<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Δικηγορικό Γραφείο &#124; Ευγενία Φωτοπούλου &#124; Δικηγόροι Αθηνών</title>
	<atom:link href="https://efotopoulou.gr/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://efotopoulou.gr</link>
	<description>Το δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνει αστικό, ποινικό, εμπορικό δίκαιο. Δικηγόροι Αθηνών για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δημόσιο, εργασιακά, κληρονομιά, ιατρική ευθύνη</description>
	<lastBuildDate>Wed, 13 May 2026 06:49:47 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.0.31</generator>
	<item>
		<title>Το ορισμένο της αγωγής αναζήτησης μεσιτικής αμοιβής και οι προϋποθέσεις έγκυρης σύμβασης μεσιτείας</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/to-orismeno-tis-agogis-anazitisis-mesitikis-amivis-ke-i-proipothesis-egkiris-simvasis-mesitias/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/to-orismeno-tis-agogis-anazitisis-mesitikis-amivis-ke-i-proipothesis-egkiris-simvasis-mesitias/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 13 May 2026 06:49:47 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18434</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τη διάταξη του άρθρου 703 εδ. α` ΑΚ συνάγεται ότι ουσιώδης προϋπόθεση για τη γέννηση, σε βάρος του μεσιτικού εντολέα, της υποχρέωσης να πληρώσει την αμοιβή, την οποία υποσχέθηκε στο μεσίτη κατά την ανάθεση της εντολής προς μεσολάβηση ή, έστω, υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, είναι, μεταξύ άλλων, το να επήλθε, πράγματι, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής ως συνέπεια μόνο της συμβολής του μεσίτη. Ήτοι, είναι απαραίτητη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/to-orismeno-tis-agogis-anazitisis-mesitikis-amivis-ke-i-proipothesis-egkiris-simvasis-mesitias/">Το ορισμένο της αγωγής αναζήτησης μεσιτικής αμοιβής και οι προϋποθέσεις έγκυρης σύμβασης μεσιτείας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τη διάταξη του άρθρου <strong>703 εδ. α`</strong><strong> ΑΚ</strong> συνάγεται ότι ουσιώδης προϋπόθεση για τη γέννηση, σε βάρος του μεσιτικού εντολέα, της υποχρέωσης να πληρώσει την αμοιβή, την οποία υποσχέθηκε στο μεσίτη κατά την ανάθεση της εντολής προς μεσολάβηση ή, έστω, υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, είναι, μεταξύ άλλων, το <strong>να επήλθε, πράγματι, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής ως συνέπεια μόνο της συμβολής του μεσίτη.</strong> Ήτοι, είναι απαραίτητη η <strong>κατάφαση αιτιώδους συνάφειας</strong> μεταξύ αφ` ενός της δραστηριότητας του μεσίτη, ως αιτίου, και αφ` ετέρου της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη (βλ. ΑΠ 52/2012 σε ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">               Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. <strong>Η υποχρέωση του μεσιτικού εντολέα προς πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής δημιουργείται, εφόσον υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεσιτικής δραστηριότητας και καταρτίσεως της κύριας &#8211; σκοπούμενης συμβάσεως, δηλαδή η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας ευρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (καταρτίσεως της κύριας &#8211; σκοπούμενης συμβάσεως). </strong>Δεν είναι απαραίτητο οι ενέργειες του μεσίτη να αποτελούν τη μοναδική αιτία της καταρτίσεως της κύριας &#8211; σκοπούμενης συμβάσεως. Μέχρι ποιου σημείου πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες αυτές για να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια δεν μπορεί να καθορισθεί με γενικούς ορισμούς εκ των προτέρων. Μπορεί, όμως, να λεχθεί γενικά ότι ο μεσίτης δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει μέχρι τέλους τις διαπραγματεύσεις, αρκεί η ενέργειά του να είναι τέτοια ώστε να μπορεί να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να χρησίμευσε ουσιωδώς προς τούτο. Ακόμη και αν διακόπηκαν οι ενέργειες του μεσίτη για κάποιο χρονικό διάστημα, όμως, η κύρια &#8211; σκοπούμενη σύμβαση, καταρτίσθηκε μεταγενέστερα, συνεπεία των προτέρων ενεργειών του, υπάρχει η απαραίτητη κατά τον νόμο αιτιώδης συνάφεια (βλ. ΑΠ 19/2022 σε ΤΝΠ Nomos). <strong>Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της κύριας συμβάσεως τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ενώ το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου πίπτει στον αμφισβητούντο την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα </strong>(βλ. ΑΠ 805/2005 και ΑΠ 565/2005 σε ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων <strong>703</strong><strong> ΑΚ </strong><strong>και 216</strong><strong> ΚΠολΔ</strong> συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία ο μεσίτης αξιώνει τη μεσιτική αμοιβή του πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει τα θεμελιωτικά της αξιώσεώς του γεγονότα, δηλαδή <strong>α) τη σύναψη έγκυρης σύμβασης μεσιτείας β) τη μεσιτική του δραστηριότητα (μεσολάβηση ή υπόδειξη) γ) τη σύναψη της σκοπούμενης κυρίας σύμβασης και δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της κυρίας σύμβασης (βλ. ΑΠ 922/2019, ΕφΑθ 16/2023 σε ΤΝΠ NΟΜΟΣ)</strong>. Τέλος, όσον αφορά στον τρόπο κατάρτισης της σύμβασης μεσιτείας, <strong>ο νόμος δεν προβλέπει κάποιον τύπο</strong>, <strong>παρά μόνο για τη σύμβαση μεσιτείας ακινήτων, και συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 200 παρ. 1 του ν. </strong><strong>4072/2012</strong><strong>, προβλέπεται ότι «Η σύμβαση μεσιτείας ακινήτων καταρτίζεται εγγράφως.</strong> Για την πλήρωση του έγγραφου τύπου αρκεί η ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, ενυπόγραφων τηλεομοιοτυπιών, καθώς και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου». Στη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: «Η σύμβαση πρέπει: α) Να περιλαμβάνει τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών, τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, καθώς και τον αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. του μεσίτη. Σε περίπτωση διασυνοριακής παροχής μεσιτικών υπηρεσιών, αναγράφεται το μητρώο και η αρμόδια αρχή ή οργάνωση, στην οποία είναι εγγεγραμμένος ο μεσίτης, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασης του, β) Να καθορίζει την ταυτότητα του αντικειμένου της μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας, το είδος της κύριας σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί, καθώς και το ποσό ή ποσοστό της μεσιτικής αμοιβής, η οποία είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμη και δεν υπόκειται σε κατώτατα νόμιμα όρια». Τα στοιχεία αυτά προβλέπονται ως ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης, προκειμένου αυτή να είναι πλήρης και να εξυπηρετείται η ασφάλεια και η αξιοπιστία στις συναλλαγές. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος της θεσμοθέτησης του υποχρεωτικού έγγραφου συστατικού τύπου της σύμβασης μεσιτείας ακινήτων (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν. 4072/2012 σελ. 44), με την οποία επιλύθηκαν ζητήματα που αναφύονταν κατά το προϊσχύσαν καθεστώς, ιδίως αναφορικά με τη διαπίστωση της κατάρτισης της σύμβασης και κατ’ επέκταση της ύπαρξης υποχρέωσης καταβολής μεσιτικής αμοιβής, καθώς και του περιεχομένου της δοθείσας εντολής και του πραγματικού ύψους της μεσιτικής αμοιβής (βλ. Μ. Περτσελάκη, Μεσιτεία Ακινήτων, 2023, σελ. 24-25).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Βασιλική Φλωκατούλα, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/to-orismeno-tis-agogis-anazitisis-mesitikis-amivis-ke-i-proipothesis-egkiris-simvasis-mesitias/">Το ορισμένο της αγωγής αναζήτησης μεσιτικής αμοιβής και οι προϋποθέσεις έγκυρης σύμβασης μεσιτείας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/to-orismeno-tis-agogis-anazitisis-mesitikis-amivis-ke-i-proipothesis-egkiris-simvasis-mesitias/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>AD HOC ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: 722/2014 ΑΠ [NOMOS] – Εκποίηση δήλου με σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/ad-hoc-nomologia-7222014-ap-nomos-ekpiisi-dilou-me-sistasi-orizontion-idioktision/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/ad-hoc-nomologia-7222014-ap-nomos-ekpiisi-dilou-me-sistasi-orizontion-idioktision/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 12 May 2026 06:25:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18431</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με παγιωμένη πλέον άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, η υπ’ αριθμόν 1984 παρ. 1 διάταξη του Αστικού Κώδικα που προβλέπει την ακυρότητα της κληροδοσίας, σε περίπτωση εκποίησής της (οιονεί ανάκληση), δεν εφαρμόζεται επί των εγκαταστάσεων επί δήλου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη της διαθήκης πρέπει να θεωρηθεί ως μία «διανεμητική διάταξη», που στοχεύει όχι στο συγκεκριμένο δήλο αντικείμενο, αλλά στην διατήρηση του ποσοστού της κληρονομικής μερίδας του [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/ad-hoc-nomologia-7222014-ap-nomos-ekpiisi-dilou-me-sistasi-orizontion-idioktision/">AD HOC ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: 722/2014 ΑΠ [NOMOS] – Εκποίηση δήλου με σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με παγιωμένη πλέον άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, η υπ’ αριθμόν 1984 παρ. 1 διάταξη του Αστικού Κώδικα που προβλέπει την ακυρότητα της κληροδοσίας, σε περίπτωση εκποίησής της (οιονεί ανάκληση), δεν εφαρμόζεται επί των εγκαταστάσεων επί δήλου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη της διαθήκης πρέπει να θεωρηθεί ως μία «διανεμητική διάταξη», που στοχεύει όχι στο συγκεκριμένο δήλο αντικείμενο, αλλά στην διατήρηση του ποσοστού της κληρονομικής μερίδας του εγκαταστάτου επί της κληρονομίας, είτε με αντικατάσταση του δήλου &#8211; όπου αυτό είναι εφικτό, όπως εν προκειμένω -, είτε στην ανεύρεση του κληρονομιαίου ποσοστού του δήλου επί της σύνολης κληρονομίας και την συνακόλουθη διεκδίκησή του από τα κληρονομικά μερίδια των λοιπών κληρονόμων.</p>
<p style="text-align: justify;">Ο Άρειος Πάγος στην εν λόγω απόφασή του αρνήθηκε την ανάκληση της διαθήκης λόγω του μεταγενεστέρως συνταχθέντος προικοσυμφώνου – σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, παρότι στην διαθήκη οριζόταν κάθετος διαχωρισμός της ιδιοκτησίας. Αποφασίζοντας με τον τρόπο αυτό, <strong>δεν δέχθηκε την ανάκληση της διαθήκης</strong> που ζητούσαν οι αναιρεσείοντες εξ αδιαθέτου συγγενείς και αναγνώρισε την διαθήκη ως πλήρως ισχύουσα, αντικαθιστώντας την σε αυτήν καθέτως χωρισθείσα εναέρια στήλη, με την προκύψασα από την σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησίων, οριζοντίως χωρισθείσα στήλη, δεχόμενη τα ποσοστά των κληρονόμων τα οριζόμενα στο κείμενο της διαθήκης:</p>
<p style="text-align: justify;"><em>&#8220;ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Γ` Πολιτικό Τμήμα </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Π., κατοίκου &#8230;.. , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Π. Ο., κατοίκου &#8230;, 2)Σ. Ο. του Π., κατοίκου &#8230; και 3) Β. χήρας Δ. Β., το γένος Π. Ο., κατοίκου &#8230;&#8230;&#8230;.. Ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Στρατιώτη και οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2010 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/12/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 15/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Από τις &#8230; και &#8230;.31-7-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Η. Σπινάσα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Η κατά το άρθρο 555 Κ.Πολ.Δ. θεσπιζόμενη απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή κατά της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, που είχε εκδοθεί ερήμην κάποιων από τους αναγκαίους ομοδίκους-εφεσιβλήτους, υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Ετσι η άσκηση της δεύτερης αναίρεσης μετά την άρση του κωλύματος εκείνου, δεν προσκρούει στην παραπάνω απαγορευτική διάταξη (Ολ.Α.Π. 1138/1974). </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της προσβαλλομένης, με την υπό κρίσιν αίτηση αναίρεσης, αποφάσεως και προγενέστερη αναίρεση με πρόσθετους λόγους, η οποία όμως απορρίφθηκε με την 149/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ως απαράδεκτη, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι η προσβαλλομένη απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής διανομής επικοίνου ακινήτου, ερήμην της πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων, είχε επιδοθεί σ` αυτές, ούτε προέκυπτε ότι οι ίδιες είχαν ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατ` αυτής που απορρίφθηκε και συνεπώς δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους. Από τις 4490Γ/15-11-2012 και 4547Γ/26-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή ήδη προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα (που είχαν δικασθεί ερήμην ως εφεσίβλητες) η οποία κατέστη τελεσίδικη πλέον ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, με την παρέλευση της οριζόμενης δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) την 11-12-2012. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, την 28-12-2012 δηλαδή μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 503, 553, 564 Κ.Πολ.Δ.) από τις εφεσίβλητες που δικάσθηκαν ερήμην, είναι παραδεκτή και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong><em>Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου), αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλο πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό δεν καθιστά, εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κλήρο δοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 παρ.1 ΑΚ. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποίησης ή ανταλλαγής ή αντικατάστασης του δήλου υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο, η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων1982 παρ. 2, 1984 παρ. 3, 1987 παρ. 2 και 1988 ΑΚ. Περαιτέρω, οι τρόποι ανάκλησης της διαθήκης καθορίζονται περιοριστικά από άρθρα 1763-1768 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, και γι` αυτό δεν νοείται ανάκληση κατ` άλλο τρόπο. Συνεπώς, μεταξύ των ως άνω τρόπων ανάκλησης που καθορίζονται από τα άρθρα 1763-1768 ΑΚ δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του διαθέτη εκποίηση του περιουσιακού αντικειμένου, το οποίο άφησε με τη διαθήκη του (ο διαθέτης), στον κληρονόμο ως δήλο πράγμα.</em></strong><em> Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω οι θεσπιζόμενοι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία γα την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης. Περαιτέρω κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο είναι μία οριζόντια ιδιοκτησία- διαμέρισμα που βρίσκεται στο δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο, σε οικοδομή κειμένη εντός της πόλεως …και επί της οδού πρώην &#8230; και ήδη &#8230; αριθμός …και η οποία έχει συσταθεί με την &#8230;/1980 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και προικοσύμφωνο της συμβολαιογράφου Οιτύλου Μερόπης &#8230;&#8230;.. &#8230;&#8230; &#8230;&#8230;. &#8230;.. &#8230;.. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γυθείου. Το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει επιφάνεια 162,41 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με την δημόσια οδό &#8230;&#8230;. , νότια με τσιμεντόδρομο και κατ` επέκταση με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Η άνω οριζόντια ιδιοκτησία βρίσκεται στο στάδιο των οπτοπλινθοδομών, έχει επιφάνεια 60 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 286,94/000 και συνορεύει βόρεια με δημόσια οδό, νότια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Α.. Η άνω οριζόντια ιδιοκτησία δημιουργήθηκε με την άνω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ως αέρινη στήλη και εκ των υστέρων κτίστηκε. Ως αέρινη στήλη με την άνω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας-προικοσύμφωνο η επικαρπία παρέμεινε στον Π. Ο. του Σ. και η ψιλή κυριότητα στην Ε. σύζυγο Π. Ο., ενώ με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου <strong>η Ε. σύζυγος Π. Ο., που απεβίωσε στις 7-6-1985, απέκτησε την πλήρη κυριότητα της αέρινης αυτής στήλης, την οποία άφησε με την από 16-3-1977 μυστική διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε στις 18- 9-1985, συνταχθέντος του υπ` αριθμ. 46/1985 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών, στον δεύτερο εναγόμενο Σ. Ο. του Π. και στην Μ. σύζυγο Μ. Τ., αναφέροντας ότι αφήνει τον αέρα του σπιτιού προς τα αριστερά στην κόρη της Μ. και προς τα δεξιά στον γιο της Σ. Στη συνέχεια ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Ο. του Π. αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά με την υπ` αριθμ. &#8230;/29-4-1986 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γυθείου &#8230;&#8230;&#8230;. &#8230;&#8230; &#8230;&#8230; , η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γυθείου. Η δε Μ. συζ. Μ. Τ. αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά με την υπ` αριθμ. &#8230;4-7-2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Γυθείου &#8230;. , η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης από απόσπασμα του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου που προσκομίζει και επικαλείται ο δεύτερος εναγόμενος προκύπτει ότι έχει δηλωθεί από αυτόν το συγκεκριμένο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου που του αναλογεί. Από δε την ερμηνεία της βούλησης της διαθέτιδος συνάγεται ότι πράγματι αυτή ήθελε να εγκαταστήσει την Μ. στο ποσοστό το οποίο ανέφερε στην μυστική της διαθήκη, όσον αφορά την αέρινη στήλη. </strong></em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong><em>Στη συνέχεια δε προέβη σε σύσταση της Οριζόντιας Ιδιοκτησίας με την οποία όμως δεν συνάγεται ότι ήθελε να τροποποιήσει τη διαθήκη της, διότι διαφορετικά θα το όριζε ευθέως. Ειδικότερα, αναζητώντας την πραγματική βούληση της διαθέτιδος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις διαπιστώνουμε ότι, από κανένα στοιχείο εκτός διαθήκης δεν προκύπτει ότι αυτή σκόπευε να τροποποιήσει την αρχική της βούληση, ώστε στην συγκεκριμένη περίπτωση να ισχύσει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών με την έφεση του. Ειδικότερα στην υπ` αριθ. &#8230;./24-6-1980 Σύσταση Οριζόντιας Ιδιοκτησίας και Προικοσυμφώνου αναφέρεται ότι οι συμβαλλόμενοι 1) Π. Ο. του Σ. και 2) η Ε. συζ. Π. το γένος Ν. και Α. Γ. συμφώνησαν με τον άλλο συμβαλλόμενο Μ. Γ. Τ. και σε εκτέλεση της υπ` αριθ. 55/7-11-1973 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου συνέστησαν προίκα και λόγω προικός παραχώρησαν, μεταβίβασαν και παρέδωσαν κατά την έννοια των άρθρων 1412 παρ. 2 και 1414 ΑΚ, κατά μεν την διοίκηση και επικαρπία στον προικολήπτη Μ. Γ. Τ. κατά δε την ψιλή κυριότητα στη θυγατέρα τους Μ. συζ. Μ. Τ., υπέρ της οποίας συνεστήθη η προίκα, την οικία που περιγράφεται στην πράξη αυτή και μάλιστα 1) ολόκληρο τον ισόγειο όροφο αυτής ως αυτό λεπτομερώς έχει περιγραφεί, αποτελούμενο εξ ενός ενιαίου χώρου, 2) ολόκληρο τον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο αποτελούμενο εκ τεσσάρων κυρίων δωματίων χωλ, κουζίνας, βεράντας και λουτρού, όπως αυτό λεπτομερώς έχει περιγραφεί, παρακρατώντας εξ αυτού υπέρ εαυτού και της δεύτερης των συμβαλλομένων συζύγου του Ε. Π. Ο. την ισόβια οίκηση δύο δωματίων (υπνοδωματίου, τραπεζαρίας) και 3) 21τ.μ. και πέντε τετραγωνικά εκατοστά του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (αέρινη στήλη) ανέγερσης μελλοντικού ορόφου έχοντα ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 100,65ο/οοο. </em></strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong><em>όπως συνάγεται από την ερμηνεία των προαναφερομένων πράξεων (μυστική διαθήκη και πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας) εκείνο το οποίο ήθελε η διαθέτις και ο σύζυγος της είναι όσο ζούσαν οι ίδιοι, η κόρη της Μ. να έχει 21 τετραγωνικά μέτρα και πέντε τετραγωνικά εκατοστά υπεράνω του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (αέρινη στήλη) ανέγερσης μελλοντικού ορόφου και το υπόλοιπο να το έχουν αυτοί, ώστε να διατηρήσουν κάποιο δικαίωμα σε μελλοντικό να ανεγερθεί όροφο. Είτε θεώρησαν ότι, επειδή πρόκειται για δώμα, στο οποίο δεν θα μπορούσαν να καλυφθούν όλα τα τετραγωνικά μέτρα και ότι τα 21 τ.μ. που ανέφεραν ήταν αρκετά. Πάντως ερμηνεύοντας την Πράξη Οριζόντιας Ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με την προαναφερομένη μυστική διαθήκη, σε καμία περίπτωση δεν συνάγεται βούληση της διαθέτιδος και του συζύγου της να ανακληθεί η μυστική διαθήκη, να ισχύσει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, ως προς την αέρινη στήλη όπως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων. </em></strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong><em>Συνεπώς, ο ενάγων δεν έχει καταστεί συγκύριος της άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά συγκύριοι αυτής τυγχάνουν ο δεύτερος εναγόμενος και η Μ. σύζυγος Μ. Τ.&#8221;. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε τη δικαστική διανομή της ως άνω επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας (των 60 τ.μ.), της οποίας ισχυριζόταν ότι ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του και εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του, τις κληρονομιές των οποίων αποδέχθηκε και μετέγραψε ως σχετικές δηλώσεις αποδοχής και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με βάση τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις μετά τη νομότυπη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας το δήλο πράγμα (αέρινη στήλη), που αφέθηκε με την ως άνω διαθήκη, της οποίας το περιεχόμενο ως προς την εγκατάσταση κληρονόμων ήταν σαφές και δεν έχρηζε ερμηνείας, όπως και το περιεχόμενο της συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της οροφοκτησίας θεωρείται ότι αντικαταστάθηκε και από το προκύψαν με την σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας διαμέρισμα των 60 τ.μ., το οποίο ήταν στην κυριότητα της κληρονομούμενης κατά το χρόνο θανάτου της και, συνεπώς, συγκύριοι αυτού ήταν οι με την διαθήκη αυτής κληρονόμοι της, δηλαδή τα τέκνα της Σ. Ο. του Π. και Μ. σύζ. Μ. Τ. και όχι ο ενάγων. Ανάκληση της διαθήκης αυτής δεν ήταν δυνατή με την προαναφερθείσα πράξη σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που επακολούθησε της σύνταξης της μυστικής διαθήκης. Επομένως, το Εφετείο το οποίο, και ανεξάρτητα από το ότι με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, την ένδικη αγωγή διανομής, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε συγκυριότητα του ενάγοντος &#8211; αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο(των 60τ.μ), κατέληξε σε ορθό τελικά αποτέλεσμα και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. , οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, 200, &#8230;3, 1763 και 1764 ΑΚ. </em></strong></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1414 ΑΚ, που ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983, προκύπτει ότι εάν στον άνδρα δεν μεταβιβάσθηκε η κυριότητα των εις προίκα δοθέντων κινητών ή ακινήτων, αυτός μεν συνεστώτος του γάμου έχει τη διοίκηση και επικαρπία αυτών, από οποιονδήποτε και αν συνεστήθη η προίκα, στην γυναίκα δε ανήκει η ψιλή κυριότητα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρθρ. 1420 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983, η εκποίηση του προικώου ακινήτου είναι άκυρη αν έγινε χωρίς την τήρηση των αναφερομένων στο αρθρ. 1417 διατυπώσεων. Η απαγόρευση της εκποίησης των προικώων ακινήτων δεν εμποδίζει τη γυναίκα όπως με διαθήκη διαθέσει το κατά ψιλή κυριότητα ανήκον σ&#8217; αυτήν προικώο ακίνητο, εφόσον η διάθεση κατά νόμο πραγματώνεται μετά το θάνατο αυτής, ήτοι μετά τη λύση του γάμου. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 13 και 14 Ν. 3741/1929 &#8220;Περί της ιδιοκτησίας κατ&#8217; ορόφους (ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ με το άρθρο 54 Εισ.Ν.Α.Κ.) 2 Ν.Δ. 1024/1971, 1002, 1117, 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύσταση οροφοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου οικοδομής, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως κατ&#8217; ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση (Ολ. Α.Π. 8/2002,- ΑΠ 128/2009), ότι η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται σύσταση οροφοκτησίας έχει ως αντικείμενο την αλλοίωση της μέχρι τούδε κυριότητας με την δημιουργία νέων αυτοτελών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, διαφορετικών από την αρχική συγκυριότητα και ότι οροφοκτησία μπορεί να συσταθεί και με διαθήκη (δημόσια, ιδιόγραφη ή μυστική) του μοναδικού κυρίου του ακινήτου. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Συνεπώς, το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι νομίμως με την προαναφερθείσα διαθήκη παραχωρήθηκε το δικαίωμα επέκτασης της πιο πάνω οικοδομής προς τα άνω στους κληρονόμους της διαθέτιδος Σ. Ο. του Π. και Μ. σύζυγο Μ. Τ., δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η ανωτέρω διαθέτιδα-ψιλή κυρία- μπορούσε πριν την έναρξη του νόμου ν. 1329/1983, να διαθέσει (και με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) το ανήκον σ` αυτή δικαίωμα επί του προικώου ακινήτου Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11 περγ` Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 11 γ Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στο Εφετείο με τις προτάσεις του προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του για την συγκυριότητα στο επίδικο ακίνητο ως εξ` αδιαθέτου κληρονόμου της διαθέτιδος μητέρας του μετά την κατάργηση της μυστικής της διαθήκης 1) το &#8230;/1948 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Γυθείου &#8230;&#8230;&#8230;.. 2) την 55/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και 3) το &#8230;/1980 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Οιτύλου &#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.. . Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε ως εκκαλών στο Εφετείο, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα, επιπλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και άλλα έγγραφα. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα, το δεύτερο και το τρίτο των οποίων ρητώς αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Απορρίπτει την από 15-12-2012 αίτηση του Κ. Ο., περί αναιρέσεως της 36/2010 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2014&#8243;.</em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/ad-hoc-nomologia-7222014-ap-nomos-ekpiisi-dilou-me-sistasi-orizontion-idioktision/">AD HOC ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: 722/2014 ΑΠ [NOMOS] – Εκποίηση δήλου με σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/ad-hoc-nomologia-7222014-ap-nomos-ekpiisi-dilou-me-sistasi-orizontion-idioktision/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>1984ΑΚ – Εκποίηση δήλου σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου – διανεμητική διάταξη</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/1984ak-ekpiisi-dilou-se-periptosi-egkatastasis-klironomou-epi-dilou-dianemitiki-diataxi/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/1984ak-ekpiisi-dilou-se-periptosi-egkatastasis-klironomou-epi-dilou-dianemitiki-diataxi/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 11 May 2026 11:25:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18428</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με παγιωμένη πλέον άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, η υπ’ αριθμόν 1984 παρ. 1 διάταξη του Αστικού Κώδικα που προβλέπει την ακυρότητα της κληροδοσίας, σε περίπτωση εκποίησής της (οιονεί ανάκληση), δεν εφαρμόζεται επί των εγκαταστάσεων επί δήλου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη της διαθήκης πρέπει να θεωρηθεί ως μία «διανεμητική διάταξη», που στοχεύει όχι στο συγκεκριμένο δήλο αντικείμενο, αλλά στην διατήρηση του ποσοστού της κληρονομικής μερίδας του [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/1984ak-ekpiisi-dilou-se-periptosi-egkatastasis-klironomou-epi-dilou-dianemitiki-diataxi/">1984ΑΚ – Εκποίηση δήλου σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου – διανεμητική διάταξη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με παγιωμένη πλέον άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, η υπ’ αριθμόν 1984 παρ. 1 διάταξη του Αστικού Κώδικα που προβλέπει την ακυρότητα της κληροδοσίας, σε περίπτωση εκποίησής της (οιονεί ανάκληση), δεν εφαρμόζεται επί των εγκαταστάσεων επί δήλου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη της διαθήκης πρέπει να θεωρηθεί ως μία «διανεμητική διάταξη», που στοχεύει όχι στο συγκεκριμένο δήλο αντικείμενο, αλλά στην διατήρηση του ποσοστού της κληρονομικής μερίδας του εγκαταστάτου επί της κληρονομίας, είτε με αντικατάσταση του δήλου &#8211; όπου αυτό είναι εφικτό, όπως εν προκειμένω -, είτε στην ανεύρεση του κληρονομιαίου ποσοστού του δήλου επί της σύνολης κληρονομίας και την συνακόλουθη διεκδίκησή του από τα κληρονομικά μερίδια των λοιπών κληρονόμων.</p>
<p style="text-align: justify;">Κατωτέρω παρατίθενται αποσπάσματα της νομικής θεωρίας και νομολογίας που ενισχύουν το επιχείρημά μου αυτό:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><em>«5. Εγκατάσταση κληρονόμου σε δήλα που δεν ανήκουν στην κληρονομία: Αν το δήλο, κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της περιουσίας του, επειδή αυτός το είχε ήδη εκποιήσει ( με πράξη που δεν συνιστά ανάκληση διαθήκης κατ’ ΑΚ 1763-1766) ή εξέλιπε για άλλους λόγους (καταστροφή, ένωση, ανάμιξη επεξεργασία, μετάπλαση), η κληρονομική εγκατάσταση δεν καθίσταται καταρχήν κενή περιεχομένου και ανίσχυρη, εκτός αν συνάγεται ερμηνευτικά αντίθετη βούληση του διαθέτη. Πραγματικά, και σε αντίθεση με την κληροδοσία (που δημιουργεί ειδική διαδοχή), η εγκατάσταση αυτή συνεπάγεται καθολική (και ως προς τα χρέη της κληρονομίας) διαδοχή και δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθεί σ’ αυτήν αναλογικά ο κανόνας της ΑΚ 1984 § 1.» </em>(Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Άρθρο 1800, παρ. 26).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«9-       Εκποίηση κληροδοτηθέντος: Η από το διαθέτη εκποίηση του κλη- ροδοτηθέντος αντικειμένου δεν επιφέρει ανάκληση της για την κληροδοσία διάταξης της διαθήκης και αν ακόμη η εκποίηση αυτή έγινε με πρόθεση ανάκλησης της κληροδοσίας. Ας σημειωθεί ότι η ΑΚ 1484 § 1 εδ α&#8217; έχει εφαρμογή μόνον επί κληροδοσίας, όχι και σε εγκατάσταση επί δήλου πράγματος. Επομένως επί τέτοιας εγκατάστασης, η από το διαθέτη εκποίηση του δήλου πράγματος δεν αποτελεί στην ουσία ανάκληση της εγκατάστασης του κληρονόμου.» </em>(Βασίλης Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1763, παρ. 9).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«12-      Εκποίηση δήλου αντικειμένου: Αν κατά το θάνατο του διαθέτη το δήλο αντικείμενο εξέλιπε για οποιοδήποτε λόγο (εκποίηση, καταστροφή, ανάμιξη, επεξεργασία, μετάπλαση κλπ), η κληρονομική εγκατάσταση δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου και ανίσχυρη, εκτός αν προκύπτει από ερμηνεία αντίθετη βούληση του διαθέτη. Έτσι, δεν επέρχεται ματαίωση της εγκατάστασης. Έτσι, αν έχουν εγκατασταθεί περισσότερα σε δήλο ως μόνοι κληρονόμοι, το μερίδιο του εγκαταστατού στο δήλο που εκποιήθηκε ή για άλλο λόγο εξέλιπε, είτε επεκτείνεται στο αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς (1802 ΑΚ) είτε και προσαυξάνει ανάλογα με ποσοστά στις μερίδες των άλλων εγκαταστατών που τυχόν εξέπεσαν (1807 ΑΚ). […]» </em>(Βασίλης Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1800, παρ. 12).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Το άρθρο 1984 § 1 εφαρμόζεται μόνο στην κληροδοσία, η οποία δημιουργεί ειδική διαδοχή και όχι στην περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου, αν στην συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατό του εκποίησε το δήλο πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομίας του (ΑΠ 715/2015 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). […] Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποιήσεως του δήλου, υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο (ποσότητα χρημάτων, απαίτηση κατά τρίτου κλπ.), η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 § 2, 1984 § 3, 1987 § 2 και 1988 ΑΚ (ΑΠ 117/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1345/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).» </em>(Λεοντής, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρο 1984).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Επομένως το αντικείμενο αυτό κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου δεν αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του κι το γεγονός ότι αυτό έχει εκποιηθεί  από τον κληρονομούμενο με πράξη που δεν συνιστά ανάκληση της κληρονομίας, δεν καθιστά ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία είναι καθολική.» </em>(Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, ΑΓΩΓΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Τόμος 1<sup>ος</sup>, παρ. 74).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Πρέπει δε να σημειωθή ότι η διάταξις του άρθρ. 1984 § 1 εδ. 1 έχει εφαρμογήν μόνον επί κληροδοσίας, συνεπώς όχι και επί εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου. Κατ’ ακολουθίαν η άποψις, κατά την οποίαν επί της τοιαύτης εγκαταστάσεως η υπό του διαθέτου εκποίησις του δήλου «αποτελεί κατ’ ουσίαν ανάκλησιν της εγκαταστάσεως του κληρονόμου», ουδέν νομικόν έρεισμα έχει.» </em>(Βουζίκας, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 87).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«§ 59. Δήλο πράγμα </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Αν η εγκατάσταση π.χ. του Α έγινε σε δήλο πράγμα και αυτό μετά την σύνταξη της διαθήκης και πριν από το θάνατο του διαθέτη καταστράφηκε ή εκποιήθηκε, μπορεί από την ερμηνεία της διαθήκης να προκύπτει ότι ο διαθέτης θέλει ανάλογη μείωση των υπόλοιπων εγκαταστάσεων σε δήλα αντικείμενα, για να περιέλθει στον Α το ποσοστό κληρονομιάς, στο οποίο αντιστοιχούσε το δήλο πράγμα, που καταστράφηκε ή εκποιήθηκε.» (Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος,</em> Επίτιμος Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, <em> ΑΓΩΓΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, παρ. 59, σελ. 130).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>«75. Συνέπεια του χαρακτηρισμού του τιμωμένου σε δήλο ως κληρονόμου</em> <em>είναι ότι η μνεία του δήλου αποτελεί και προσδιορισμό του ποσοστού (κλάσματος) της κληρονομιάς, στο οποίο καλείται και το οποίο προσδιορίζεται ανάλογα με την αξία του δήλου σε σχέση με την όλη κληρονομιά. Περαιτέρω άλλη συνέπεια είναι ότι η μνεία του δήλου αποτελεί και διανεμητική διάταξη και ότι σ’ αυτή την εγκατάσταση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για εγκατάσταση σε ποσοστό των άρθρων 1801-1808 ΑΚ.» </em>(Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, ΑΓΩΓΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Τόμος 1<sup>ος</sup>, παρ. 75).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Συγχρόνως όμως η εγκατάστασις επί δήλου, ενέχει και προσδιορισμόν κατά ποσοστόν της μερίδος της κληρονομίας, της περιεχόμενης εις τον τετιμημένον, κατά τον λόγον της αξίας του δήλου, εν σχέσει προς την αξίαν της όλης κλρονομίας (ΑΠ 676/1953). Ούτως εάν η αξία του καταλειφθέντος εις τον Α δήλου πράγματος, λ.χ. ενός διαμερίσματος είναι αξίας ενός εκατομμυρίου, η δε αξία της όλης κληρονομίας, κατά τον χρόνον θανάτου του διαθέτου είναι αξίας τριών εκατομμυρίων, τότε ο Α θεωρείται ως εγκατασταθείς εις το 1/3 της κληρονομίας […] Η μνεία του δήλου, ως δέχεται σταθερώς κι η νομολογία των δικαστηρίων μας (ΑΠ 379/1967), αποτελεί ούτω διανεμητικήν διάταξιν, υπό την έννοια ότι εις την κατά ποσοστόν, όπως είπομεν, μερίδα του τετιμημένου θα περιληφθή – ή θα την καλύψη εξ ολοκλήρου &#8211;  το δήλον πράγμα» </em>(Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 57)</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«III. Μερίδα.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Η κατάλειψη του ειδικού αντικειμένου προσδιορίζει συγχρό¬νως, κατά τη βούληση του διαθέτη, και τη μερίδα του τιμωμέ¬νου15. Ως προς αυτήν εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εγκατάσταση σε ποσοστό. Το μέγεθος της προσδιορίζεται από τη βούληση του διαθέτη· το ζήτημα είναι πραγματικό . Στην αληθινή ή εικαζόμενη βούληση αυτού όμως ανταποκρίνεται συνήθως η απονομή μερίδας ανάλογης με την αξία του δήλου σε σχέση με την αξία της περιουσίας . Π.χ. ο Δ αφήνει στην Α το α ακίνητο αξίας 10.000 και στον Β την υπόλοιπη περιουσία του αξίας 8.000. Μερίς Α = 10/18, μερίς Β = 8/18.» </em>(Φίλιος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 29ΔΙII).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Επί εγκατάστασης κληρονόμου που συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση προς τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, δεν είναι δεκτική αναλογικής εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1984 παρ. 1 ΑΚ.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν τα νομικά ελαττώματα (804 επ. ΑΚ), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1884 και 1890 ΑΚ, ο εγκατάστατος δεν χάνει την ιδιότητα του κληρονόμου και σε περίπτωση εγκατάστασης περισσοτέρων κληρονόμων σε δήλα πράγματα, τους οποίους ο διαθέτης επιθυμεί ως μόνους κληρονόμους (δεν χάνει) και την ενδεχόμενη επέκταση του κληρονομικού του μεριδίου στο αδιάθετο, τυχόν, μέρος της κληρονομίας (1802 ΑΚ) ή την ανάλογη προσαύξηση του μερίδιού του με τη μερίδα του άλλου εγκατάστατου που εξέπεσε (1807 παρ. 1 ΑΚ).» </em>(Καρακώστας, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Άρθρο 1800, παρ. 451).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong> </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>1345/2011 Εφετείο Αθηνών </strong>[NOMOS]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση, εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου [ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου] αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλον πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό, δεν καθιστά εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με την δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 § 1 ΑΚ. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποιήσεως του δήλου, υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο [ποσότητα χρημάτων, απαίτηση κατά του τρίτου κλπ], η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 § 2,1984 § 3, 1987 § 2 και 1988 ΑΚ [ΑΠ 117/1998, Αστικός Κώδικας Γεωργιάδης Σταθόπουλος, άρθρο 1800 αριθ. 26,27, Φίλιος, ΕρμΑΚ 1800 αριθ. 56 επ].»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>117/1998 ΑΠ </strong>[NOMOS]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου), αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατό του εκποίησε το δήλον πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομίας του, το γεγονός αυτό δεν καθιστά, εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική (και ως προς τα χρέη της κληρονομίας) διαδοχή, σε αντίθεση με τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 παρ.1 ΑΚ. Επομένως στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποιήσεως του δήλου υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο (ποσότητα χρημάτων, απαίτηση κατά του τρίτου κλπ.), η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 παρ.2, 1984 παρ.3, 1987 παρ.2 και 1988 του ΑΚ.»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong> </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>6849/1986 Εφετείο Αθηνών </strong>[Δνη 28/138]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Οι τρόποι ανακλήσεως της διαθήκης καθορίζονται περιοριστικά από τα άρθρα 1763-1768 του ΑΚ, και γι’ αυτό δεν νοείται ανάκληση κατ’ άλλο τρόπο, και μεταξύ των ως άνω τρόπων ανακλήσεως που καθορίζονται από τα άρθρα 1763-1768 του ΑΚ οπωσδήποτε δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του διαθέτου εκποίηση του περιουσιακού αντικειμένου το οποίο άφησε με τη διαθήκη του ο διαθέτης στον κληρονόμο ως δήλο πράγμα (βλ. σχετικά Πα· παντωνίου  στην ΕρμΑΚ, Εισ. 1763-1768 αριθ. 20,24, 34,35,36, Μπαλή Κλήρου. § 65). Επομένως, ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο ενάγων με την ως άνω προσθήκη των προτάσεών του που κατέθεσε κατά την πρώτη και μοναδική συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τον οποίο (ισχυρισμό) ισχυρίσθηκε ότι για την επίδικη οικία η σύνταξη του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου πώλησης της οικίας αυτής στον εναγόμενο εμπεριέχει ανάκληση της ως άνω ιδιογράφου διαθήκης αυτής, που επικαλείται ο εναγόμενος, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 1801 επ. του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>«[…] Συνεπώς σε περίπτωση εγκατάστασης περισσότερων προσώπων σε δήλα, ως μόνων κληρονόμων, το κληρονομικό μερίδιο του εγκατάστατου στο δήλο που εκποιήθηκε ή εξέλιπε είτε επεκτείνεται στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρονομίας (ΑΚ 1802) είτε/και προσαυξάνει ανάλογα με ποσοστά από τις μερίδες των άλλων εγκαταστάτων που τυχόν εξέπεσαν (ΑΚ 1807 § 1). Υποστηρίζεται ακόμη, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατό η έκλειψη του δήλου (λ.χ. εκούσια εκποίησή του για κάλυψη οικονομικών αναγκών κτλ.) να θεωρηθεί ως μεταβολή των συνθηκών που επιβάλλει την – σύμφωνα με την υποθετική βούληση του διαθέτη – αναπροσαρμογή των ποσοστών των εγκαταστάτων, ώστε να διατηρηθεί η αρχική αναλογία ανάμεσα στις κληρονομικές τους μερίδες.» </em>(Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Άρθρο 1800, παρ. 26).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αριθ. 1077/1990 Τμ. Α&#8217; </strong>[EEN 58 (1991), 428]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>Από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1800,1802,1884,1890 του ΑΚ, συνδυαζόμενες, προκύπτει ότι η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου) η συνοδευόμενη με διατάξεις της διαθήκης περί εγκαταστάσεως σε διάφορα περιουσιακά στοιχεία και άλλων, ως μόνων μαζί με αυτόν τον εγκατάστατο, κληρονόμων, ενέχει αφ&#8217; ενός μεν προσδιορισμό του ποσοστού της περιουσίας του διαθέτη το οποίο καταλείπεται, εμμέσως, στον εγκαθιστάμενο, ως αποδιδόμενου από τη μαθηματική σχέση της αξίας του δήλου στο οποίο εγκαθίσταται προς εκείνη του συνόλου των διατιθέμενων, με τη διαθήκη, περιουσιακών στοιχείων, αφ&#8217; ετέρου δε διανεμητική, του διαθέτη, κατά το άρθρο 1890 του ΑΚ, διάταξη με περιεχόμενο το ότι για την κάλυψη της ποσοστιαίας κληρονομικής μερίδας του εγκαθιστάμενου, αυτός θα λάβει το καταλειπόμενο ορισμένο περιουσιακό αντικείμενο. Ούτως ώστε το γεγονός ότι το αντικείμενο τούτο κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της περιουσίας του, επειδή αυτός το έχει ήδη, τυχόν, εκποιήσει (με πράξη που δεν συνιστά ανάκληση διαθήκης, κατά τα άρθρα 1763 έως 1766 του ΑΚ), να μην καθιστά, καθαυτό, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία, συνεπαγόμενη καθολική (και ως προς τα χρέη της κληρονομιάς) διαδοχή, σε αντίθεση προς τη δημιουργική ειδικής διαδοχής, κληροδοσία, δεν είναι δεκτική ανάλογης εφαρμογής του κανόνος του άρθρου 1984 § 1 του ΑΚ. Και, ανεξαρτήτως της δυνατότητας εφαρμογής, σε περίπτωση όπως η προαναφερόμενη, της περί νομικών ελαττωμάτων ρυθμίσεως του άρθρου 804, ουνδυαζόμενου με τα άρθρα 1884, 1890 του ΑΚ, να μη ματαιώνει &#8211; αυτό το γεγονός &#8211; την από τον εγκατάστατο πρόσκτηση, με το θάνατο του διαθέτη, της ιδιότητας κληρονόμου του και την ενδεχόμενη, στην ανωτέρω περίπτωση εγκαταστάσεως πλειόνων επί δήλων ως μόνων κληρονόμων, επέκταση του κληρονομικού του μεριδίου στο αδιάθετο, τυχόν, μέρος της κληρονομιάς (ΑΚ 1802) ή την ανάλογη προσαύξησα] του μεριδίου του με τη μερίδα άλλου εγκατάστατου που εξέπεσε (ΑΚ 1807 §1). Συνεπώς το Εφετείο (που με την αναιρεσιβαλλομένη, κατόπιν μερικής παραδοχής εφέσεων του αναιρεσείοντος και του Υπουργού Οικονομικών, δέχθηκε μερικώς την αγωγή του αναιρεσείοντος δια της αναγνωρίσεως και του ότι αυτός, η Ιερή Μητρόπολη Κ.** και η Γ.Τ. ** είναι συγκληρονόμοι του Γ.Α.Τ. ** σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του) κρίνοντας αναφορικά με την από τον διαθέτη Γ.Τ.** εκποίηση των ακινήτων στων οποίων την ψιλή κυριότητα είχε εγκαταστήσει, με την αναφερόμενη μυστική ιδιόγραφη διαθήκη του. χρονολογίας 27 Μαρτίου 1983, ως κληρονόμους, την τρίτη και τον έκτο αναιρεσιβλήτους, μαζί με τη σύζυγό του, τον αναιρεσείοντα και άλλους επί διάφορων δήλων, επίσης, εγκαταστάτους για να είναι, κατά τη θέλησή του, οι εγκαθιστάμενοι, στο σύνολό τους, οι μόνο( και αποκλειστικοί κληρονόμοι του, ότι η ανωτέρω εκποίηση δεν κατέστησε την κληρονομική εγκατάσταση αυτών των αναιρεσιβλήτων κενή περιεχομένου, καθώς και ότι αυτοί, γενόμενοι συγκληρονόμοι, έχουν κληρονομικό δικαίωμα εκτεινόμενο στο αναφερόμενο αδιάθετο μέρος της κληρονομιαίας του διαθέτη, περιουσίας, κατά την αναλογία της αξίας των δήλων που τους είχαν καταλειφθεί, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου (δια μη προσδόσεως στην αναιρεσιβαλ- λομένη αντίστοιχης νόμιμης βάσεως), διάταξη των άρθρων 1802, 1807 ή 1710, 1846, 1847, 1884, 1890 του ΑΚ. [Επικυρώνει την 12251/88 ΕφΑθ].</em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/1984ak-ekpiisi-dilou-se-periptosi-egkatastasis-klironomou-epi-dilou-dianemitiki-diataxi/">1984ΑΚ – Εκποίηση δήλου σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου – διανεμητική διάταξη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/1984ak-ekpiisi-dilou-se-periptosi-egkatastasis-klironomou-epi-dilou-dianemitiki-diataxi/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η αναγνωριστική αγωγή κατ’ άρθ. 70 ΚΠολΔ</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 08 May 2026 07:16:49 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18425</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 70 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «Όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή», αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής είναι η αυθεντική διάγνωση, θετικά, της ύπαρξης και, αρνητικά, της ανυπαρξίας έννομης σχέσης, δηλαδή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλώς πραγματικών γεγονότων ή αξιολογικών κρίσεων (ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 134/2015, πρώτη δημοσίευση αμφοτέρων σε Τράπεζα [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/">Η αναγνωριστική αγωγή κατ’ άρθ. 70 ΚΠολΔ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 70 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «Όποιος έχει έννομο <em>συμφέρον</em> να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή», αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής είναι η αυθεντική διάγνωση, θετικά, της ύπαρξης και, αρνητικά, της ανυπαρξίας έννομης σχέσης, δηλαδή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλώς πραγματικών γεγονότων ή αξιολογικών κρίσεων (ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 134/2015, πρώτη δημοσίευση αμφοτέρων σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών &#8211; ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 § 1 του ιδίου Κώδικα, στο υποχρεωτικό περιεχόμενο της αγωγής περιλαμβάνονται η σαφής έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και το αίτημα δικαστικής προστασίας, που πρέπει να είναι ορισμένο. Η υποχρέωση αναφοράς συγκεκριμένου συνδέσμου του προσώπου που ενάγει ή ενάγεται με την επίδικη έννομη σχέση απαιτείται προκειμένου, στην κατά κανόνα νομιμοποίηση, να διαπιστώσει το δικαστήριο ότι οι διάδικοι είναι, βάσει των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, φορείς του δικαιώματος και της υποχρέωσης που κρίνεται, ώστε να καταστεί στη συνέχεια δυνατή η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως (ΑΠ 343/2023 &#8211; ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, <em>Α. Πλεύρη</em>, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, 2014, σελ. 24), ενώ η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου, δεκτικού δικαστικής εκτίμησης. Για το λόγο αυτό, όταν τίθεται ζήτημα οφειλής χρηματικού ποσού, το ποσόν αυτό πρέπει να καθορίζεται, διαφορετικά το Δικαστήριο αδυνατεί να εκδώσει απόφαση σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης (ΤριμΕφΔωδ 17/2016 &#8211; ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 883/2008 &#8211; Δνη 2009/186).</p>
<p style="text-align: justify;">Οι δικονομικές αυτές αρχές ισχύουν και όταν εγείρεται αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερθέντα, ο έχων έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσεως δεν μπορεί να περιορισθεί στην υποβολή αιτήματος διαπιστώσεως απλών πραγματικών περιστατικών, χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 102/2022, ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 356/2013, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η αναγνωριστική αγωγή, που εγείρεται με σκοπό να αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι, συνεπεία αυτών, ο διάδικος απέκτησε την ιδιότητα του οφειλέτη, ως και η έκταση της ενοχής του, απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον στο δικόγραφό της δεν καθορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς με ρητή μνεία της επίμαχης οφειλής. Απαράδεκτη θα είναι η ίδια αγωγή και όταν είτε στο δικόγραφό της δεν γίνεται αναφορά του συνδέσμου των διαδίκων προς την επίδικη έννομη σχέση, οπότε θα απορριφθεί ως αόριστη, είτε, υπό τα επικαλούμενα, κάποιος από τους διαδίκους (ή και αμφότεροι) δεν έχει εξουσία διεξαγωγής της δίκης, επειδή δεν μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση, δεν είναι δηλαδή φορέας του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος ή της αντίστοιχης υποχρέωσης, οπότε η αγωγή θα απορριφθεί ως ενεργητικώς ή παθητικώς ανομιμοποίητη. Και ναι μεν είναι αληθές ότι οι διάδικοι της αναγνωριστικής δίκης δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν προς τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσης (ΑΠ 508/2013 &#8211; ΕΠολΔ 2014/485), όμως αυτό ισχύει μόνον όταν η έννομη αυτή σχέση υπό τα εκτιθέμενα υφίσταται μεταξύ του ενός διαδίκου και τρίτου ή μεταξύ άλλων, οπότε το έννομο συμφέρον του ενάγοντος του προσδίδει την αναγκαία νομιμοποίηση προς έγερση της αγωγής (νομιμοποιητική λειτουργία του εννόμου συμφέροντος, βλ. σχετ. ΑΠ 1192/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, όταν η αναγνωριστέα έννομη σχέση υφίσταται μόνο μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους, τότε νομιμοποιούνται κατά κανόνα τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως και μόνον αυτά <strong>(ΕφΠειρ 64/2024 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)</strong>.</p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>e-mail: info@efotopoulou.gr</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/">Η αναγνωριστική αγωγή κατ’ άρθ. 70 ΚΠολΔ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Φιλάγαθη ερμηνεία διαθήκης – Εύνοια υπέρ διαθήκης – Κανόνας ρωμαϊκού δικαίου &#8211; § 2084 Γερμανικού Αστικού Κώδικα</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 07 May 2026 07:23:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18422</guid>
		<description><![CDATA[<p>Στο παλαιότερο ρωμαϊκό δίκαιο επικρατούσε η αρχή της «ευμενούς ερμηνείας» της διαθήκης (benigna interpretatio), γνωστή και ως «εύνοια υπέρ της διαθήκης» (favor testamenti). Σύμφωνα με αυτή, οι διαθήκες πρέπει να ερμηνεύονται πιο ευρέως σε σχέση με άλλες δικαιοπραξίες. Με άλλα λόγια, όταν μια διάταξη διαθήκης επιδέχεται δύο ερμηνείες, σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να προτιμάται εκείνη που διατηρεί την ισχύ της. Αν και η αρχή αυτή δεν προβλέπεται ρητά στον Κώδικα, [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/">Φιλάγαθη ερμηνεία διαθήκης – Εύνοια υπέρ διαθήκης – Κανόνας ρωμαϊκού δικαίου &#8211; § 2084 Γερμανικού Αστικού Κώδικα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Στο παλαιότερο ρωμαϊκό δίκαιο επικρατούσε η αρχή της «ευμενούς ερμηνείας» της διαθήκης (benigna interpretatio), γνωστή και ως «εύνοια υπέρ της διαθήκης» (favor testamenti). Σύμφωνα με αυτή, οι διαθήκες πρέπει να ερμηνεύονται πιο ευρέως σε σχέση με άλλες δικαιοπραξίες. Με άλλα λόγια, όταν μια διάταξη διαθήκης επιδέχεται δύο ερμηνείες, σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να προτιμάται εκείνη που διατηρεί την ισχύ της.</p>
<p style="text-align: justify;">Αν και η αρχή αυτή δεν προβλέπεται ρητά στον Κώδικα, κατά την επικρατέστερη άποψη εξακολουθεί να ισχύει, καθώς προκύπτει από διατάξεις όπως τα άρθρα 173, 1783 παρ. 2, 1794 και 1797, αλλά και από τη γενική αρχή ότι πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να εκπληρώνεται η βούληση του διαθέτη. Η αρχή αυτή απορρέει τόσο από τις συγκεκριμένες διατάξεις όσο και από το συνολικό πνεύμα του κληρονομικού δικαίου</p>
<p style="text-align: justify;">Παρατίθενται θεωρητικά και νομολογιακά αποσπάσματα που επιρρώνουν την ανωτέρω θέση:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><em>«ΙΙ. Φιλάγαθη ερμηνεία. Βασικός κανόνας στην ερμηνεία της διαθήκης είναι ο κανόνας της «φιλάγαθης» ή της «καλοθελούς» ερμηνείας (interpretatio benigna), ο οποίος διατυπώθηκε ως κανόνας ρητά στο β.ρ.δ. αλλά δεν περιέχεται ρητά και στον αστικό κώδικα· παρόλα αυτά η αρχή αυτή ισχύει ως βασικός ερμηνευτικός κανόνας. Η φιλάγαθη ερμηνεία οδηγεί στην αποδοχή της αρχής ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει να ισχύσει η ερμηνεία εκείνη που σώζει το κύρος της διάταξης (favor testament). Η αρχή αυτή συνάγεται έμμεσα και τα άρθρα 173ΑΚ, 1783 εδ. β ΑΚ, 1784 ΑΚ, 1794 ΑΚ και 1797 ΑΚ αλλά και από το γενικότερο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου, που δέχεται την «ευρεία» ερμηνεία χωρίς προσήλωση της λέξεις ή την «επιεικέστερη» για το πρόσωπο στο οποίο αποβλέπει η ερμηνευόμενη διάταξη, ενώ η εσφαλμένη διατύπωση δεν βλάπτει (falsa demonstration non nocet), δηλαδή δεν οδηγεί σε ακυρότητα ή σε ακυρωσία (β. 1790, 1791 ΑΚ).» </em>(Απόστολος Γεωργιάδης, ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812 ΑΚ, παρ. 46).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Εις το προϊσχύον ρωμαϊκόν δίκαιον εκράτει η αρχή της «φιλαγάθου ερμηνείας» της διαθήκης («benigna interpretatio»), χαρακτηριζόμενη και ως «αρχή της ευνοίας της την διαθήκην» (favor testament). Συμφώνως της την αρχήν αυτήν αι διαθήκαι πρέπει να ερμηνεύωνται ευρύτερον (plenius) ή αι λοιπαί δικαιοπραξίαι. Δηλαδή, εάν θετική της διάταξις της διαθήκης είναι δεκτική δύο ερμηνειών, εν αμφιβολία πρέπει να προτιμάται η υπέρ της ισχύος της διατάξεως λύσις.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Καίτοι η αρχή αυτή δεν καθιερούται ρητώς υπό του Κώδικος, εν τούτοις κατά την ορθοτέραν γνώμην ισχύει αύτη και υπό την έποψιν αυτού, συναγομένη εκ των διατάξεων των άρθρων 173, 1783 εδ. 2, 1794 και 1797, ως και εκ της αρχής της κατά τον εφικτόν εκπληρώσεως της βουλήσεως του διαθέτου, η οποία απορρέει τόσον εκ των διατάξεων του΄των, όσον και εκ του όλου πνεύματος του κληρονομικού δικαίου». </em>(Βουζίκας, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 125).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Η υπόδειξις της η διαθήκη ερμηνεύεται «φιλαγάθως» ή «καλοθελώς» εδημιούργησε τον κανόνα ο οποίος αποτέλεσε την κεντρικήν γραμήν της ερμηνείας των διαθηκών, τον κανόνα της «benigna interpretatio», ότι δηλαδή επί περισσοτέρων δυνατών ερμηνειών, εν αμφιβολία είναι προτιμητέα η ερμηνεία, η διασώζουσα το κύρος της τελευταίας διατάξεως. Ο κανών της της «benigna interpretatio» περιελήφθη κι εις τον γερμανικό κώδικα, ως § 2084» </em>(Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 84).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Β. Εις το βυζαντινορρωμαϊκόν κληρονομικόν δίκαιον υπήρχον πλήν άλλων οι εξής δύο βασικοί κανόνες: α) εκείνος καθ’ όν αι εν διαθήκη χριστικαί επιδόσεις της τρίτους και ιδίως αι εγκαταστάσεις κληρονόμου έπρεπε να ερμηνεύωνται κατά τρόπον ώστε να ισχύση η διάταξις αντί να ματαιωθεί («benigna intertretatio», «favor testamenti») και β) […]. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Ο Αστικός Κώδιξ δεν περιέλαβε ούτε τον πρώτον (ως ο γερμΑΚ § 2084) ούτε το δεύτερον κανόνα. Διδάσκεται εν τούτοις, καθ’ ερμηνείαν και του άρθρου 173, ότι και υπό τον Κώδικα φυσικόν είναι να γίνη δεκτός ο πρώτος κανών, διότι όταν ο διαθέτης αναγράφη χαριστικήν τινα επίδοσιν εις την διαθήκην, είναι λογικώτερον να δεχθώμεν ότι ήθελε επέλευσιν νομικού τινός αποτελέσματος εξ της παρά ότι δεν ήθελεν τοιούτον.» </em>(Λιτζερόπουλος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 172).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«4. Φιλάγαθη ερμηνεία: Κατά το γνωστό κανόνα του β.ρ.δ., που επιβάλλει τη «φιλάγαθη» ή «καλοθελή» ερμηνεία της διαθήκης (inerpretatio benigna), σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας διάταξης τελευταίας βούλησης, θα πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της. Από το γεγονός, ότι ο κανόνας της δεν επαναλήφθηκε στον ΑΚ, δεν συνάγεται, ότι δεν ισχύει σήμερα, αφού μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάγεται από της ΑΚ 173, 1783  εδ. 2, 1794 και 1979 καθώς και από τη γενικότερη αρχή της κατά το δυνατό εκπλήρωσης της θέλησης του διαθέτη, που απορρέει από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου.» </em>(Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812, παρ. 59).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Αν και δεν έχει περιληφθεί στον ΑΚ η αρχή της interpretation benigna του β.ρ.δ., της «φιλάγαθης» ή «καλοθελούς» δηλαδή ερμηνείας της διαθήκης, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφιβολίας να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της, εντούτοις υποστηρίζεται ότι αυτή συνάγεται από σειρά διατάξεων (ΑΚ 173, 1783 εδ. 2, 1794, 1979), αλλά και από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτήν εναρμονίζεται, εξάλλου, και με τη βούληση του διαθέτη, ο οποίος προφανώς και δεν θα ήθελε να κληρονομηθεί σύμφωνα με της κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής ή βάσει προηγούμενης διαθήκης του. Στη διατύπωση και όχι στη ματαίωση της διάταξης τελευταίας βούλησης αποσκοπεί και ο κανόνας της «εύνοιας υπέρ της διαθήκης (favor testament).» </em>(Ψούνη, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 16, σελ. 885-6).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«11.      Εύνοια διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Ο ερμηνευτής πρέπει να εξαντλήσει κάθε ερμηνευτική δυνατότητα για να διατηρήσει η διαθήκη το κύρος της, για να έχει αποτέλεσμα. Αυτό  εναρμονίζεται με τη βούληση του διαθέτη: ο τελευταίος με τη διάταξή του θέλει κάτι, θέλει συνήθως να αποστεί από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ή από κάποια προηγούμενη διαθήκη. Έργο του ερμηνευτή είναι να εξασφαλίσει αυτό το κάτι με κάθε θεμιτό ερμηνευτικό τρόπο. Ο ΑΚ της δεν αναγνωρίζει ερμηνευτικό κανόνα, της άλλα δίκαια (λ.χ. § 2084 γερμ ΑΚ , β.ρ.δ. ), ότι η διαθήκη σε περίπτωση αμφιβολίας είναι έγκυρη . Κατά τα άλλα τα πιο πάνω ισχύουν, εφόσον έχει διαπιστωθεί ερμηνευτικά ότι υπάρχει διαθήκη. Δεν ισχύουν και για τη διαπίστωση, αν υπάρχει διαθήκη.» (Φίλιος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 19<sup>Α</sup>, σελ. 114).</em></p>
<p style="text-align: justify;"> <strong>ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αριθ. 188/1992 Τμ. Α’ </strong>[ΝοΒ ΜΑ’ 489]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«[…] Η ερμηνεία αυτή, […] συμπορεύεται και με τη γενική αρχή ότι η ερμηνεία των διαθηκών πρέπει να γίνεται με κρίση φιλάγαθη που οδηγεί στη διατήρηση του κύρους των. […]»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αριθμ. 517/1967 ΑΠ Τμ. Γ΄ </strong>[ΝοΒ IΣΤ’ 95]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Προσέτι, κατά το επί του προκειμένου εφαρμοστέο ρ. δίκαιο (αλλά και κατά το ισχύον) ειδικότεροι ερμηνευτικοί κανόνες των διαθηκών είναι ότι η δήλωση του διαθέτη ερμηνεύεται ευρέως και όχι στενώς, επειδή των διαθηκών πλατύτερα ερμηνεύονται τα του διαθέτη γνώμην (νομ. 12 πανδ. 50.17, διδ. 12.2.3) «τας γνώμας των τελευτώντων ου δει στενώς ερμηνεύειν» (νομ. 12.2 πανδ. 7.8, διδ. 12.16.8) «εν αμφιβολία δε περί της έννοιας προτιμάται η ερμηνεία, η οποία είναι επικρατέστερη για εκείνον, τον οποίο αποβλέπει η διάταξη, στα αμφίβολα προτιμάται το καλύτερο».» (νομ. 192 § 1 πανδ. 50. 17, διδ. 192 2. 3).»</em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/">Φιλάγαθη ερμηνεία διαθήκης – Εύνοια υπέρ διαθήκης – Κανόνας ρωμαϊκού δικαίου &#8211; § 2084 Γερμανικού Αστικού Κώδικα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χώροι στάθμευσης σε πυλωτή κτιρίου που έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 06 May 2026 19:29:47 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18420</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δια του άρθρου 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, καθώς και αναγκαστική, παρεπομένως [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/">Χώροι στάθμευσης σε πυλωτή κτιρίου που έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p class="s3" style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δια του άρθρου 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, καθώς και αναγκαστική, παρεπομένως κτωμένη, συγκυριότητα, κατ’ ανάλογονμερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν εις κοινή, υπό πάντων των οροφοκτητών χρήση, όπως αυτά ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3741/1929.</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Με τις ανωτέρω διατάξεις, όμως δεν προσδιορίζεται επαρκώς η έννοια του «ορόφου» και του «διαμερίσματος»ορόφου. Εντούτοις, από το πνεύμα των διατάξεων για την οροφοκτησία, και ιδίως από τον σκοπό αυτών, ο οποίος, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ’ ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθ. 11 του Γεν. Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973), συνάγεται, ότι «όροφος» ή «διαμέρισμα ορόφου» είναι το αναποχώριστοτμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά, διαιρετά ή αδιαίρετα, τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο ή ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει οικιστική χρήση. Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, υπό την ανωτέρω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από τον νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθ. 1002 εδάφ. β΄ ΑΚ και 1 παρ. 2 του Ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας.</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Επομένως, δεν είναι δυνατό να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νομίμως, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής αυτών (άρθρ. 201 ΑΚ). Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη ότι η θεσπιζομένη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα «superficies Solocedit», που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδάφ. α΄ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου του ακινήτου, το οποίο δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε εγκύρως, με τον συστατικό της οροφοκτησίαςτίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτου, υπάγεται αυτοδικαίως από τον νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι’ αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Περαιτέρω, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του Ν.Δ. 8/1973 «Περί Γενικού οικοδομικού Κανονισμού», όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 παρ. 22 και 33 του Ν.Δ.205/1974, προέβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων (PILOTΙS), για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων. Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως «PΙLOTΙS» (άρθρ. 1 παρ. 5 περ. γ΄ του Ν. 960/1997,όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 1221/1981, 7 παρ. 1 περ. Α1 και 9 παρ. 10 ΓΟΚ/1985) είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι’ αυτόν όσα προαναφέρθηκαν. Δηλαδή,η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της PILOTIS, που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διηρημένες) ιδιοκτησίες, θα είναι άκυρη κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Αν, όμως, προβλέπεται στην ως άνω συμφωνία, ότι στα ανωτέρω τμήματα της PILOTIS θα κατασκευασθούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται εγκύρως διηρημένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους που θα κατασκευασθούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους επάγεται ενδεχομένως υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΟΚ, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δε θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας (ΟλΑΠ583/1983).</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Η προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία δεν είναι αντίθετη, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των Ν. 960/1979 και 1221/1981 για τις θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδάφ. α΄ και β΄του Ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981, προβλέπουν ότι, προκειμένου για θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση στάθμευσης αποτελεί διηρημένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους που δεν έχουν σχέση με το κτίριο. Με τις διατάξεις, δηλαδή, αυτές, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων που δεν είναι περίκλειστοι, αλλά απλώς στεγασμένοι, κατ’ εξαίρεση του κανόνα ότι αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικώς, όμως, για την «PILOTIS», το τελευταίο εδάφιο γ΄ της παρ. 5 του ανωτέρου άρθρου ορίζει ότι «αι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου, όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων(PILOTIS), κατά τας ισχύουσας διατάξεις δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενον διηρημένης ιδιοκτησίας». Εκ τούτων παρέπεται ότι τα μεν κλειστά τμήματα της πιλοτής και οι περίκλειστες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας και να μεταβιβασθούν αυτοτελώς και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με την πολυώροφη οικοδομή, τα δε ανοικτά τμήματα αυτής και οι ανοικτές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στον «ελεύθερο ισόγειο χώρο»της πιλοτής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας. Συνεπώς, οι ανοικτοί αυτοί χώροι της πιλοτής ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής <span class="s5">(</span><span class="s5">ΕφΑθ</span> <span class="s5">5914/2022</span><span class="s5"> – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)</span>.</p>
<p class="s6" style="text-align: justify;">
<p class="s8" style="text-align: justify;"><span class="s7"><span class="bumpedFont15">Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος</span></span></p>
<p class="s8" style="text-align: justify;"><span class="s7"><span class="bumpedFont15">e-mail</span></span><span class="s7"><span class="bumpedFont15">:</span></span><span class="s7"><span class="bumpedFont15"> info@efotopoulou.gr</span></span></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/">Χώροι στάθμευσης σε πυλωτή κτιρίου που έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Επιγενόμενη μεταβολή των συνθηκών από διαθέτη – Απαγόρευση διαπλαστικής ερμηνείας διαθήκης λόγω άτυπης μεταδιαθηκικής βούλησης (post testamentum) του διαθέτη</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 05 May 2026 11:24:10 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18409</guid>
		<description><![CDATA[<p>Η διαπλαστική ερμηνεία βρίσκει εφαρμογή σε περίπτωση μεταγενέστερης αυτός σύνταξης αυτός διαθήκης μεταβολής των συνθηκών και τη δημιουργία λόγω αυτός αυτός επιγενόμενου κενού. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή δεν βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση που η μεταβολή των συνθηκών τελέσθηκε από τον ίδιο τον διαθέτη και παρ’ όλα αυτά δεν ανακάλεσε ή τροποποίησε τη διαθήκη του, καθώς λαμβάνει χώρα με τον τρόπο αυτό μία άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/">Επιγενόμενη μεταβολή των συνθηκών από διαθέτη – Απαγόρευση διαπλαστικής ερμηνείας διαθήκης λόγω άτυπης μεταδιαθηκικής βούλησης (post testamentum) του διαθέτη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Η διαπλαστική ερμηνεία βρίσκει εφαρμογή σε περίπτωση μεταγενέστερης αυτός σύνταξης αυτός διαθήκης μεταβολής των συνθηκών και τη δημιουργία λόγω αυτός αυτός επιγενόμενου κενού. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή δεν βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση που η μεταβολή των συνθηκών τελέσθηκε από τον ίδιο τον διαθέτη και παρ’ όλα αυτά δεν ανακάλεσε ή τροποποίησε τη διαθήκη του, καθώς λαμβάνει χώρα με τον τρόπο αυτό μία άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει τη διαθήκη του.</p>
<p style="text-align: justify;">Παρατίθενται θεωρητικά και νομολογιακά αποσπάσματα:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Η διαθήκη, ως δήλωση βούλησης, χρειάζεται ερμηνεία, προκειμένου να διαπιστωθεί και να διασαφηνισθεί τί ήθελε ο διαθέτης, δηλαδή αυτός είναι το περιεχόμενο αυτός τελευταίας του βούλησης. Ο ΑΚ δεν περιέλαβε στο πέμπτο βιβλίο κάποια γενική διάταξη για την ερμηνεία των διαθηκών. Επομένως, η ερμηνεία αυτός διαθήκης γίνεται κατά αυτός γενικούς κανόνες για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών (βλ. ΑΚ 173 και 200)’. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα αυτός διαθήκης επιβάλλει στον ερμηνευτή να ακολουθήσει αποκλειστικά την υποκειμενική μέθοδο ερμηνείας αυτός ΑΚ 173, ώστε να προστατευτεί η αληθινή βούληση του διαθέτη. Εφόσον η βούληση αυτή έχει εξωτερικευτεί και έχει περιβληθεί κάποιον από αυτός νόμιμους τύπους διαθήκης, επιβάλλεται στον ερμηνευτή να αναζητήσει τί πραγματικά ήθελε ο διαθέτης και όχι τί ενδέχεται να αντιλαμβάνονται τρίτοι (π.χ. ο κληρονόμος ή οι δανειστές αυτός κληρονομιάς) ως αυτός το νόημα αυτός διαθήκης . Πρόκειται για την αναζήτηση αυτός αληθινής βούλησης του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης χωρίς προσήλωση αυτός λέξεις, αυτός επιτάσσει η ΑΚ 173. Ενδιαφέρει δηλαδή καταρχήν μόνο το νόημα που απέδιδε στη δήλωσή του ο συγκεκριμένος διαθέτης (υποκειμενικό νόημα), χωρίς να εξετάζεται η άποψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου στον οικείο συναλλακτικό κύκλο (ΑΚ 200: αντικειμενικό νόημα).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Η απόκλιση αυτή από τη γενική μέθοδο ερμηνείας των δικαιοπραξιών (συνδυασμός 2 υποκειμενικής και αντικειμενικής μεθόδου) οφείλεται στην κυρίαρχη θέση που κατέχει στο δίκαιο των διαθηκών το λεγόμενο «δόγμα αυτός βούλησης». Η αληθινή βούληση του διαθέτη αποτελεί ουσιαστικά τον άξονα, γύρω από τον οποίο στρέφεται ολόκληρη η νομοθετική ρύθμιση αυτός εκ διαθήκης διαδοχής. Τα συμφέροντα των συναλλαγών (δηλαδή των τρίτων) έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τη βούληση του διαθέτη, γεγονός που εκφράζεται και σε ορισμένες επιμέρους νομοθετικές ρυθμίσεις, αυτός εκείνες των ΑΚ 1783 εδ. β’, 1784,1794 και 1979. Ωστόσο, η ανάγκη τήρησης τύπου για να είναι ισχυρή η διαθήκη (ΑΚ 1718), διαγράφει τα απώτατα όρια κατά την αναζήτηση αυτός πραγματικής βούλησης του διαθέτη: αυτή δεν μπορεί να αναζητηθεί στο μέτρο που δεν βρίσκει κανέ¬να έρεισμα στο κείμενο αυτός διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>[…]</em></p>
<ol style="text-align: justify;">
<li><em> Μεταβολή των συνθηκών</em></li>
</ol>
<p style="text-align: justify;"><em>Είναι δυνατό, διάταξη τελευταίας βούλησης που είναι σαφής και ανταποκρινόταν στην εσωτερική βούληση του διαθέτη, όταν συνέτασσε τη διαθήκη, να εμφανίσει μεταγενέστερα κενό, επειδή μεταβλήθηκαν ουσιωδώς οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη σύνταξή αυτός. Στην περίπτωση αυτήν, είναι δυνατή η κάλυψη του επιγενόμενου κενού με διαπλαστική ερμηνεία αυτός διάταξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τη συμπληρωτική ερμηνεία, όπου δεν θίγεται η αρχική διαθήκη, η πλήρωση των κενών που ανέκυψαν μεταγενέστερα λόγω ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών γίνεται με προσθήκη, αλλοίωση ή κατάργηση όρων αυτός διαθήκης, ούτως ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδίωκε ο διαθέτης . Η διαπλαστική αυτή ερμηνεία θεμελιώνεται αυτός ΑΚ 200 και 288 και όχι στην ΑΚ 388 που αναφέρεται μόνο αυτός αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ο προσδιορισμός αυτός εικαζόμενης βούλησης του διαθέτη στο πλαίσιο αυτός διαπλαστικής ερμηνείας θα γίνει με βάση τα εξής κριτήρια:</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>α) Αν η μεταβολή των συνθηκών έλαβε χώρα μετά τη σύνταξη της διαθήκης και ο διαθέτης, παρόλο που έμαθε τη μεταβολή, δεν άλλαξε τη διαθήκη του, τότε πρόκειται για άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει τη διαθήκη του, επομένως η αναπροσαρμογή θα πρέπει να αποκλειστεί.» </em>(Απόστολος Γεωργιάδης, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, παρ. 18, παρ. 30-31)</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Είναι πάντως σκόπιμο, ο ερμηνευτής να επιχειρεί με πολλή επιφυλακτικότητα και προσοχή τη συμπληρωματική ερμηνεία αυτός διαθήκης. Και τούτο γιατί κατά τη διακρίβωση του τι θα ήθελε ο διαθέτης, ο ερμηνευτής θα πρέπει συχνά να στηριχθεί σε ελάχιστα πειστικές καταθέσεις μαρτύρων καθώς κι στα διδάγματα αυτός κοινής πείρας (τι θα ήθελε αυτός σώφρων διαθέτης), με ενδεχόμενο να οδηγηθεί έτσι στην ερμηνευτική διαμόρφωση μιας βούλησης που δεν θα είχε ποτέ στην πραγματικότητα ο διαθέτης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Κρίσιμος για τον προσδιορισμό αυτός υποθετικής βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος σύνταξης αυτός διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>[…]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Αν η μεταβολή επήλθε όσο ζούσε ο διαθέτης και αυτός – μολονότι – τη γνώριζε- δεν ανακάλεσει ή δεν τροποποιήσει τη τελευταία διάταξη, ενώ είχε τη δυνατότητα, η μεταβολή αυτή δε επιδρά καταρχήν στην τελευταία διάταξη, αφού δεν είναι νοητή εδώ αναζήτηση υποθετικής βούλησης του διαθέτη.» </em>(Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812, παρ. 64, 67).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Ανασταλτικόν στοιχείον δια την τοιαύτην ερμηνείαν θα είναι αυτός το γεγονός ότι ενώ η μεταβολή των συνθηκών επήλθεν ζώντος του διαθέτου και ούτος είχε πλήρη αντίληψιν αυτός επελθούσης μεταβολής και επί πλέον είχε την ευκαιρίαν να ανακαλέση ή να μεταβάλη την διαθήκην του δεν το έπραξεν. Εις την περίπτωσιν αυτήν θα είναι εκτός πραγματικότητος να επιδιώκεται η ανεύρεσις «υποθετικής» βουλήσεως του διαθέτου, ποία δηλαδή θα ήτο αυτή εάν εγνώριζε την επελθούσαν μεταβολήν, ενώ είναι δεδομένον ότι δεν θα ενδιέφέρθη να αλλοιώση την δήλωσιν τελευταίας βουλήσεως, παρ’ όλον ότι εγνώριζε την επελθούσαν μεταβολήν και ηδύνατο – εάν ήθελε – να το πράξη. Εν προκειμένω και η νομολογία αυτός (ΑΠ 404/1966, εις ΝοΒ ΙΕ 203) αποκρούουσα εις την περίπτωσιν αυτήν την αναζητησιν «υποθετικής» βουλήσεως, κατ’ ουσίαν αποδέχεται – έστω και εμμέσως – ως αποφασιστικήν την </em><em>post</em> <em>testamentum</em><em>, ατύπως, και μάλιστα σιωπηρώς, εκδηλωθείσαν βουλησιν του διαθέτου αυτός μη αποστή των διατάξεων αυτός διαθήκης του.» </em>(Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 83)</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Πάντως η συμπληρωματική ερμηνεία δεν πρέπει να ωθήται μέχρι του σημείου ώστε ο δικαστής να πλάσση αντί του διαθέτου τελευταίαν βούλησιν, περί αυτός οποίας ουδεμία υπάρχει ένδειξις εκ αυτός διαθήκης ότι θα διεμορφώνετο παρά τω διαθέτη.[…]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Β. Η σπουδαιοτέρα πρακτικώς περίπτωσις εφαρμογής αυτός συμπληρωματικής ερμηνείας είναι η αυτός σημαντικής μεταβολής των περιστάσεων μετά την κατάρτισιν αυτός διαθήκης. Η μεταβολή δύναται να επιδράση κατά δύο τρόπους: είτε καθιστά ακατάλληλα ή ανεπαρκή τα μέσα, τα οποία αυτός ωρισμένον σκοπόν κατέλιπεν ο διαθέτης, είτε καθιστά ακατόρθωτον αυτόν τούτον τον σκοπόν. Και εις τας δύο περιπτώσεις θα επιτραπή κατά τ’ ανωτέρω η επέμβασις του ερμηνευτού.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>[…]</em></p>
<ol style="text-align: justify;" start="2">
<li><em> Αδυναμία πραγματοποιήσεως του σκοπού εκ μεταγενεστέρων γεγονότων γεννά το ερώτημα, αν αντί του αδύνατου καταστάντος σκοπού δύναται, κατ’ αναζήτησιν και πάλιν αυτός υποθετικής βουλήσεως του διαθέτου, να ορισθή αυτός παρεμφερής υπό του δικαστηρίου. Η απάντησις πρέπει και εδώ να είναι καταφατική.» </em>(Λιτζερόπουλος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 172).</li>
</ol>
<p style="text-align: justify;"><em>«Γίνεται δεκτό ότι η συμπληρωματική ερμηνεία εφαρμόζεται για την πλήρωση αρχικών κενών και δεν θίγει την αρχική διαθήκη, ενώ στην περίπτωση αυτός ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών (μεταγενέστερων ή επιγενόμενων κενών) εφαρμογή έχει η διαπλαστική ερμηνεία στο βαθμό που αναπροσαρμόζονται οι όροι αυτός διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Κατά τη νομολογία και την υποστηριζόμενη άποψη στη θεωρία η υποθετική βούληση του διαθέτη δεν αναζητείται, όταν αυτός γνώριζε τη μεταβολή που επήλθε μετά τη σύνταξη αυτός διαθήκης του και, παρότι είχε τη δυνατότητα (χρόνο και κατάλληλες συνθήκες), δεν την τροποποίησε. Η υποθετική βούληση του διαθέτη προσδιορίζεται με βάση το χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης.» </em>(Ψούνη, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 16, σελ. 888).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>49/2021 Εφετείο Αιγαίου </strong>[NOMOS]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«</em><em>Άλλωστε, τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται η ενάγουσα αυτός θεμελίωση αυτός μεταβολής των συνθηκών, η οποία επιτάσσει τη διερεύνηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός διαθέτιδος, είχαν ήδη συντελεστεί και ίσχυαν κατά τη διάρκεια αυτός ζωής αυτός κληρονομούμενης , αφού η επικαλούμενη από την ενάγουσα μεταβολή αυτός πολεοδομικής νομοθεσίας έγινε το έτος 1995 (το δε ΠΔ χαρακτηρισμού αυτός Μυκόνου ως παραδοσιακού οικισμού ίσχυε από το έτος 1978, ΦΕΚ 594Δ΄ αυτός 19-10/13-11-1978) και η κληρονομούμενη απεβίωσε το έτος 2006, ενώ το έτος 1998 ςυνέταξε συμπληρωματική διαθήκη και ουδέν τροποποίηςε στην προγενέστερη διαθήκη αυτός του έτους 1986, ως προς τούτο, η οποία διαθήκη επίσης είχε συνταχθεί, ενώ ίσχυε το ως άνω ΠΔ του 1978 και μετά την αναδιαμόρφωση και επισκευή του ισογείου με τη κατάργηση αυτός πόρτας εξόδου του δυτικού τμήματος και την υπογειοποίηση αυτού. Έτσι και ως εκ τούτου, η αναζήτηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός κληρονομούμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού η μεταβολή των συνθηκών επήλθε κατά τη διάρκεια αυτός ζωής αυτός, χωρίς αυτή να ανακαλέσει ή μεταβάλει την τελευταία αυτός διάταξη, ενώ μπορούσε και είχε την ευχέρεια να το πράξει (ΕφΑθ 1972/2002 δημ.</em><em> ΕλλΔ/νη 2005/255, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον, εξάλλου, στο σημείο αυτό ότι το παρεμπίπτον ζήτημα που καλείται να κρίνει το Δικαστήριο κατά τη διερεύνηση αυτός ουσιαστικής βασιμότητας αυτός υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής, είναι αν υπήρξε μεταβολή των συνθηκών μετά το χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης και το χρόνο θανάτου αυτός διαθέτιδος, που να δικαιολογεί τη διερεύνηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός και όχι αν κατά το χρόνο θανάτου αυτής ήταν εφικτή από άποψη πολεοδομικών διατάξεων η σύσταση της οριζοντίου ιδιοκτησίας.»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>1972/2002 Εφετείο Αθηνών </strong>[NOMOS]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Αντί αυτός πραγματικής βουλήσεως αναζητείται η εικαζόμενη (υποθετική) μόνο αυτός περιπτώσεις κατά αυτός οποίες επήλθε απρόοπτα ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών περιστάσεων και συνθηκών, υπό αυτός οποίες ο διαθέτης τελούσε κατά τη σύνταξη αυτός. Εννοείται, αυτός ότι η αναζήτηση αυτή αυτός υποθετικής βούλησης δυσχερώς πρέπει να γίνεται δεκτή, όταν η μεταβολή των συνθηκών επήλθε κατά τη διάρκεια αυτός ζωής του διαθέτη, χωρίς αυτός να ανακαλέσει ή μεταβάλει την τελευταία του διάταξη, ενώ μπορούσε και είχε την ευχέρεια να το κάνει.»</em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/">Επιγενόμενη μεταβολή των συνθηκών από διαθέτη – Απαγόρευση διαπλαστικής ερμηνείας διαθήκης λόγω άτυπης μεταδιαθηκικής βούλησης (post testamentum) του διαθέτη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα ως προς την αύξηση της περιουσίας</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 04 May 2026 07:58:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18406</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα ως προς την αύξηση της περιουσίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: <em>«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.».</em> Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996 Δ/νη 1997.28). Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 144/2024, ΑΠ  312/2023, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017, ΑΠ 1029/2013, ΑΠ 1368/2013  www.areiospagos.gr).</p>
<p style="text-align: justify;">Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Έτσι, δεν αποτελεί απόκτημα με την προαναφερθείσα έννοια οτιδήποτε αποκτήθηκε από το σύζυγο πριν από την τέλεση του γάμου, ή, κατά τη διάρκεια μεν αυτού, από αιτία όμως που προϋπήρχε, όπως αυτό συμβαίνει σε περίπτωση είσπραξης από το σύζυγο διαρκούντος του γάμου μιας απαίτησης, η αιτία της οποίας είχε γεννηθεί πριν από την τέλεσή του. Ο δικαιολογητικός λόγος της προαναφερόμενης εξαίρεσης είναι ο ίδιος που αποκλείει τον υπολογισμό στα αποκτήματα των αποκτηθέντων από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία και συνίσταται στο ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Εάν όμως ένα περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο σύζυγος από προϋπάρχουσα του γάμου αιτία, αξιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού, θεωρείται απόκτημα και εφόσον ο άλλος σύζυγος συνέβαλε στην εν λόγω αξιοποίηση, έχει, συντρεχουσών και των λοιπών προβλεπομένων από την προαναφερθείσα διάταξη προϋποθέσεων, αξίωση συμμέτοχης στην εκ μέρους της επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου (ΑΠ 1697/2018 https://www.areiospagos.gr). Σε ό,τι αφορά τις τιμές υπολογισμού των περιουσιακών στοιχείων (π.χ. ενός ακινήτου), όταν αυτό υπάρχει στην (αρχική) περιουσία και στο χρόνο γέννησης της αξίωσης (τελική περιουσία), για να αποφεύγονται οι τιμαριθμικές και πλασματικές αυξήσεις, γίνεται δεκτό ότι υπολογίζονται, τα ακίνητα κυρίως, με τις ίδιες τιμές που υπολογίζονται και στην τελική περιουσία ή δεν υπολογίζονται καθόλου, εφόσον δεν συγκαταλέγονται στην αύξηση (περιουσιακό στοιχείο κατά την τέλεση του γάμου και κατά τη λύση του γάμου)(Α. Κοτζάμπαση, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, έκδ. 3η, 2023, παρ. 13, σελ. 112 σε sakkoulas-online). Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 3/2016 https://www.areiospagos.gr), ενώ οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος 363/2022, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 1478/2017 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Η περιουσία του υποχρέου κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής (ΑΠ 825/2015 https://www. areiospagos.gr), ώστε να καθίσταται αυτή αόριστη από την παράλειψη αναφοράς ύπαρξης τέτοιας περιουσίας και των στοιχείων της. Εάν όμως ο δικαιούχος σύζυγος εκθέτει στην αγωγή ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου ο υπόχρεος είχε περιουσία, αποτελούμενη από ακίνητα, είναι απαραίτητη η αναφορά της κατά τον χρόνο αυτό αξίας τους, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι μεγάλη ή μικρή, καθόσον δεν νοείται &#8220;μηδενική&#8221; αξία αυτών (ΑΠ 1165/2015 https://www.areiospagos.gr). Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015 https://www.areiospagos.gr). Έτσι, εάν μεν στην αγωγή αναφέρεται ότι δεν υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων αρχική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, ή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με την αρχική περιουσία αυτού, ο τελευταίος, μπορεί κατ’ ένσταση να επικαλεστεί την ύπαρξη περιουσιακών του στοιχείων κατά την τέλεση του γάμου, ώστε με τον υπολογισμό τους και την αφαίρεση από την τελική περιουσία, να εμφανιστεί μειωμένο ποσό διαφοράς των δύο περιουσιών και συνεπώς μικρότερο ποσό στο οποίο θα υπολογιστεί το τυχόν δικαίωμα αποκτημάτων. Με τον ίδιο σκοπό, ο υπόχρεος, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ενάγων αναφέρεται στην ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του υποχρέου, τα οποία αποτελούν αρχική περιουσία αυτού, μπορεί να ισχυριστεί κατ’ ένσταση ότι αντικείμενα της αρχικής περιουσίας δεν είναι μόνο τα αναφερόμενα στην αγωγή, αλλά και άλλα, τα οποία αυτός περιγράφει στον ισχυρισμό του. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εάν ο δικαιούχος σύζυγος, στην περί αποκτημάτων αγωγή του, αναφέρει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στον υπόχρεο σύζυγο κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη του την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 1841/2017 https://www.areiospagos.gr).</p>
<p style="text-align: justify;">Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί κατ’ ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 363/2022, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1316/2017 https://www.areiospagos.gr). (βλ. ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα ως προς την αύξηση της περιουσίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συζύγου: μαχητό τεκμήριο και βάρος απόδειξης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 30 Apr 2026 07:23:24 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18403</guid>
		<description><![CDATA[<p>Οι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/">Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συζύγου: μαχητό τεκμήριο και βάρος απόδειξης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Οι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Η αντίστοιχη αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 -ου άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγόμενου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγός, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθεαυτής ούτε του ποσοστού της, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018 https://www.areiospagos.gr). Επίσης στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη, ούτε και του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 421/2022, ΑΠ 1155/2017 https://www. areiospagos.gr). Δεν είναι επίσης αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής αυτής να αναφέρεται ότι η συμμετοχή του ενάγοντος συζύγου υπερέβαινε την υποχρέωσή του για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας αναλόγως των δυνάμεών του, όπως αυτή (η συνεισφορά) προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ και τις συνθήκες ζωής των διαδίκων, ούτε να προσδιορίζονται οι οικογενειακές ανάγκες, οι δυνάμεις του και συνακολούθως η υποχρέωσή του για συνεισφορά σ’ αυτές και να συγκρίνονται με την επίσης προσδιοριστέα συνολική συμβολή τους, ώστε να προκύπτει διαφορά υπέρ της τελευταίας (συνολικής συμβολής) (ΑΠ 1646/2014 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 421/2022 https://www.areiospagos.gr). Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014 https://www.areiospagos.gr), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1526/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 566/2014 https://www.areiospagos.gr). Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β’ ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020 https://www.areiospagos.gr). Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε ή, εάν επικαλέστηκε, δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου). Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων σύζυγος, κατ’ επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεστεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3 (ΑΠ 362/2022 https://www.areiospagos.gr). Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, εμπεριέχεται, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3 (ΑΠ 182/2021 https://www.areiospagos.gr), αφού ο τελευτάς ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 1548/2022 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>). (βλ. ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/">Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συζύγου: μαχητό τεκμήριο και βάρος απόδειξης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα συμβολής</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 29 Apr 2026 10:42:26 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18400</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα συμβολής</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: <em>«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.».</em></p>
<p style="text-align: justify;">Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1978/2014 https://www.areiospagos.gr). Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021 https://www.areiospagos.gr). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της υπερβαίνουσας την τεκμαρτή, πραγματικής συμβολής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1473/2019 https://www.areiospagos.gr). Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014 https://www.are.ospagos.gr). Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ’ είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 566/2014 https://www.areiospagos.gr).</p>
<p style="text-align: justify;">Όταν λοιπόν ο ενάγων θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, με παροχές οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, πρέπει: α) να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγομένου, β) να αποτιμά τις παροχές του προς τον εναγόμενο καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και γ) να καθορίζει είτε i) το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, είτε ii) το ποσό που υπερβαίνει την υποχρεωτική του συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες. Οι παροχές προς τον εναγόμενο σύζυγο μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς αποτελούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους, ώστε, από τον λόγο της αξίας των παροχών, κατά το μέρος που υπερβαίνουν την οφειλόμενη συνεισφορά, προς τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου, να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σε αυτήν. Δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών, ούτε του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούται ο ενάγων (ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 144/2024, ΑΠ  421/2022, ΑΠ ΑΠ 1553/2018, AΠ 1155/2017, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 825/2015).</p>
<p style="text-align: justify;">Ωστόσο, σε περίπτωση απευθείας διάθεσης ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου αρκεί η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προσδιορισθεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρεώσεώς του συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και την επιβαλλόμενη υποχρέωση από κοινού συνεισφοράς στην αντιμετώπισή τους (ΕΦ ΠΕΙΡΑΙΑ 38/2026 – δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 336/2010 www.areiospagos.gr, ΕφΠειρ 24/2025 TNΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1316/2017 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα συμβολής</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
