό που αντιστοιχεί στη μισθωτική αξία του ακινήτου (ΑΠ 1630/2002 ΝοΒ 2003/1209, ΑΠ 792/2000 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 122/2002 Αρμ 2002/1479). Η άνω άποψη έχει υπέρ αυτής το επιχείρημα ότι, εφόσον η διάταξη του άρθρου 1395 Α.Κ., που αφορά την κατανομή κινητών που ανήκουν και στους δύο συζύγους, ορίζει ότι, αν ο ένας σύζυγος παίρνει τη χρήση κινητών που κατά κυριότητα ανήκουν και στους δύο συζύγους μπορεί να υποχρεωθεί να δίνει στον άλλο “εύλογη αποζημίωση” για τη χρήση αυτή, πολύ περισσότερο πρέπει να παρέχεται στον κύριο πλήρες αντάλλαγμα για τη χρήση ακινήτου που του αφαιρείται για χάρη του συζύγου του, ενώ, παράλληλα, κατά την άποψη αυτή, υποστηρίζεται ότι, για να αρθεί η αντισυνταγματικότητα της διάταξης, στο μέτρο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί προσβολή της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του Συντάγματος), για την αφαίρεση της χρήσης από το σύζυγο που είναι κύριος του ακινήτου, πρέπει να παρέχεται πλήρης αποζημίωση ανάλογη με τη μισθωτική αξία του πράγματος.
Κατ’ άλλη άποψη, με την οποία συντάσσεται και το παρόν Δικαστήριο, η ειρημένη παραχώρηση αποτελεί περιορισμένης έκτασης σε είδος διατροφή εκ του νόμου, η οποία θα πρέπει να υπολογίζεται στη συνολική διατροφή, την οποία οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης συζυγικής στέγης (ΕφΠειρ 162/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 399/2005 Πειρ Νομ 2005/278, ΕφΑθ 4585/2002 ΕλλΔικ 44/228, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομ 24/323, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλλΔικ 37/358, μειοψηφούσα γνώμη στην ΕφΑθ 663/1990 ΕλλΔνη 33/186, για αντίθετη μη κρατούσα άποψη βλ. πλειοψηφία στην ΕφΑθ 663/1990 ό.π., Βαθρακοκοίλη, ΈρΝομΑΚ”, Τόμος Ε`, “Οικογενειακό Δίκαιο”, υπ’ άρθρο 1393, σελ. 275, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, “Αστικός Κώδικας,” “Οικογενειακό Δίκαιο”, Τόμος VII, 2η Εκδοση, υπ` άρθρο 1393, σελ. 254). Υπέρ της γνώμης αυτής συνηγορούν, κατ’ αρχήν, οι λοιπές περί συζυγικής συμβίωσης διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου. Τα κριτήρια της Α.Κ. 1393 είναι κοινωνικά και εστιάζονται στις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και όχι στις έννομες σχέσεις των προσώπων με τα πράγματα. Ο νομοθέτης παραθέτει γενική ρήτρα και αόριστες έννοιες, αντί να θέσει σταθερά κριτήρια, που τελικά οδηγούν συχνά σε άδικες κοινωνικές λύσεις. Μετά τη διάσπαση της συζυγικής συμβίωσης αίρεται η προηγούμενη δυνατότητα κοινής από τους συζύγους χρήσης της συζυγικής οικίας, πλην όμως, αφού διατηρείται ο συζυγικός δεσμός, εφόσον ο γάμος δεν έχει λυθεί ακόμη, είναι σύμφωνο με την αρχή της προστασίας της οικογένειας και την επιείκεια, η χρήση αυτή να μην ανήκει οπωσδήποτε σε αυτόν που την συνεισέφερε, αλλά να δύναται το Δικαστήριο να την παραχωρήσει, ολικώς ή μερικώς, στον άλλο σύζυγο αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Εφόσον όμως, γενικώς κατά την έννοια του νόμου, διατροφή νοείται όχι μόνο η χρηματική, αλλά και κάθε παροχή η οποία ικανοποιεί ορισμένη βιοτική ανάγκη του ατόμου, όπως και η παραχώρηση της χρήσης έως και της κατοικίας στον μη κύριο σύζυγο για τέτοια ανάγκη του, έπεται ότι η εν λόγω παραχώρηση αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, διατροφή σε είδος, συμπέρασμα το οποίο ενισχύεται, τέλος, από το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν δέχθηκε την έκθεση της Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δίκαιου, κατά την οποία η εν λόγω παραχώρηση θα μπορούσε να συνδυαστεί με την καταβολή κάποιου ανταλλάγματος, καθορισμένου από το Δικαστήριο και η οποία τελικώς δεν περιλήφθηκε στην προεκτεθείσα διάταξη του 1393 Α.Κ. (βλ. σχετ. Σπυριδάκη, “Οικογενειακό Δίκαιο”, σελ 104 – 105, Γεωργιάδη σε “Πέντε χρόνια εφαρμογής του νέου οικογενειακού δικαίου, Πεπραγμένα”, Θεσσαλονίκη, 1989, σελ. 221, 210 επ, 220 επ, παρόμοια διάταξη του άρθρου 735 ΚΠολΔ).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος