<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Δικηγορικό Γραφείο &#124; Ευγενία Φωτοπούλου &#124; Δικηγόροι Αθηνών</title>
	<atom:link href="https://efotopoulou.gr/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://efotopoulou.gr</link>
	<description>Το δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνει αστικό, ποινικό, εμπορικό δίκαιο. Δικηγόροι Αθηνών για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δημόσιο, εργασιακά, κληρονομιά, ιατρική ευθύνη</description>
	<lastBuildDate>Thu, 17 Sep 2026 07:18:27 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.0.31</generator>
	<item>
		<title>Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) υπό το πρίσμα των άρθρων 20 §1 και 28 §1 Συντ. και 6 §1 ΕΣΔΑ – απαγόρευση δικονομικών περιορισμών που αναιρούν την ουσία της δικαστικής προστασίας – Δεν καταλαμβάνονται οι καταχρηστικές προθεσμίες</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 16 Sep 2026 07:02:00 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18731</guid>
		<description><![CDATA[<p>Με τη διάταξη του άρθρ. 20§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ&#8217; αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/">Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) υπό το πρίσμα των άρθρων 20 §1 και 28 §1 Συντ. και 6 §1 ΕΣΔΑ – απαγόρευση δικονομικών περιορισμών που αναιρούν την ουσία της δικαστικής προστασίας – Δεν καταλαμβάνονται οι καταχρηστικές προθεσμίες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Με τη διάταξη του άρθρ. 20§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ&#8217; αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του (ΑΠ 1670/1980), που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ&#8217; αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 805/2001, 1289/2011). Κατά τα λοιπά παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ&#8217; αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 550/2003, 632/2004, 675/2010). Συνεπώς για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ&#8217; αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος (ΑΕΔ 33/1995, 45/1997, ΟλΑΠ 20/1998), δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 360/2010). Με την προϋπόθεση αυτή οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρ. 6§1εδ.α της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας.</p>
<p style="text-align: justify;">Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001). Στο πλαίσιο έτσι αυτό ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την παραπάνω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων (ΑΠ 805/2001, 1783/2005, 1104/2007, 127/2009, 968/2010, 1290/2011).</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τα λοιπά η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη δεν εξαντλείται στην τυπική μόνο δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, αλλά περιλαμβάνει και την αξίωση για απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης, που ικανοποιείται όταν εξασφαλίζεται για όλους τους διαδίκους η δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών τους και η απόδειξή τους με την προσαγωγή των κατάλληλων αποδεικτικών μέσων υπό συνθήκες δικονομικής ισότητας, δηλαδή υπό συνθήκες που δεν θέτουν κάποιο διάδικο σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση από τον αντίδικό του σε σχέση με την παρουσίαση και υπεράσπιση της θέσης του (πρβλ. και ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ankerl κατά Ελβετίας από 23.10.1996). Επομένως είναι κατ&#8217; αρχήν δυνατή η θέσπιση περιορισμών ως προς τα μέσα, το χρόνο και τον τρόπο της δικονομικής προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων, εφόσον αυτοί δεν έχουν ως στόχο να καταστρατηγήσουν, αλλά να διασφαλίσουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, επιταχύνοντας χωρίς σοβαρούς κινδύνους τη δικαστική διαδικασία και συντελώντας έτσι στην απονομή ουσιαστικότερης δικαιοσύνης, ασφαλώς όμως αποκλείονται περιορισμοί που στόχο έχουν να αποδυναμώσουν τη θέση διαδίκου, εμποδίζοντας εξ αρχής αυτόν να προτείνει κρίσιμους για τα έννομα συμφέροντά του ισχυρισμούς. Τέτοιοι περιορισμοί παραβιάζουν σαφώς το ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένο και από την ΕΣΔΑ εγγυημένο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης και είναι καταφανώς αντίθετοι προς την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό άλλωστε και με την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρ. 4§1 του Συντάγματος (ΑΠ 385/2010), δεσμεύοντας τον κοινό νομοθέτη, ώστε όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικό κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανεπίτρεπτη ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση (ΟλΑΠ 23/2004, 38/2005, 3/2006 43/2005).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 152§1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρ. 155§2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, που έχει ως συνέπεια (η απώλεια) την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (άρθρ. 151 ΑΚ) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.</strong> Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη κατά το άρθρ. 518§1 ΚΠολΔ έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σ&#8217; αυτή με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη. Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης.<br />
<strong>Συνεπώς ο θεσμός της επαναφοράς, ως ιδιαίτερη εγγύηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, δεν πρέπει να τίθεται υπό περιορισμούς που αναιρούν τελικά την ίδια την ουσία του</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Σε αντίθεση όμως με τις γνήσιες δικονομικές προθεσμίες, οι καταχρηστικές δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση,</strong> αφού αυτές δεν συνδέονται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια διαδίκου, αλλά <strong>τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών (ΑΠ 1471/ 2007, 2064/2009).</strong> Καταχρηστική είναι και η προθεσμία των τριών ετών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 2 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ, που αρχίζει από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και ισχύει αν η πρωτόδικη απόφαση δεν έχει επιδοθεί, με δυνατότητα ωστόσο επιμήκυνσής της στην περίπτωση που επιδοθεί πριν από τη λήξη της η πρωτόδικη απόφαση και συμβεί, με αφετηρία πλέον την επίδοση αυτή, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ή αναλόγως των εξήντα ημερών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 1 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ να υπερβαίνει τη διάρκεια της καταχρηστικής προθεσμίας (ΑΠ 106/2007). Η παρέλευση έτσι άπρακτης της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση έφεσης αποτελεί αποσβεστικό λόγο του ένδικου αυτού μέσου, χωρίς να λαμβάνονται κατά τα λοιπά υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσαν ενδεχομένως να τηρήσουν τη σχετική προθεσμία<strong>. </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20§1 του Συντάγματος, 6§1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 518§2 ΚΠολΔ αρκεί αυτή καθ&#8217; εαυτή για να εξασφαλίσει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια στο πλαίσιο δίκαιης δίκης (ΑΠ 1471/ 2007, 2064/2009), ενώ και η αρχή της ισότητας δεν θίγεται αδικαιολόγητα, αφού η ασφάλεια του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την προθεσμία αυτή, αντισταθμίζει το έλλειμμα στη δυνατότητα άσκησης έφεσης μεταξύ όσων από λόγους ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου τους εμποδίσθηκαν να εφεσιβάλουν έγκαιρα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας την πρωτόδικη απόφαση και εκείνων που δεν εμποδίσθηκαν από τέτοιους λόγους.</strong></p>
<p style="text-align: justify;"> Σε κάθε περίπτωση η επαναφορά πρέπει κατά το άρθρ. 153 ΚΠολΔ να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται κατά το άρθρ. 155§1 του ίδιου Κώδικα με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο. Επομένως η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης, το οποίο και στην περίπτωση αυτή πρέπει κατά το άρθρ. 520§2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, να κατατεθεί στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, να κοινοποιηθεί στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης και βέβαια μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 153 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 205/2003, 376/2008, 1236/2008). [ΑΠ 264/2013, δημ. σε areiospagos.gr]</p>
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/">Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) υπό το πρίσμα των άρθρων 20 §1 και 28 §1 Συντ. και 6 §1 ΕΣΔΑ – απαγόρευση δικονομικών περιορισμών που αναιρούν την ουσία της δικαστικής προστασίας – Δεν καταλαμβάνονται οι καταχρηστικές προθεσμίες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασικών εκτάσεων στις μη δορυάλωτες Λέσβο και Χίο</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 15 Sep 2026 08:19:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18726</guid>
		<description><![CDATA[<p>Οθωμανικές γαίες: Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, &#8220;μούκλια&#8221;, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/">Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασικών εκτάσεων στις μη δορυάλωτες Λέσβο και Χίο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Οθωμανικές γαίες:</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, &#8220;μούκλια&#8221;, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Κατά δε το άρθρο 2, παρ. 1 και 3 του ίδιου ως άνω νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; της 7ης Ραμαζάν, οι γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ήταν τεσσάρων ειδών και συγκεκριμένα (παρ. 1): α) τα κείμενα σε χωριά και κώμες οικόπεδα, καθώς και οι γαίες που βρίσκονταν στον περίβολο τους και οι οποίες δεν μπορούσαν να είναι σε έκταση μεγαλύτερες από μισό στρέμμα, θεωρούνταν δε συμπλήρωμα της κατοικίας, β) οι γαίες, οι οποίες αποσπάσθηκαν από δημόσιες γαίες και με την άδεια του ιερού νόμου υπήχθησαν στην αληθινή ιδιοκτησία κάποιου προκειμένου να εξουσιάζονται κατά τους διάφορους τρόπους κυριότητας, γ) οι δεκατιζόμενες γαίες , δηλαδή εκείνες οι οποίες διανεμήθηκαν ως λάφυρα στους πορθητές και δ) οι φορολογούμενες γαίες (χαραδτζηέ &#8211; terres tributaires), δηλαδή εκείνες που είχαν μείνει στην κατοχή των μη μουσουλμάνων κατοίκων. Η κυριότητα των καθαρής ιδιοκτησίας γαιών ανήκει στον κύριο αυτών μεταβιβαζομένων κληρονομικώς ως τα λοιπά πράγματα και διεπομένων από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την αφιέρωση, την υποθήκη, τη δωρεά και το δικαίωμα προτίμησης (παρ. 3). Επί των ιδιοκτήτων γαιών εφαρμοζόταν το άρθρο 1194 του οθωμανικού αστικού κώδικα. Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες ή βακουφικές με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα). Ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι κατά το Κοράνιο και το Ιερό Μουσουλμανικό δίκαιο κάθε γη που προερχόταν από κατάκτηση (και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία προερχόταν ως επί το πλείστον από κατάκτηση) περιερχόταν στον κυρίαρχο Σουλτάνο ως εκπρόσωπο του Δημοσίου.</p>
<p style="text-align: justify;">Ιδιοκτησιακό καθεστώς γαιών στις νήσους Λέσβο και Χίο:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Κατ’ εξαίρεση στη νήσο Λέσβο (όπως και στη Χίο) οι γαίες υπάγονταν στην κατηγορία των κατά πλήρη κυριότητα εξουσιαζόμενων κτημάτων, δηλαδή &#8220;ουρφιμούλκι&#8221; ή και με διαφορετική ονομασία &#8220;εραζηιμεμλουκέϊ χαραδτζηέ&#8221; (μούλκια), δηλαδή γαίες ιδιόκτητες φορολογούμενες. </strong>Η διαφοροποίηση αυτή από την υπόλοιπη Ελλάδα οφειλόταν στο γεγονός ότι <strong>η νήσος Λέσβος δεν θεωρήθηκε κατακτηθείσα (δορυάλωτος) χώρα</strong>, αλλά υπαχθείσα υπό την οθωμανική αυτοκρατορία με σύμβαση &#8220;σουλχέν&#8221;, αφού οι κάτοικοι της δεν επιθυμούσαν την κυριαρχία των Γενουατών, υπό των οποίων την κατοχή βρισκόταν το νησί κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και προτίμησαν να μετέχουν της τύχης των υπολοίπων Ελλήνων. Για τον λόγο αυτό απέστειλαν πρεσβεία στον Σουλτάνο ζητώντας να έλθει να καταλάβει το νησί και να εκδιώξει τους Γενουάτες (το νησί καταλήφθηκε το έτος 1462). <strong>Ως εκ τούτου αναγνωρίσθηκαν στους κατοίκους της νήσου Λέσβου (όπως και της Χίου) από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποια προνόμια και ιδίως το δικαίωμα της πλήρους ιδιοκτησίας των κατοίκων και των Κοινοτήτων επί των ακινήτων.</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί δασών που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν (αείποτε αδέσποτα):</p>
<p style="text-align: justify;">Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221;, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων 4/16.6.1830, 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21-6/3.7.1837 &#8220;περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221; περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση &#8220;δικαιώματι πολέμου&#8221;, ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνική Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο &#8220;δικαιώματι πολέμου&#8221; αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο &#8220;Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων&#8221;, όπου διαλαμβάνεται ότι &#8220;Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους<strong>&#8220;. Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3- 22/1.2.1830 &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221;, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (&#8220;μούλκια&#8221;) και τα δικαιώματα εξουσίασης (&#8220;τεσσαρούφ&#8221;) τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο</strong>. Όπως ήδη εκτέθηκε, λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στα νησιά του Αιγαίου. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου αναγνώρισε και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη &#8220;Διασάφηση&#8221; (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 &#8220;περί προικοδοτήσεως Ελληνικών Οικογενειών από 26.5/7.6.1835&#8243;, όπου γίνονταν αναφορά στο &#8220;ιδιότροπο&#8221; της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο όλες σχεδόν οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα. <strong>   </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά του Αιγαίου, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα, της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητα τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. </strong>Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα &#8220;Βακούφια&#8221; και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29- 11-1836 &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221; αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι &#8220;εξουσιάσεως&#8221; θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008). Μετά από αυτά, με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά του Αιγαίου στα οποία ανήκει και η Λέσβος, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Επίσης, στο άρθρο 62 παρ. 1 εδ.β&#8217; του Ν. 998/1979 &#8220;Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας&#8221; στο οποίο ορίζεται ότι: &#8220;Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου, είτε ως αιτούντος, είτε ως καθ&#8217; ου η αίτησης, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όποιος επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να απόδειξη την παρ&#8217;αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματος του. Κατ&#8217;εξαίρεσιν όμως η διάταξις αυτή δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και των νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων&#8221;. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη (ΑΠ 340/1985), για τη νομοθετική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 695/2018). (ΑΠ2105/2022 NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Διαχωρισμός δασών ως ιδιωτικών και αείποτε αδεσπότων-δημοσίων:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Το γεγονός ότι μία έκταση χαρακτηρίζεται εν μέρει ως δασική έκταση και εν μέρει ως χορτολιβαδική δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως ιδιωτική έκταση, καθόσον το επίδικο ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται στη μη &#8220;δορυάλωτη&#8221; Λέσβο (ή Χίο), συνεπώς, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών που φέρει (δάσους ή δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης), δεν μπορεί προκαταβολικά να θεωρηθεί δημόσια γαία, με τη λογική ότι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και ότι συνακόλουθα δεν μπορεί και να αποκτηθεί δικαίωμα τεσσαρούφ με το βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.</strong> Και τούτο διότι είναι διαφορετικό πράγμα η αναζήτηση ενός αείποτε αδέσποτου ακινήτου που συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες του εδάφους του δεν αποκλείουν αυτήν την ιδιότητα (που μπορεί να είναι μία βραχώδης έκταση ή ένα δάσος) και το οποίο πράγματι, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αδέσποτο, ανήκει στο δημόσιο και άλλο πράγμα να θεωρείται προκαταβολικά κάθε δασική έκταση ως δημόσια γαία&#8230; οι γαίες που απαρτίζουν την ιδιοκτησία των &#8220;ιδιωτών&#8221; στις μη &#8220;δορυάλωτες&#8221; περιοχές του Αιγαίου, όπως η Λέσβος, πριν την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, αμέσως μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας παραμένουν ιδιόκτητες γαίες, ως αποτέλεσμα μιας &#8220;προνομιακής κυριαρχικής παραχώρησης&#8221;, και δεν περιορίζονται μόνο σε αγρούς, αλλά επεκτείνονται, σύμφωνα με την τότε υπάρχουσα ιδιοκτησιακή κατάσταση, σε κάθε μορφής ακίνητο εξουσιαζόμενο από &#8220;ιδιώτες&#8221;, είτε είναι δάσος, δασική έκταση, χορτολιβαδική έκταση, διασωθείσα αγροτική έκταση κλπ. Στα εν λόγω ακίνητα μουλκ η επ&#8217;αυτών εξουσία και η άσκηση πράξεων νομής, είναι ευρύτερη από αυτήν που απαιτεί το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών (την καλλιέργεια) για να κτηθεί τεσσαρούφ με χρησικτησία, ενώ <strong>το εάν ένα ακίνητο στη μη &#8220;δορυάλωτη&#8221; Λέσβο είναι &#8220;αείποτε αδέσποτο&#8221; το εάν κάποια ακίνητα μουλκ κατέστησαν στη συνέχεια αδέσποτα, σύμφωνα με τους όρους και τον τύπο του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και το εάν το Δημόσιο απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο αποτελεί ισχυρισμό του Δημοσίου που πρέπει να αποδειχθεί.</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Δυνατότητα χρησικτησίας επί των μουλκ:</p>
<p style="text-align: justify;">Επιπλέον σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο στους ιδιώτες παραχωρούνται με τίτλους (ταπιά) από την Πολιτεία από τις δημόσιες γαίες εκτάσεις για συγκεκριμένη χρήση, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της γης που παραχωρείται. Η εξουσία και το δικαίωμα αυτό ονομάζεται &#8220;τεσσαρούφ&#8221; που στην κυριολεξία σημαίνει &#8220;χρήση&#8221; και οι δικαιούχοι ονομάζονται &#8220;εξουσιαστές&#8221;. <strong>Στη νήσο Λέσβο όπως και στην Χίο, όπως προαναφέρθηκε, οι κάτοικοι είχαν δικαίωμα κυριότητας και όχι &#8220;τεσσαρούφ&#8221;, καθόσον εν προκειμένω δεν υφίστατο το καθεστώς των δημοσίων γαιών. Η εξουσίαση των ιδιωτικών εκτάσεων γινόταν δυνάμει τίτλων του Κτηματολογίου. </strong>Από το συνδυασμό δε της διατάξεως του άρθρου 1248 του οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως της κυριότητας, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και εκείνης του άρθρου 1660 του ίδιου οθωμανικού ΑΚ που προβλέπει την 15ετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι <strong>δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας, όσο και επί των δημοσίων γαιών</strong>. Επομένως δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, είτε τακτική είτε έκτακτη, αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από το έτος 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για τη κτήση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, (μεταξύ των οποίων οι νήσοι Λέσβος και Χίος), οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου &#8220;περί γαιών&#8221;, οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ’   αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι&#8217; αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Στις Νέες Χώρες από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις έχουσες εφαρμογή, κατ&#8217; άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη κι αν αυτά ήταν δάση ή δασικές εκτάσεις.</p>
<p style="text-align: justify;">Ειδικότερα, ναι μεν δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όπως το επίδικο, όσο και επί των δημοσίων γαιών, ωστόσο στη νήσο Λέσβο (και Χίο) το οθωμανικό, δίκαιο ίσχυσε μέχρι και την απελευθέρωση του νησιού, στις 8.11.1912, και εν συνεχεία και μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (δηλαδή μέχρι και 23.2.1946) ίσχυσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. <strong>Συνεπώς, δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία (είτε τακτική είτε έκτακτη), αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από του έτους 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία (άρθρα 1 και 2 Ν. 147/1914) και ως εκ τούτου από το 1914 έως 23.2.1946 μπορούσε κάποιος να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έχοντας στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, επί 30 έτη και με καλή πίστη ακίνητο ελεύθερης ιδιοκτησίας.</strong></p>
<p style="text-align: justify;"> Τέλος, <strong>στην περίπτωση αυτή του μαχητού υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915 εφόσον πρόκειται για δημόσιο κτήμα, όχι όμως και όταν δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, οπότε αρκεί να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο του έως την άσκηση της αγωγής ή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του έως το χρόνο της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής δεν απαιτείται να επικαλεσθεί ο ενάγων ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 643/2017). </strong>(ΑΠ713/2023 NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><strong> </strong></p>
<p style="text-align: justify;">(ΑΠ 2105/2022, ΜΠρ Μυτιλήνης 219/1999 NOMOS: Λέσβος, ΑΠ 713/2023 NOMOS: Χίος)</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/">Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασικών εκτάσεων στις μη δορυάλωτες Λέσβο και Χίο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χρησικτησία επί δασών και δασικών εκτάσεων εις βάρος του Δημοσίου</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 14 Sep 2026 06:20:52 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18720</guid>
		<description><![CDATA[<p>Μη αναγνώριση του θεσμού της χρησικτησίας στο Οθωμανικό Δίκαιο Σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται: (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/">Χρησικτησία επί δασών και δασικών εκτάσεων εις βάρος του Δημοσίου</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Μη αναγνώριση του θεσμού της χρησικτησίας στο Οθωμανικό Δίκαιο</p>
<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο <em>«περί γαιών»</em> της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται: (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα που δεν τα φυτεύει κανένας, (γ) στα αφιερωμένα σ` έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), (δ) στα εγκαταλειμμένα και (ε) στα &#8220;νεκρά&#8221;. Από το συνδυασμό του νόμου αυτού προς τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και του Νόμου &#8220;περί Ταπίων&#8221; της 7 Μουχαρέρ 1293, τα δημόσια κτήματα &#8211; στα οποία ανήκαν και τα δάση &#8211; εξουσιάζοντο μόνο με την έκδοση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ειδικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της, για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως. Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες (δημόσιες) γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμοι προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης, όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λειβάδια, για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου (πρβλ. ΑΠ 446/1992, ΑΠ 840/2010, ΑΠ 266/2010, Παπαδοπούλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου §244 και εκεί παραπομπές) (1392/2010 ΑΠ)</p>
<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 του Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι <strong>δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου</strong> (άρθρα 1248 και 1614 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα και άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου περί γαιών, ΑΠ 416/1963 ΑρχΝ ΙΔ` 650, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, παρ. 244.5, σελ. 562) (1/2002 ΠΠρ Τρικάλων NOMOS) (148/2021 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο</p>
<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Δυνάμει του Β.Δ. της 23.2.1835 για τον Πολιτικό Νόμο των Ελλήνων στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος είχαν εφαρμογή τα οριζόμενα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που τέθηκε σε ισχύ. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο &#8220;Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221;, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι &#8220;ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις&#8221;.(48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS, 2072/2025 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Από καμιά διάταξη του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ή άλλου νεότερου νόμου, από αυτούς που ίσχυσαν μέχρι τις 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΝΔ της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης» συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ`αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα, (πράγμα το οποίο συνέβαινε για τις εθνικές βοσκήσιμες εκτάσεις, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3 επ του Ν. ΝΘ/1864 και 3 του Ν ΨΠΖ/1882). Αντίθετα, από τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3),  σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν 21-6/6.3.1837 «περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων» συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα <strong>δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από, ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία</strong> κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ ’ αυτό με καλή πίστη, δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, [ν.20 παρ.12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ.(18.1), ν.10,18 και 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) και ν.109 Πανδ.(50.16)], και διάνοια κυρίου <strong>σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας έως την 11<sup>η</sup>/09/1915</strong>, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. (913/2025 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 69/2018, 849/2021 ΑΠ NOMOS). Ωστόσο, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. (638/2016 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Αναλυτικότερα:</p>
<p style="text-align: justify;">Πράξεις νομής</p>
<p style="text-align: justify;">Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 998 όπως 28/29-12-1979 συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, απαιτείται η <strong>άσκηση πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους</strong>, όπως είναι η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α. και όχι όπως πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 1648/2022, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 984/2017). Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α` του α.ν. 1539/1938, που επαναλήφθηκαν όπως διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται <em>«Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνον διά της, κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, επί τη βάσει αδειών της δασικής αρχής, υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων»</em>. Έτσι, στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2, παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ. 86/1969) (ΑΠ 493/2018). Συγκεκριμένα, για τη στοιχειοθέτηση της τρίτης αυτής προϋπόθεσης απαιτείται άσκηση εκχέρσωσης, υλοτομίας, σποράς ή άλλης διακατοχικής πράξης από τον καθ’ ου στρέφεται το πρωτόκολλο στην επίδικη έκταση. Η έννοια της διακατοχικής πράξης στην προκειμένη περίπτωση θα ληφθεί υπόψη με την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, όπως δηλαδή αυτή ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Αποτελεί δε κατά τις εν λόγω διατάξεις (ΑΚ 974) διακατοχική πράξη η άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα με διάνοια κυρίου (νομή) . Ειδικότερα, άσκηση νομής σε ακίνητο αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ ’ αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσίασής του με διάνοια κυρίου (1669/2024 ΜΠρ Αθηνών NOMOS). Μάλιστα για τα δάση, που θεωρούνται ακίνητα που δεν είναι δεκτικά καλλιέργειας, η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψή τους αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, χωρίς παράλληλα να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 991/2012), ούτε ο προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων νομής σε κάθε επίδικο τμήμα της ευρύτερης έκτασης (ΑΠ 556/2012), καθώς και των ονομάτων των αντιπροσώπων του νομέα ή των βοηθών νομής αυτού (638/2016 ΑΠ NOMOS, 1392/2010 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Ειδική επισήμανση απαιτείται για την βοσκή, καθώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2εδγ του α.ν. 1539/1938 που επαναλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται, αντίστοιχα, <em>ότι «Προκειμένου ειδικώς περί δημοσίων δασών μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών <strong>ουδέποτε η βοσκή θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής</strong>»</em> και <em>«Μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής»</em>, ήτοι πρόκειται για βοσκή σε δημόσια δάση (ΑΠ 10/2020).</p>
<p style="text-align: justify;">Στην περίπτωση λοιπόν χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως των άρθρων 49 του ν. 2052/1920, 215 του ν. 4173/1929, 58 του αν 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη, ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή εκ μέρους αυτού τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω βδ της 17-11/1-12-1836 &#8220;Περί ιδιωτικών δασών&#8221; (ΑΠ 1753/17). (27/2019 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 573/2015, ΑΠ 1249/2013, 826/2018 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Χρόνος χρησικτησίας</p>
<p style="text-align: justify;">Ο <strong>χρόνος χρησικτησίας</strong> έπρεπε να είχε συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11.9.1915, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν. όπως 21.6/3.7.<em>1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων»</em>, καθώς και από τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ ’/1912 «περί δικαιοστασίου», σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα μέχρι του έτους 1930, με τις οποίες ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων του Δημοσίου και η αναστολή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και με το άρθρο 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 <em>«περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων όπως Αεροπορικής Αμύνης»</em> που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, στο οποίο ρητώς ορίζεται ότι <em>«τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους &#8230;»</em> (930/2012 ΑΠ NOMOS, 1/2002 ΜΠρ Τρικάλων NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Μετά το χρονικό αυτό σημείο, εφόσον δεν έχει συμπληρωθεί η τριακονταετία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των μεταγενέστερων διατάξεων του άρθρου 49 του Ν. 2052/1920, κατά τις οποίες τα δικαιώματα του δημοσίου επί δασικών εκτάσεων παραμένουν ισχυρά, του άρθρου 215 Ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα), του άρθρου 58 του ν.δ. 86/1969 «περί Δασικού Κώδικα» και των άρθρων 2 και 4 του Αν.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών οποιαδήποτε πράξη νομής ότι ουδείς δύναται να αποκτήσει δικαιώματα νομής με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε άλλη πράξη επί δημόσιων δασών κλπ., η βοσκή επί δημόσιων δασών κλπ, ουδέποτε θεωρείται πράξη νομής και μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη και, τέλος ότι τα δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή. (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 629/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 384/2014 ΕλλΔνη 2015.705). (21/2024 ΜΠρ Λαμίας NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Άλλως ειπείν</strong>, με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο, ήτοι συμπληρωθείσας μέχρι και την 11.9.1915, επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Επίσης, δεν έχουν πλέον εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις Α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 «περί Δασικού Κώδικος» και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν 1539/1938 και από το άρθρο 16 του αν 192/1946, και όπως επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του νδ 86/1969 περί «Δασικού Κώδικος», με τις οποίες ορίζεται Αα) ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και Αβ) ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτήν διακατοχική πράξη, και Β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (βλ. ΑΠ 1182/2018 όπ, 309/2012 ΤΝΠ Νόμος). (186/2025 ΜΠρ Σύρου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Με το θεσμό του ρωμαϊκού δίκαιου περί της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas cujus memoria non exstat), τον οποίο αγνοεί ο Αστικός Κώδικας, κυρωνόταν ως έννομη η πραγματική κατάσταση, την οποία η ζώσα γενεά &#8211; μέχρι εκεί που φθάνει η μνήμη της &#8211; έτσι τη γνώρισε στο παρελθόν, χωρίς να διασώσει από την παρελθούσα γενεά καμμιά παράδοση για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως. Απαιτείτο δηλαδή η πάροδος τόσου χρόνου, ώστε η παρούσα γενεά ανθρώπων και η αμέσως προηγηθείσα, καθεμιά γνώρισαν διαφορετική κατάσταση (Οικονομίδη, Γεν. Αρχαί, παρ. 68, Κρασσά-Πράτσικα, Γεν. Διδασκαλίαι, παρ. 217, Μπαλή, Γεν. Αρχαί, παρ. 140). Ο θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας δεν ήταν κτητικός κυριότητας (ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος) αλλά κυρωτικός της μέχρι τώρα υφισταμένης καταστάσεως. Με αυτόν κυρωνόταν ως έννομη η μέχρι τώρα πραγματική κατάσταση, της οποίας η γένεση εξαφανιζόταν στα βάθη του παρελθόντος. Αλλά και πάλι δεν επρόκειτο για γενικό τρόπο κυρώσεως οποιασδήποτε πραγματικής καταστάσεως αλλά για ειδικό που ίσχυε μόνο στις ειδικές περιπτώσεις τις αναφερόμενες στις πηγές (ΑΠ 544/1972 ΝοΒ 20.1404, ΑΠ 245/1964 ΝοΒ 12.693, Γεωργιάδης, εις Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, αρθρ. 1041, παρ. 4 επ`). Τουτέστιν ο θεσμός αυτός δεν αποτελούσε τίτλο προς διεκδίκηση γενικό αλλά μόνο επί δημοτικών οδών, υδραγωγείων και τεχνητών έργων με τα οποία μεταβάλλεται η φυσική ροή των ομβρίων υδάτων (ν. 2, παρ. 22 Π. (43.8), Ν. 3 παρ. 4 Π. (43.20), Ν. 26 Π. (39.3), βλ. ΑΠ 19/1919 Θ Λ` 257, Κατσικόπουλου, Πανδέκτης Αστικού Δικαίου, Α`-Δ`, σελ. 175). Κατά συνέπεια, όταν η διεκδικητική αγωγή της κυριότητος στηρίζεται στην αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, είναι νόμω αβάσιμος. Όμως, όταν ο ενάγων επικαλείται και την κτήση της κυριότητος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, ήτοι όταν ισχυρίζεται ότι από αμνημονεύτων χρόνων νέμεται το επίδικο διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί 30 έτη, στον όρο της αγωγής &#8220;από αμνημονεύτων ετών&#8221; περιλαμβάνεται και το έλασσον, ήτοι η 30ετία (ΕφΠατρ 43/1904 Θ` ΙΣΤ` 124).</p>
<p style="text-align: justify;">Ειδική διαδοχή</p>
<p style="text-align: justify;">Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου συστηνόταν μόνο με έγκυρη εν ζωή δικαιοπραξία, η οποία έπρεπε να είχε υποβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου κατά την ισχύουσα προ της εισαγωγής του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα περί Χαρτοσήμου και με την οποία μεταβιβαζόταν το δικαίωμα του προκτήτορος επί του ακινήτου στον ειδικό διάδοχο. Η δικαιοπραξία αυτή, δηλαδή, αποτελούσε τον κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων για τον ως άνω υπολογισμό του χρόνου έκτακτης χρησικτησίας. Χωρίς τον ανωτέρω τύπο δεν υπήρχε ο απαιτούμενος σύνδεσμος και δεν μπορούσε να χωρήσει ο συνυπολογισμός (βλ. ΑΠ 497/1981, ΝοΒ 1982.53, ΑΠ 13/1980, ΝοΒ 1980.1133, ΠΠΑΘ. 2661/2010, ΠΠΑΘ. 1409/2010, ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδης στον ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, άρθρο 1051 αρ. 9, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Δ`, Ημίτομος Α`, 2007, άρθρο 1051 αρ. 15, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Τόμος 1ος, 1989, σελ. 72).</p>
<p style="text-align: justify;">Βάρος απόδειξης της κυριότητας του Δημοσίου</p>
<p style="text-align: justify;">Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 1054 και 966 – 968 του ΑΚ, προκύπτει <strong>ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι δημόσιο κτήμα ή ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντίδικου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία</strong> που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, <strong>όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του.</strong> Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτησης κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, αν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια περιουσία και τεκμαίρεται ότι έχει επ&#8217; αυτού κυριότητα, <strong>ο ενάγων</strong> μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δημόσιας περιουσίας, με απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ&#8217; αυτό και <strong>στην περίπτωση υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015)</strong>, και όταν δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας καθένας αποδεικνύει το δικό του ισχυρισμό (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 1187/2022), και, συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο φέρει όπως συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητά του (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 284/2021). (341/2024 ΑΠ NOMOS, 1160/2025 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΣΗΜΕΙΩΣΗ &#8211; ΠΡΟΣΟΧΗ</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Καθίσταται επιτακτική η έρευνα ανά περιοχή της νομικής βάσης περιέλευσης στο Ελληνικό Δημόσιο των “εθνικών γαιών”, καθώς ο διαφορετικός χρόνος και τρόπος προσάρτησης των εδαφών που κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος, ενδέχεται να αποκλείουν την συμπλήρωση της τριακονταετίας προ της 11<sup>η</sup>/09/1915 και να καθιστούν επομένως αδύνατη την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία. (48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS, 67/2024 Εφετείο Αιγαίου  NOMOS, 21/2024 ΑΠ NOMOS, 874/2006 ΑΠ NOMOS, 1551/2023 AP ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr">info@efotopoulou.gr</a></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/">Χρησικτησία επί δασών και δασικών εκτάσεων εις βάρος του Δημοσίου</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αξίωση αποκατάστασης δαπανών από συγκύριο</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/axiosi-apokatastasis-dapanon-apo-sigkirio/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/axiosi-apokatastasis-dapanon-apo-sigkirio/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 11 Sep 2026 06:33:18 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18717</guid>
		<description><![CDATA[<p>(&#8230;) Κατά τα άρθρα 1094, 1113 και 1116 ΑΚ κάθε συγκύριος έχει το δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα. Όταν όμως διεκδικεί ολόκληρο το πράγ­μα, οφείλει να απαιτήσει την απόδοσή του σε όλους τους συγκυρίους. Με την ΑΚ 1116, παρέχεται σε κάθε συγκύριο το δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, πέρα από το σχετικό με την προστασία της ιδανικής του μερίδας, να ασκήσει για [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/axiosi-apokatastasis-dapanon-apo-sigkirio/">Αξίωση αποκατάστασης δαπανών από συγκύριο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">(&#8230;) Κατά τα άρθρα 1094, 1113 και 1116 ΑΚ κάθε συγκύριος έχει το δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα. Όταν όμως διεκδικεί ολόκληρο το πράγ­μα, οφείλει να απαιτήσει την απόδοσή του σε όλους τους συγκυρίους. Με την ΑΚ 1116, παρέχεται σε κάθε συγκύριο το δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, πέρα από το σχετικό με την προστασία της ιδανικής του μερίδας, να ασκήσει για ολόκληρο το πράγμα τις από την κυριότητα αξιώσεις, όπως είναι οι προστατευτικές της κυριότητας εμπράγματες αξιώσεις δηλαδή η διεκδικητική, η αρνητική, η πουβλικιανή (Γεωργιάδης -Σταθόπουλος ΕρμΑΚ, τόμος V, υπό το άρθ. 1116 αριθ. 1, σελ. 704 επ., ΑΠ 438/2001, ΑΠ 18/1997, ΕφΑθ 8464/2004 Νόμος, ΑΠ 1162/74 ΕΕΝ 42. 588). Όμως η αξίωση για καταβολή των δαπανών αποκατάστασης των ζημιών, (914 ΑΚ), που προξενήθηκαν σε κοινό, εξ αδιαιρέτου, ακίνητο, έχει διαιρετό αντικεί­μενο. Συνεπώς, <strong>σε περίπτωση υπάρξεως περισσοτέρων συγκυριών, καθένας απ’ αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθ. 480 </strong><strong> ΑΚ,</strong><strong> δικαιούται να ζητήσει την καταβο­λή των δαπανών αυτών, στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα επί του κοινού ακινήτου</strong> (Γεωργιάδης &#8211; Σταθόπου­λος, ό.π. αριθ. 7, σελ. 707, όπου παραπ. ΑΠ 203/1978 ΝοΒ 27.46). Περαιτέρω κατ’ άρθ. 73 KΠολΔ, η νομιμοποίηση των δια- δίκων εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (βλ. ΕφΑθ 475/2003 Νόμος, ΕφΑθ 1666/1966 ΝοΒ 15.453, 386/2019 Εφετείο Λάρισας, NOMOS, 1238/2007 Εφετείο Πατρών, NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/axiosi-apokatastasis-dapanon-apo-sigkirio/">Αξίωση αποκατάστασης δαπανών από συγκύριο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/axiosi-apokatastasis-dapanon-apo-sigkirio/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η κατ’ άρθρο 1496 εδ. β΄ ΑΚ ένσταση περί διαφορετικού τρόπου καταβολής της διατροφής – Προϋποθέσεις και ορισμένο</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/i-kat-arthro-1496-ed-v%ce%84-ak-enstasi-peri-diaforetikou-tropou-katavolis-tis-diatrofis-proipothesis-ke-orismeno/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/i-kat-arthro-1496-ed-v%ce%84-ak-enstasi-peri-diaforetikou-tropou-katavolis-tis-diatrofis-proipothesis-ke-orismeno/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 10 Sep 2026 06:22:42 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18708</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με το άρθρο 1496 ΑΚ “Η διατροφή προκαταβάλλεται σε χρήμα κάθε μήνα. Αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον υπόχρεο την καταβολή με άλλον τρόπο”. Με τη διάταξη του εδ. β΄ παρέχεται, δηλαδή στο δικαστήριο η ευχέρεια, μετά από αίτηση του υπόχρεου, να επιτρέψει σ’ αυτόν την καταβολή της διατροφής με άλλο τρόπο. Η αναφορά της διάταξης στον τρόπο δεν έχει την έννοια μόνο του τρόπου [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-kat-arthro-1496-ed-v%ce%84-ak-enstasi-peri-diaforetikou-tropou-katavolis-tis-diatrofis-proipothesis-ke-orismeno/">Η κατ’ άρθρο 1496 εδ. β΄ ΑΚ ένσταση περί διαφορετικού τρόπου καταβολής της διατροφής – Προϋποθέσεις και ορισμένο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με το άρθρο 1496 ΑΚ <em>“Η διατροφή προκαταβάλλεται σε χρήμα κάθε μήνα. Αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον υπόχρεο την καταβολή με άλλον τρόπο”.</em> <strong>Με τη διάταξη του εδ. β΄ παρέχεται, δηλαδή στο δικαστήριο η ευχέρεια, μετά από αίτηση του υπόχρεου, να επιτρέψει σ’ αυτόν την καταβολή της διατροφής με άλλο τρόπο.</strong> Η αναφορά της διάταξης στον τρόπο δεν έχει την έννοια μόνο του τρόπου αλλά και του χρόνου καταβολής της διατροφής, δηλαδή υπό την έννοια της καταβολής κατά χρονικά διαστήματα μικρότερα από ένα μήνα<strong>. Ο άλλος τρόπος καταβολής απαιτεί τη συνδρομή ιδιαίτερων λόγων που συνάπτονται με το πρόσωπο του υπόχρεου ή του δικαιούχου διατροφής.</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Χωρίς τη θέληση του υπόχρεου, όπως από τη διατύπωση της διάταξης προκύπτει, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να καθορίσει διαφορετικό τρόπο καταβολής από τον οριζόμενο στο εδ. β΄. Οι ιδιαίτεροι λόγοι κρίνονται με βάση τις περιστάσεις και συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (π.χ. οικονομική δυσχέρεια, κάλυψη ειδικών αναγκαίων υποχρεώσεων, λόγοι υγείας, σπατάλη δικαιούχου κ.ά.). Ο υπόχρεος πρέπει να προσδιορίσει στην αγωγή του την κατ’ άλλο τρόπο καταβολή, για να μπορεί να κρίνει το δικαστήριο αν αυτή είναι εφικτή και επιτρεπτή.</p>
<p style="text-align: justify;"> Δεν μπορεί όμως το δικαστήριο, και αν ακόμη υπάρχει συμφωνία, να καταλύσει την περιοδικότητα της διατροφής και να διατάξει την εφάπαξ καταβολή ενός κεφαλαιοποιημένου ποσού. Όπου θέλησε ο νομοθέτης την εφάπαξ καταβολή το όρισε ρητώς, όπως π.χ. στην περίπτωση της ΑΚ 1443. Οι εξαιρέσεις αυτές ορίζονται περιοριστικώς στο νόμο και είναι στενώς ερμηνευτέες και επομένως δε χωρεί ανάλογη εφαρμογή τους. Η ανωτέρω, από το νόμο, παρεχόμενη δυνατότητα του, με άλλο τρόπο, καθορισμού της διατροφής αναφέρεται σε κάθε υπόχρεο διατροφής. Η αίτηση για τον καθορισμό αυτόν μπορεί να υποβληθεί αυτοτελώς από τον υπόχρεο στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής διατροφής, αλλά μπορεί όμως να καθορισθεί ο διάφορος τρόπος και στη δίκη της αγωγής διατροφής αν ο υπόχρεος συμφωνεί σ’ αυτό. Το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την κατ’ άλλο τρόπο καταβολή, δηλαδή την καταβολή σε είδος ή εν μέρει σε χρήμα και εν μέρει σε είδος, την καταβολή σε μικρότερα χρονικά διαστήματα από το μήνα, όχι όμως σε μεγαλύτερα<strong>. Μόνο ο υπόχρεος μπορεί να ζητήσει την άνω περιεχομένου μεταβολή, είτε με ένσταση στη δίκη διατροφής, είτε με αυτοτελή αγωγή μεταγενεστέρως.</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Για να είναι ορισμένη η αγωγή (ή η ένσταση) του υπόχρεου που επιδιώκεται με άλλο τρόπο η καταβολή της διατροφής, πρέπει να γίνεται επίκληση των ιδιαίτερων λόγων που δικαιολογούν την απόκλιση από τον κανόνα της ΑΚ 1496 εδ. α΄ και να προσδιορίζεται ο τρόπος ή τα ορισμένα χρονικά διαστήματα καταβολής της διατροφής. (Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Ε’, άρθρο 1496)</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο υπόχρεος διατροφής δύναται, <strong>κατ’ ένσταση του άρθρου 1496 εδ. β΄ ΑΚ</strong>, να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτραπεί η καταβολή της διατροφής με τρόπο διαφορετικό από την κατά μήνα προκαταβολή σε χρήμα, πλην όμως, <strong>για το ορισμένο της ένστασης, απαιτείται η ειδική επίκληση ιδιαίτερου λόγου που δικαιολογεί την απόκλιση από τον νόμιμο τρόπο καταβολής</strong>. Επομένως, η απλή επίκληση εναλλακτικού τρόπου εκπλήρωσης της διατροφικής υποχρέωσης, όπως η υπόσχεση αντί καταβολής και δη από τρίτο, χωρίς παράλληλη έκθεση των συγκεκριμένων ιδιαίτερων περιστάσεων που καθιστούν δικαιολογημένη την εφαρμογή της εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 1496 εδ. β΄ ΑΚ, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης, η οποία απορρίπτεται ως αόριστη <strong>. </strong>(βλ. ΜονΕφΠειρ 11/2022· Βαθρακοκοίλης, ό.π., σελ. 783· Τριάντος, σελ. 1793-1794).</p>
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-kat-arthro-1496-ed-v%ce%84-ak-enstasi-peri-diaforetikou-tropou-katavolis-tis-diatrofis-proipothesis-ke-orismeno/">Η κατ’ άρθρο 1496 εδ. β΄ ΑΚ ένσταση περί διαφορετικού τρόπου καταβολής της διατροφής – Προϋποθέσεις και ορισμένο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/i-kat-arthro-1496-ed-v%ce%84-ak-enstasi-peri-diaforetikou-tropou-katavolis-tis-diatrofis-proipothesis-ke-orismeno/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ανώνυμη εταιρεία: Δικαίωμα μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου να αιτηθούν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων – Διαδικασία</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-diadikasia/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-diadikasia/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 09 Sep 2026 06:33:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18705</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 2 ν. 4548/2018: «Η γενική συνέλευση μπορεί να συγκληθεί και κατόπιν αιτήματος της μειοψηφίας, σύμφωνα με το άρθρο 141.». «Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 ν. 4548/2018: «1. Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, ορίζοντας ημέρα συνεδρίασης αυτής, η οποία δεν πρέπει να απέχει περισσότερο [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-diadikasia/">Ανώνυμη εταιρεία: Δικαίωμα μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου να αιτηθούν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων – Διαδικασία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 2 ν. 4548/2018: <em>«Η γενική συνέλευση μπορεί να συγκληθεί και κατόπιν αιτήματος της μειοψηφίας, σύμφωνα με το άρθρο 141.».</em> «Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 ν. 4548/2018: <em>«1. Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, ορίζοντας ημέρα συνεδρίασης αυτής, η οποία δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Η αίτηση περιέχει το αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης. Αν δεν συγκληθεί γενική συνέλευση από το διοικητικό συμβούλιο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση της σχετικής αίτησης, η σύγκληση διενεργείται από τους αιτούντες μετόχους με δαπάνες της εταιρείας, με απόφαση του δικαστηρίου, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Στην απόφαση αυτή ορίζονται ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, καθώς και η ημερήσια διάταξη. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Το διοικητικό συμβούλιο συγκαλεί τη γενική συνέλευση, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις ή κάνει χρήση της διαδικασίας του άρθρου 135, εκτός αν οι αιτούντες μέτοχοι απέκλεισαν την τελευταία αυτή δυνατότητα.».</em></p>
<p style="text-align: justify;">Η αίτηση σύγκλησης του μετόχου «επιδίδεται» στον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας ή στα έχοντα αρμοδιότητα σύγκλισης του δ.σ. πρόσωπα (δηλαδή σε εμένα). Η έννοια της επίδοσης δεν είναι απαραίτητα εκείνη που τελείται με δικαστικό επιμελητή, πάντως η αίτηση πρέπει να είναι έγγραφη και να περιέχει αίτημα για σύγκληση γενικής συνέλευσης και το αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης, να υπογράφεται από εκείνους που έχουν το σχετικό δικαίωμα και συγκεντρώνουν το ελάχιστο ποσοστό 1/20. Παραλήπτης του αιτήματος είναι το διοικητικό συμβούλιο ως συλλογικό όργανο, καθώς αυτό έχει την αρμοδιότητα σύγκλησης της γενικής συνέλευσης. Σε περίπτωση που η αίτηση επιδοθεί στα μέλη του δ.σ. ή σε ένα συγκεκριμένο άλλο από τον Πρόεδρο είναι νομότυπη και προκύπτει υποχρέωση της άμεσης προώθησής της στον τελευταίο, ώστε να ξεκινήσει να τρέχει η προθεσμία σύγκλησης της έκτακτης γενικής συνέλευσης (βλ. Γ. Παναγιωτόπουλο σε Β. Αντωνόπουλο &#8211; Σπ. Μούζουλα, Ανώνυμες Εταιρίες, τόμ. II, 2013, σελ. 1030, βλ. Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4548/2018, επιμέλεια Γεώργιος Σωτηρόπουλος, 2024, Νομική Βιβλιοθήκη, αρ. 141, σελ. 2028). H αίτηση προς το ΔΣ πρέπει να περιέχει το ή τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της αιτούμενης έκτακτης ΓΣ, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία (βλ. Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4548/2018, επιμέλεια Γεώργιος Σωτηρόπουλος, 2024, Νομική Βιβλιοθήκη, αρ. 141, σελ. 2029, Δρακόπουλο, ΔικΑΕ, άρθρ. 39 αρ. 65, Κ. Παμπούκη, ΕπισκΕΔ 1998, 375). Το ΔΣ δεν νομιμοποιείται να εξετάσει τη σκοπιμότητα ή αναγκαιότητα της πραγματοποίησης της ΓΣ (βλ. Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4548/2018, επιμέλεια Γεώργιος Σωτηρόπουλος, 2024, Νομική Βιβλιοθήκη, αρ. 141, σελ. 2029, ΜΠρΑθ 4825/2002 ΧρΙΔ 2002, 817).</p>
<p style="text-align: justify;">Σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δεν συγκαλέσει καθόλου τη γενική συνέλευση εντός είκοσι (20) ημερών από την επίδοση της αίτησης αυτής, το άνω άρθρο προβλέπει τη δυνατότητα δικαστικής παρέμβασης, καθώς ο μέτοχος που κατέχει το 1/20 τουλάχιστον του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο τη σχετική σύγκληση. Στην αίτηση αυτή, για το ορισμένο της, το μόνο που πρέπει να επικαλεσθεί είναι αυτή ταύτη η ιδιότητα του μετόχου και δη, του κατέχοντος το 20% του μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον (ΕφΑθ 1486/2011 ΔΕΕ 2011.682, ΕΕμπΔ 2011.603, ΕπισκΕμπΔ 2011.1078). Η μετοχική ιδιότητα μπορεί να αποδειχθεί με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο (Παναγιωτόπουλου, σελ. 1033) [109/2018 ΜΠΡ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΑΣΦ) &#8211; δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].</p>
<p style="text-align: justify;">Προσέτι, κατά την κρατούσα άποψη στη νομολογία, θέμα της ημερήσιας διάταξης δύναται να αποτελέσει και θέμα της τακτικής γενικής συνέλευσης (βλ. ειδικά για την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα περιοριζόταν υπέρμετρα τα εταιρικά δικαιώματα των μετόχων όταν κρίνεται ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά τους και η περιουσίας τους, ΕφΑθ 1486/2011 ό.π., ΜΠρΛαρ 194/2015 ΧρΙΔ 2015.299, ΜΠρΘεσ 4529/2011 Αρμ. 2011.788, ΜΠρΑθ 5570/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΒολ 30/2002 ΑρχΝ 2002.196). Όπως γίνεται δε, δεκτό, οι μέτοχοι μπορούν ασκήσουν το σχετικό δικαίωμα ακόμη και εάν πρόκειται για την ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση (βλ. Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4548/2018, επιμέλεια Γεώργιος Σωτηρόπουλος, 2024, Νομική Βιβλιοθήκη, αρ. 141, σελ. 2028, Ε. Περάκη, ΔΕΕ 2010, 1133, Μάρκου, ΕΕΝ 1978, 777, Αντωνόπουλο/Γρηγοριάδη, ΔικΚεφΕτ, Ι, 389).</p>
<p style="text-align: justify;">Περαιτέρω, η σχετική αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων δεν απευθύνεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας ούτε κατά του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου ατομικά, αλλά εναντίον όλων των μελών του δ.σ., που εν προκειμένω δρα συλλογικά και έχει την υποχρέωση της σύγκλησης της γενικής συνέλευσης (ΜΠρΛαρ 194/2015 ό.π., ΜΠρΣπαρτ 10/2014 ΕπισκΕμπΔ 2013.758, ΜΠρΘεσ 4529/2011 Αρμ. 2011.788, ΜΠρΘεσ 41204/2005 Αρμ. 2006.1585, ΜΠρΒολ 30/2002 ΑρχΝ 2002.196, ΜΠρΒολ 639/2001 ΕΕμπΔ 2001.277, ΜΠρΑθ 4539/1998 ΕΕμπΔ 1999.328, ΜΠρΘεσ 3798/1984 Αρμ. 1984.993, Κ. Παμπούκη, γνωμ. σε Αρμ. 1985.197 επ. ιδίως 199, Αντωνόπουλο, ΔΑΕ &amp; ΕΠΕ, 2012, σελ. 366) [βλ. 109/2018 ΜΠΡ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΑΣΦ) &#8211; δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΣπ 10/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρ Θεσ 4529/2011 Αρμ 2011, 788 με παρατ. Μπεχλιβάνη, ΜΠρΒολ 639/2001 ΧρΙΔ 2001, 452, Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4548/2018, επιμέλεια Γεώργιος Σωτηρόπουλος, 2024, Νομική Βιβλιοθήκη, αρ. 141, σελ. 2030]. Σημειωτέον ότι το δικαίωμα υποβολής αιτήματος για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης ανήκει όχι μόνο στη μειοψηφία, αλλά και στην πλειοψηφία των μετόχων ανώνυμης εταιρείας, διότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν θέτουν ανώτατο όριο (41204/2005 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></a></p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-diadikasia/">Ανώνυμη εταιρεία: Δικαίωμα μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου να αιτηθούν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων – Διαδικασία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-diadikasia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ανώνυμη εταιρεία: Δικαίωμα μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου να αιτηθούν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων – Τι εξετάζει το Δικαστήριο</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-ti-exetazi-to-dikastirio/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-ti-exetazi-to-dikastirio/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 08 Sep 2026 06:31:48 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18702</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 2 ν. 4548/2018: «Η γενική συνέλευση μπορεί να συγκληθεί και κατόπιν αιτήματος της μειοψηφίας, σύμφωνα με το άρθρο 141.». «Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 ν. 4548/2018: «1. Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, ορίζοντας ημέρα συνεδρίασης αυτής, η οποία δεν πρέπει να απέχει περισσότερο [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-ti-exetazi-to-dikastirio/">Ανώνυμη εταιρεία: Δικαίωμα μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου να αιτηθούν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων – Τι εξετάζει το Δικαστήριο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 2 ν. 4548/2018: <em>«Η γενική συνέλευση μπορεί να συγκληθεί και κατόπιν αιτήματος της μειοψηφίας, σύμφωνα με το άρθρο 141.».</em> «Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 ν. 4548/2018: <em>«1. Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, ορίζοντας ημέρα συνεδρίασης αυτής, η οποία δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Η αίτηση περιέχει το αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης. Αν δεν συγκληθεί γενική συνέλευση από το διοικητικό συμβούλιο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση της σχετικής αίτησης, η σύγκληση διενεργείται από τους αιτούντες μετόχους με δαπάνες της εταιρείας, με απόφαση του δικαστηρίου, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Στην απόφαση αυτή ορίζονται ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, καθώς και η ημερήσια διάταξη. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Το διοικητικό συμβούλιο συγκαλεί τη γενική συνέλευση, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις ή κάνει χρήση της διαδικασίας του άρθρου 135, εκτός αν οι αιτούντες μέτοχοι απέκλεισαν την τελευταία αυτή δυνατότητα.».</em></p>
<p style="text-align: justify;">Η διαφορά αυτή συνιστά υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας, αφού η απόφαση δεν περιέχει διάγνωση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ιδιωτικού δικαίου, αλλά αναπληρώνει την ελλείπουσα βούληση του διοικητικού συμβουλίου να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της Α.Ε., εντός 20 ημερών από την επίδοση της σχετικής αίτησης των μετόχων που εκπροσωπούσαν το 1/20 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. Επί το ειδικότερον, οι μέτοχοι ανωνύμου εταιρείας, που εκπροσωπούν τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται, εφόσον η αίτηση περιέχει ένα τουλάχιστον θέμα ημερήσιας διάταξης, να τη συγκαλέσει, ορίζοντας ημέρα συνεδρίασης, η οποία δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Αν δεν συγκληθεί από το διοικητικό συμβούλιο η έκτακτη γενική συνέλευση, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επίδοση της σχετικής αίτησης των μετόχων, οι μέτοχοι αυτοί μπορούν με αίτησή τους, στρεφόμενη κατά του διοικητικού συμβουλίου, να απευθυνθούν στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, το οποίο με απόφασή του, εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επιτρέπει σ` αυτούς να συγκαλέσουν την έκτακτη γενική συνέλευση με δαπάνες της εταιρείας, ορίζοντας συγχρόνως τον τόπο και το χρόνο της συνεδρίασης, καθώς και το θέμα της ημερήσιας διάταξης. Αντικείμενο της σχετικής δίκης δεν αποτελεί η διάγνωση της υποχρέωσης του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της ανώνυμης εταιρείας, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης από τους μετόχους, ούτε η αναγνώριση του αντίστοιχου δικαιώματος των μετόχων, καθόσον το δικαίωμα και η αντίστοιχη υποχρέωση προβλέπονται από τον νόμο. Το Δικαστήριο καλείται με την απόφασή του, στην περίπτωση μη συμμόρφωσης του διοικητικού συμβουλίου προς τη σχετική αίτηση των μετόχων, να διαπιστώσει αποκλειστικώς και μόνο τις προϋποθέσεις, που προβλέπονται και να επιτρέψει (δώσει την άδεια) στους ίδιους τους αιτούντες τη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης και όχι να διατάξει το αρχικά αρμόδιο διοικητικό συμβούλιο να προβεί στη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης και μόνο αν αυτό αρνηθεί να το πράξει ο μέτοχος. Συνακόλουθα, δεν πρόκειται για παροχή ούτε προσωρινής ούτε οριστικής δικαστικής προστασίας αναφορικά με κάποιο εριζόμενο δικαίωμα, αλλά για υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας και ειδικότερα για ρυθμιστικό μέτρο της εκουσίας δικαιοδοσίας, που έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα και απλώς εκδικάζεται, κατά νομοθετική παραπομπή, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η νομοθετική αυτή παραπομπή έγινε για λόγους ταχείας και αποτελεσματικής εφαρμογής της απονομής της δικαιοσύνης σε σχέση με το άνω δικαίωμα των μετόχων. Προς τούτο, άλλωστε, προβλέφθηκαν με την ίδια διάταξη ταχείες προθεσμίες, για τον ορισμό της συνεδρίασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης  [βλ. 1200/2019 ΑΠ &#8211; δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 109/2018 ΜΠΡ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΑΣΦ) &#8211; δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].</p>
<p style="text-align: justify;">Δεν πρόκειται δηλαδή για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ήτοι για γνήσια υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για εφαρμογή της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων για λόγους ταχύτητας και για αποφυγή ένδικων μέσων. Το Δικαστήριο εξετάζει μόνο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του αρ. 141 ν. 4548/2018. Το ότι δεν πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, από το ότι δεν υπάρχει κύρια δίκη, ενώ δεν τίθεται θέμα πλήρους ικανοποίησης δικαιώματος. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 1 προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας (ΕφΑθ 1486/2011 ΔΕΕ 2011, 682, ΜΠρΘεσ 4529/2011 Αρμ 2011, 788 με παρατ. Μπεχλιβάνη, ΜΠρΒολ 639/2001 ΧρΙΔ 2001, 452) (βλ. Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4548/2018, επιμέλεια Γεώργιος Σωτηρόπουλος, 2024, Νομική Βιβλιοθήκη, αρ. 141 σελ. 2030-2031). Ο Δικαστής δηλαδή θα εξετάσει μόνο το νομότυπο της υποβληθείσας αίτησης, χωρίς να προχωρήσει σε κρίση αναφορικά με τη σκοπιμότητα ή την αναγκαιότητα της υποβολής αυτής (βλ. ΕφΑθ 1486/2011 ό.π., ΜΠρΑθ 4825/2002 ΧρΙΔ 2002.817). Έτσι, η δικαστική κρίση λειτουργεί ως δικλείδα εξασφάλισης της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος των μετόχων, ενώ παράλληλα αξιολογείται και η στάση των μελών του διοικητικού συμβουλίου ως προς την άρνηση ή την παράλειψη της σύγκλησης της γ.σ. (Β. Αντωνόπουλο &#8211; Σπ. Μούζουλα, ό.π., σελ. 1031 επ.) (109/2018 ΜΠΡ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΑΣΦ) &#8211; δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr"><em>info@efotopoulou.gr</em></a></p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-ti-exetazi-to-dikastirio/">Ανώνυμη εταιρεία: Δικαίωμα μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου να αιτηθούν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων – Τι εξετάζει το Δικαστήριο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/anonimi-eteria-dikeoma-metochon-pou-ekprosopoun-to-120-tou-katavevlimenou-kefaleou-na-etithoun-ti-sigklisi-ektaktis-genikis-sinelefsis-ton-metochon-ti-exetazi-to-dikastirio/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δικαίωμα ανυπακοής δημοσίου υπαλλήλου σε παράνομη διαταγή προϊσταμένου του</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/dikeoma-anipakois-dimosiou-ipallilou-se-paranomi-diatagi-proistamenou-tou/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/dikeoma-anipakois-dimosiou-ipallilou-se-paranomi-diatagi-proistamenou-tou/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 07 Sep 2026 09:04:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18699</guid>
		<description><![CDATA[<p>Ο υπαλληλικός κώδικας, στο άρθρο 25 παρ. 2, σε μία προσπάθεια συμβιβασμού κι συγκερασμού της υποχρέωσης νομιμότητας και της υποχρέωσης υπακοής στις εντολές των προϊσταμένων, αναφέρει ρητά ότι ο υπάλληλος οφείλει μεν να υπακούσει σε αυτές, αλλά είναι υποχρεωμένος, όταν εκτελεί διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελεί τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαφωνία βέβαια του υπαλλήλου θα πρέπει να προηγηθεί [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/dikeoma-anipakois-dimosiou-ipallilou-se-paranomi-diatagi-proistamenou-tou/">Δικαίωμα ανυπακοής δημοσίου υπαλλήλου σε παράνομη διαταγή προϊσταμένου του</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Ο υπαλληλικός κώδικας, στο άρθρο 25 παρ. 2, σε μία προσπάθεια συμβιβασμού κι συγκερασμού της υποχρέωσης νομιμότητας και της υποχρέωσης υπακοής στις εντολές των προϊσταμένων, αναφέρει ρητά ότι ο υπάλληλος οφείλει μεν να υπακούσει σε αυτές, αλλά είναι υποχρεωμένος, όταν εκτελεί διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελεί τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαφωνία βέβαια του υπαλλήλου θα πρέπει να προηγηθεί της εκτέλεσης τα διαταγής και όχι να την ακολουθήσει. Διαφορετικά, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή απαλλαγή του διαταχθέντος από την ευθύνη, καθώς η οργανική προτεραιότητα της υποβολής αναφοράς σε σχέση με την εκτέλεση της διαταγής, αποτελεί υποχρέωση του διαφωνούντος υπαλλήλου και ουσιώδη τύπο της διαδικασία απαλλαγής του. (Απλώς παράνομη εντολή)</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Όταν όμως η εντολή η προδήλως παράνομη ή αντισυνταγματική, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 3, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει, αναφέροντας το γεγονός αυτό χωρίς αναβολή</strong>. Ο υπάλληλος δηλαδή υποχρέωση ανυπακοής. Ο όρος «πρόδηλα παράνομη» γίνεται δεκτό ότι αφορά διαταγή η οποία αντίκειται, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου και την πάγια νομολογία, σε ρητές και απόλυτης σαφήνειας διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (ΣτΕ 363/1932, ΣτΕ 106/1945, ΣτΕ 1108/1945, ΣτΕ 321/1971, ΣτΕ 1032/1971, ΣτΕ 1078/1980), αντίκειται δηλαδή στο Σύνταγμα, στο νόμο ή σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη που έχει χαρακτήρα κανόνα δικαίου, καθώς και στους κανόνες του Ευρωπαϊκού δικαίου που έχουν άμεση εφαρμογή και στους κανόνες των διεθνών συνθηκών, οι οποίοι έχουν θεσπισθεί με νομοθετικές πράξεις.</p>
<p style="text-align: justify;">Ο υπάλληλος μάλιστα είναι υποχρεωμένος να ελέγξει τόσο την εξωτερική (αν δηλ. υπάρχει νομιμότητα ως προς τον τύπο ή την αρμοδιότητα) όσο και την εσωτερική (ως προς το περιεχόμενο) νομιμότητα της διαταγής. Ο υφιστάμενος, λοιπόν, οφείλει να εξετάσει:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>            Α)</strong> Εάν η διαταγή που του απευθύνθηκε τελεί μέσα στα όρια της καθ’ ύλην και της κατά τόπο αρμοδιότητας, τόσο της προϊσταμένης αρχής όσο και αυτού του ίδιου του παραλήπτη. Ο υφιστάμενος δικαιούται και υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση διαταγής που δεν εντάσσεται μέσα στον κύκλο της καθ’ ύλην ή της κατά τόπον αρμοδιότητας του ίδιου ή του διατάσσοντος. Σε περίπτωση μάλιστα που συγκρούονται διαταγές περισσότερων προϊσταμένων, ο υπάλληλος οφείλει να συμμορφωθεί με τη διαταγή του προϊσταμένου ο οποίος βρίσκεται ιεραρχικά στην ανώτερη βαθμίδα.</p>
<p style="text-align: justify;">            Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα, κατά τη θεωρία του Διοικητικού Δικαίου, συνίσταται στον καθορισμό του αντικειμένου της δραστηριότητας του διοικητικού οργάνου, δηλαδή των θεμάτων τα οποία μπορούν ή πρέπει να ρυθμισθούν με τις διοικητικές πράξεις που εκδίδει το όργανο αυτό, ενώ η κατά τόπο αρμοδιότητα συνίσταται στον καθορισμό της εδαφικής περιοχής, μέσα στην οποία το διοικητικό όργανο ασκεί την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του και στηρίζεται στη σχέση των θεμάτων που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα προς ορισμένο τόπο (Σπηλιωτόπουλος Επ., ό.π. σελ. 144).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>            Β)</strong> Εάν έχει περιβληθεί η έκδοση της τους νόμους τύπους. Εάν η διαταγή εκδοθεί κατά παράβαση κανόνων που θεσπίζουν ουσιώδεις τύπους της διαδικασίας (π.χ. έλλειψη αιτιολογίας), χαρακτηρίζεται ως πρόδηλα παράνομη και συνεπώς αναγνωρίζεται δικαίωμα ανυπακοής του υπαλλήλου. Η «πρόδηλη παρανομία» δεν υφίσταται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, κατά υποκειμενική άποψη ο υπάλληλος θεωρεί ως παράνομη ορισμένη διαταγή την οποία οφείλει κατά τον νόμο να εκτελέσει, δεδομένου ότι στην αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να παραλύσει η ευταξία στην υπαλληλική διάρθρωση και ιεραρχία (ΣΕ 1756/1979).</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>Γ)</strong> Εάν δεν αντίκειται το ουσιαστικό περιεχόμενο της διαταγής σε σαφείς διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων. Σύμφωνα μάλιστα με τον Α. Α. Σβώλο, «ο υπάλληλος οφείλει να εξετάζη, εάν η διαταγή είναι σύμφωνος προς το Διάταγμα, εάν το Διάταγμα είναι σύμφωνον προς τον νόμον, αν ούτος τέλος είναι σύμφωνος προς το Σύνταγμα, καθόσον οφείλεται υπακοή κατά πρώτον εις το Σύνταγμα, κατά δεύτερον εις τον νόμον, κατά τρίτον εις το Διάταγμα και κατά τέταρτον εις την διαταγήν της προϊσταμένης αρχής». <strong>Στην περίπτωση κατά την οποία έκδηλη παρανομία δεν υπάρχει, η εκτέλεση της διαταγής αποτελεί για τον υπάλληλο &#8211; παραλήπτη της, αναντίρρητη υπηρεσιακή υποχρέωση</strong>. Διαφορετικά, η άρνηση εκτέλεσης πρόδηλα παράνομης διαταγής δεν συνεπάγεται κανενός είδους ευθύνη για τον υπάλληλο, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτός αναφέρει το γεγονός χωρίς αναβολή. <strong>Εάν, </strong>όμως<strong>, αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι η διαταγή, την οποία αρνήθηκε να εκτελέσει ο υπάλληλος, δεν είναι πρόδηλα παράνομη, τότε ο υπάλληλος θα διωχθεί για παράβαση καθήκοντος</strong>. Το εάν μια εντολή ή πράξη χαρακτηρίζεται από «πρόδηλη» παράνομη ενέργεια επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου.</p>
<p style="text-align: justify;">Ωστόσο,<strong> σε περίπτωση που η διαταγή αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων και παράλληλα περιέχει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος ή σε περίπτωση που ύστερα από άρνηση υπακοής σε πρώτη διαταγή που πρόδηλα αντίκειται σε τέτοιες διατάξεις, ακολούθησε δεύτερη διαταγή που εκθέτει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, ο υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει τη διαταγή και να αναφέρει συγχρόνως στην προϊστάμενη Αρχή εκ μέρους του ότι διετάχθη (άρθρο 25 παρ. 3 εδ. β΄ ΥΚ).</strong> Η ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, άλλωστε, κατέχει πρωτεύουσα θέση κατ’ εξοχήν στο Διοικητικό Δίκαιο αλλά και ειδικότερα στο Δημοσιοϋπαλληλικό. Ο κανόνας, λοιπόν, είναι το καθήκον υπακοής του υπαλλήλου, ενώ αποτελεί εξαίρεση η υποχρέωση ανυπακοής, αφού συγχωρείται μόνο στις παραπάνω ρητά αναγραφόμενες στον ΥΚ περιπτώσεις.</p>
<p style="text-align: justify;">Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, τελικά, ο δημόσιος υπάλληλος υπέχει καθήκον υπακοής σε νόμιμες και σε απλώς παράνομες διαταγές, δηλ. σε διαταγές των οποίων η νομιμότητα είναι αμφίβολη, καθόσον πιθανολογείται ενδεχομένως να υπάρχει νομική διχογνωμία ως προς την ερμηνεία του νόμου. Η άρνηση, λοιπόν, υπαλλήλου να συμμορφωθεί με μια απλώς παράνομη διαταγή αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, όπως άλλωστε έχει κριθεί και νομολογιακά (ΣτΕ2031/1987).  Παράλληλα και ταυτόχρονα η υποχρέωση ανυπακοής αφορά μόνο στις πρόδηλα παράνομες διαταγές και συνδέεται με την υποβολή σχετικής αναφοράς. Περαιτέρω, το καθήκον της απόλυτης υπακοής (ουσιαστικά το καθήκον του υπαλλήλου να παρανομήσει) καθιερώνεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διατάξας επικαλείται «επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος» ή εάν ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που επιβεβαιώνει και επιμένει στο περιεχόμενο της πρώτης.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Νομολογία</strong></p>
<ol style="text-align: justify;">
<li>ΣτΕ3498/2000:. Το ΣτΕ έκρινε ότι δε ήταν πρόδηλα παράνομη η πράξη του Υποδιοικητή του ΙΚΑ περί παράτασης της απόσπαασης μόνιμης υγειονομικού υπαλλήλου, η οποία τιμωρήθηκε με την πειθαρχική ποινή του προστίμου ίσου με το ένα τρίτο (1/3) των μηνιαίων αποδοχών της, λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε με μια απόφαση του Υποδιοικητή, με την οποία παρατάθηκε η απόσπαση της χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου και παρέμεινε εκτός υπηρεσίας επί εννέα μήνες. Η υπάλληλος με αναφορά της είχε επισημάνει τον «πρόδηλα» παράνομο -κατά τη γνώμη της- χαρακτήρα της πράξης του Υποδιοικητή, όμως <strong>το Δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ήταν αναγκαία ή όχι για τη σύννομη παράτασης της απόσπασης η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, η πράξη αυτή δεν ήταν πρόδηλα παράνομη και η υπάλληλος όφειλε, αφού ανέφερε την αντίθετη γνώμη της, να εκτελέσει την σχετική πράξη αμελλητί, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.</strong></li>
<li><strong>Ο υπάλληλος δεν έχει κατ&#8217; αρχήν την ευχέρεια να  αρνηθεί την  εκτέλεση διαταγής, που αφορά είτε στο αντικείμενο είτε στον τρόπο και τον χρόνο εκπληρώσεως των καθηκόντων  του  και  την  οποία  θεωρεί παράνομη,   αλλά   υποχρεούται  να  την  εκτελέσει  χωρίς  οποιαδήποτε καθυστέρηση οφειλόμενη σ&#8217; αυτόν, αφού  αναφέρει  διά  της  κανονικής ιεραρχικής οδού την γνώμη του ως προς την εικαζόμενη ή πιθανολογούμενη παρανομία.   Μόνο  σε  περίπτωση  έκδηλης  παρανομίας,  όταν δηλαδή το περιεχόμενο της διαταγής αντιστρατεύεται ρητές  και  σαφείς  διατάξεις της  κειμένης  νομοθεσίας,  ο υπάλληλος μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση της διαταγής, υποχρεούμενος πάντως να αναφέρει πάραυτα την άρνησή  του αυτή  και  τους  λόγους στους οποίους στηρίζεται. (ΣτΕ 4197/1986, 1506/1987, 1575/1996).</strong></li>
</ol>
<ul style="text-align: justify;">
<li>Απόφαση Πειθαρχικού Συμβουλίου: […] Επομένως, σε κάθε περίπτωση, αφότου ο υπάλληλος θεωρώντας την απόφαση ορισμού του ως Προέδρου του …παράνομη αναφέρθηκε εγγράφως ως προς το ζήτημα της εικαζόμενης παρανομίας τόσο στον Αντιπεριφερειάρχη όσο και στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση […] είχε στη συνέχεια τη νόμιμη υποχρέωση να τηρήσει τις εντολές που με σειρά εγγράφων (…/2013 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Χωροταξικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης …, οικ. …-2013 και οικ. …-2013 έγγραφα του Αντιπεριφερειάρχη …) του δόθηκαν και να προβεί στην συγκρότηση και λειτουργία του … αμελλητί. Ενόψει αυτών, το Συμβούλιο κρίνει, ότι ο … αρνούμενος να συγκαλέσει και να λειτουργήσει ως Πρόεδρος το … Περιφερειακής Ενότητας …, από το χρόνο συγκρότησής του (…2013) έως την 1.11.2013, οπότε κλήθηκε σε απολογία, υπέπεσε στο αποδιδόμενο σε αυτόν πειθαρχικό αδίκημα της «άρνησης ή παράλυσης εκτέλεσης υπηρεσίας» κατά την περίπτωση κ΄ της παρ. 1 του άρθρου 107 του Ν 3528/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν 4057/2012.</li>
</ul>
<ol style="text-align: justify;">
<li>Συνεπώς, δεν ήταν νόμιμη διαταγή προς υπάλληλο να προσέλθει στην υπηρεσία του καθ’ ορισμένο Σάββατο και Κυριακή, εφόσον δεν είχαν εκδοθεί αποφάσεις περί υπερωριακής εργασίας ή καθιερώσεως του Σαββάτου ως εργάσιμης ημέρας και μεταφοράς της ημέρας αναπαύσεως, και η δοθείσα στον προσφεύγοντα διαταγή αφορούσε μόνιμες και σταθερές ανάγκες της υπηρεσίας και όχι έκτακτες αναφερόμενες ειδικά στην εν λόγω χρονική περίοδο των δύο ημερών. Η μη προσέλευση, ως εκ τούτου, του υπαλλήλου δεν συνιστά το παράπτωμα της απουσίας από την εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων αλλά άρνηση εκτελέσεως υπηρεσίας, εφόσον η ως άνω διαταγή, καίτοι δεν είχε νόμιμο έρεισμα, δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εκδήλως παράνομη, η πρόσθετη εργασία ή εργασία κατά τις μη εργάσιμες ημέρες μπορεί να επιβληθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις (ΣΕ 4197/1986, 1324, 1690/1972).</li>
</ol>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Πηγές:</p>
<ol style="text-align: justify;">
<li>ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ &amp; ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ, Ιωάννα Γιαρένη, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 117-122</li>
<li>ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Τάχος – Συμεωνίδης, Εκδόσεις Σάκκουλα, Γ’ έκδοση, άρθρο 25.</li>
<li>ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ, Μιχάλης Πικραμένος, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 123</li>
</ol>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efottopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/dikeoma-anipakois-dimosiou-ipallilou-se-paranomi-diatagi-proistamenou-tou/">Δικαίωμα ανυπακοής δημοσίου υπαλλήλου σε παράνομη διαταγή προϊσταμένου του</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/dikeoma-anipakois-dimosiou-ipallilou-se-paranomi-diatagi-proistamenou-tou/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Νομικό καθεστώς αδεσπότων ακινήτων</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/nomiko-kathestos-adespoton-akiniton/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/nomiko-kathestos-adespoton-akiniton/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 04 Sep 2026 07:52:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18696</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το οθωμανικό δίκαιο της 7ης Ραμαζάν 1274, τις νεκρές γαίες («μεβάτ») αποτελούσαν γαίες, που ουδείς κατείχε, ούτε εξουσίαζε, και ούτε καλλιεργούσε, όπως πχ τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, και τα αδέσποτα δάση. Αδέσποτα μπορούσαν να καταστούν μόνον οι γαίες αυτές, που βρίσκονταν μακριά από πόλεις και χωριά («όσο η φωνή μεγαλόσωμου ανθρώπου»), οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών δεν μπορούσαν να καταστούν αδέσποτες. Αδέσποτα πράγματα θεωρούνταν εκείνα τα οποία [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/nomiko-kathestos-adespoton-akiniton/">Νομικό καθεστώς αδεσπότων ακινήτων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το <strong>οθωμανικό δίκαιο </strong>της 7ης Ραμαζάν 1274, τις νεκρές γαίες («μεβάτ») αποτελούσαν γαίες, που ουδείς κατείχε, ούτε εξουσίαζε, και ούτε καλλιεργούσε, όπως πχ τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, και τα αδέσποτα δάση. Αδέσποτα μπορούσαν να καταστούν μόνον οι γαίες αυτές, που βρίσκονταν μακριά από πόλεις και χωριά («όσο η φωνή μεγαλόσωμου ανθρώπου»), οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών δεν μπορούσαν να καταστούν αδέσποτες. Αδέσποτα πράγματα θεωρούνταν εκείνα τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει τούτων κύριος (βλ. Τούση, Εμπρ. Δίκ., έκδ. 3, παρ. 21, σελ. 116, Μπαλή, ΕμπρΔ, παρ. 85, Δ. Μπόσδα, Νομικαί συνέπειαι της εγκαταλείψεως πράγματος, ΑρχΝ ΜΓ 137 επ., ο ίδιος, Περί καταλήψεως αδέσποτου πράγματος, εις ΕΕΝ 33. 229).</p>
<p style="text-align: justify;">Η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων, καθιερώθηκε, για πρώτη φορά το έτος 1837, με το άρθρο 16 του <strong>νόμου της 21.6/10.7.1837</strong> &#8220;Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221;, με το οποίο ορίστηκε, ότι &#8220;όλα τα παρ` ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των &#8230;ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το Δημόσιον&#8221;. Ο νόμος αυτός «περί διακρίσεως κτημάτων» τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του <strong>βυζαντινορωμαϊκού δικαίου</strong>, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσπoτο, αποκτούσε την κυριότητα του ((Ν. 1, 23, Πανδ. (47 ,1), Εισηγ. 47 (2-1) Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην ήταν απαιτούμενη πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας τους, νομοθετική μεταβολή που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν τότε εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Συγχρόνως, ο ίδιος νόμος δεν μετέβαλε τις προϋποθέσεις για να καταστεί ένα ακίνητο αδέσποτο, διότι η εγκατάλειψη των κτημάτων από τους Οθωμανούς, που αποχώρησαν από την ελεύθερη πλέον Ελλάδα, θεωρούνταν οριστική (χωρίς πρόθεση επιστροφής τους) και επομένως ότι γινόταν με πρόθεση οριστικής παραίτησης από την κυριότητα. Ο νόμος αυτός θέσπιζε, όπως και το άρθρο 972 ΑΚ, έναν πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, με συνέπεια από το χρόνο ισχύος του (1837) όλα τα παραπάνω αδέσποτα ακίνητα να περιέλθουν στο δημόσιο, ενώ η κυριότητα των λοιπών ακινήτων, δηλαδή είτε αυτών που ήδη ανήκαν στο ελληνικό δημόσιο λόγω της κατά τα παραπάνω διαδοχής του οθωμανικού δημοσίου, είτε αυτών που τότε ανήκαν στην κυριότητα των ιδιωτών (Ελλήνων ή Οθωμανών), παρέμεινε ως είχε. Κατά συνέπεια, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω ειδικού νόμου έπαυσαν να υφίστανται τα εξαρχής (αείποτε) αδέσποτα και έκτοτε ο μόνος νόμιμος τρόπος για να καταστεί ένα ακίνητο αδέσποτο ήταν, όπως και σήμερα εξακολουθεί να είναι, αυτός της παραίτησης του κυρίου από την κυριότητα, για την οποία (παραίτηση), όμως, όπως γινόταν δεκτό κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν ήταν απαραίτητο να τηρηθεί κάποιος τύπος, αλλά αρκούσε να υπήρχε και να αποδεικνυόταν η σαφής πρόθεση του κυρίου να εγκαταλείψει οριστικά την κυριότητα (Απ. Γεωργιάδης, ό.π. 858-859). Προϋπόθεση, δηλαδή, και υπό την ισχύ του άρθρου 16 του προαναφερόμενου ειδικού νόμου για να περιέλθει ένα πράγμα στην κατηγορία των αδέσποτων και έτσι να ανήκει στο δημόσιο, δεν ήταν μόνον η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος, αλλά και η βούληση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο, η οποία μάλιστα βούληση πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες μη καθιστώσες αυτήν αμφίβολη (ΠολΠρΝαξ 642004 ό.π, ΠολΠρθεσ 2677/1990 Αρμ 1991.766).</p>
<p style="text-align: justify;">Υπό τον ισχύον νομικό καθεστώς του <strong>Αστικού Κώδικα</strong>, η διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ προβλέπει ότι τα αδέσποτα ακίνητα ανήκουν κατά κυριότητα στο δημόσιο και η διάταξη του άρθρου 2§1 του α.ν. 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, προβλέπει ότι το δημόσιο θεωρείται νομέας αυτών, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει ουδεμία πράξη νομής. Τα ακίνητα καθίστανται αδέσποτα με την παραίτηση του κυρίου αυτών από την κυριότητα τους, που αναπτύσσει τα αποτελέσματα της μόνο μετά τη μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής δήλωσης παραίτησης (Απ. Γεωργιάδης, ό.π, σ. 858,859) (βλ. Μπαλή, Εμπρ. Δίκ., παρ. 85, Γεωργιάδη, ό.π., Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου δικαίου, σελ. 67, με παραπομπές εις νομολογία, Μπόσδα, ό.π. σελ. 138, ΑΠ 200/1981 ΝοΒ 29.1398, ΑΠ 447/1976, ΑρχΝ ΚΖ 781 ΠΠρΘεσ 2677/1990 ΑΡΜ/1991, 766).. Η παραίτηση αποτελεί μονομερή και εκποιητική δικαιοπραξία, καθώς τείνει στην κατάργηση του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας, ως δε τέτοια απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως και κάθε άλλη δικαιοπραξία παραίτησης από εμπράγματο δικαίωμα, και να μεταγραφεί, προκειμένου να αναπτύξει τα έννομα αποτελέσματά της. Ακολούθως, μόνον με και από την μεταγραφή της συμβολαιογραφικής δήλωσης παραίτησης επέρχεται απώλεια της κυριότητας του ιδιώτη και περιέλευσή της στο Δημόσιο (Γεωργιάδης Απόστολος, ΧρΙΔ 2005.858), (67/2024 Εφετείο Αιγαίου NOMOS). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι υπό το καθεστώς ισχύος του ΑΚ όπου τα αδέσποτα ακίνητα ρυθμίζονται από το άρθρο 972 ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 α.ν.1539/1938, προκειμένου να καταστεί ένα ακίνητο αδέσποτο δεν αρκεί ούτε και απαιτείται εγκατάλειψη της νομής του από τον κύριο, αλλά προϋπόθεση για να καταστεί αδέσποτο ένα ακίνητο είναι να προβεί ο κύριος σε δήλωση παραίτησης από την κυριότητα, η οποία (δήλωση) θα πρέπει να υποβληθεί στο συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί (62/2004 ΠΠρ Νάξου). Το Δημόσιο σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις αποκτά πρωτότυπα την κυριότητα και συγχρόνως με την κυριότητα αποκτά αυτοδίκαια και τη νομή του ακινήτου, ανεξάρτητα αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σε αυτό πράξεις διακατοχής. Έτσι επί των αδέσποτων κτημάτων ο κάτοχος αυτών δεν μπορεί να αποκτήσει νομή ολικά ή κατά ένα μέρος, αφού αυτή παρεμποδίζεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938 κατά την οποία τα κτήματα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου (ΑΠ 132/2000 Δνη 41, 1025).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Διάκριση από τα εγκαταλελειμμένα:</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Έπεται ότι <strong>τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα</strong>, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού (Απ. Γεωργιάδης, ό.π, σ. 859,860), καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938 (ΠολΠρΝαξ 64/2004 ό.π, ΠολΠρθεσ 2677/1990 ό.π.). Δεν συνάγεται τεκμήριο εγκατάλειψης εκ του λόγου και μόνο ότι ο αντίδικος του Δημοσίου αδυνατεί να αποδείξει με εγγράφους τίτλους την άσκηση νομής στο ακίνητο από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του. Διότι ακόμη και αν δεν αποδειχθεί ότι οι δικαιοπάροχοι του σημερινού νομέα ασκούσαν πράξεις νομής στο ακίνητο, τούτο δεν αποδεικνύει ασφαλώς ότι αυτό ήταν αδέσποτο, καθόσον την προϋπόθεση αυτή πρέπει να αποδείξει το Δημόσιο (Κιτσαρά, ό.π.). Στα εγκαταλελειμμένα ακίνητα περιλαμβάνονται επομένως α) εκείνα, των οποίων δεν επιμελείται προς απόλαυση των ωφελημάτων ο ιδιοκτήτης τους, ο οποίος όμως διατηρεί τη διάνοια κυρίου, και β) εκείνα, τη νομή των οποίων εγκαταλείπει ο κύριός τους ατύπως, με σκοπό παραίτησης από την κυριότητά τους (ΕφΔωδ 3/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).(67/2024 Εφετείο Αιγαίου NOMOS).Η έννοια των αδέσποτων είναι διάφορος της τοιαύτης των εγκαταλελειμμένων, τα οποία είτε επανέρχονται στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται υπό του Δημοσίου προς δεκαετή διαχείριση (αρθρ. 34 α.ν. 1539/1938) υπέρ και διά λογαριασμό των ενδεχομένως εμφανισθησομένων νομίμων δικαιούχων αυτών παράλληλα με την σοβαρή προσδοκία της, μετά χωρίς διακοπή παρέλευση της δεκαετίας αυτής, αποκτήσεως ιδίας (του Δημοσίου) επ&#8217; αυτών αποκλειστικής κυριότητας (βλ. Ε. Δωρή, Τα δημόσια κτήματα, έκδ. 1980, σελ. 424, 602 επ., Δ. Παίζη, Τα εγκαταλελειμμένα και παρά των ιδιοκτητών ακίνητα και τα επ&#8217; αυτών δικαιώματα του Δημοσίου, εις ΝοΒ 22. 424 επ., Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 196, με παραπομπή εις νομολογία). (48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS) Το Δημόσιο δεν καθίσταται κύριος με μόνη την κατάληψή τους, αλλά προσαπαιτείται: ά): η έκδοση πρωτοκόλλου κατάληψης, β) η παρέλευση δεκαετίας και γ) η καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα μη εκδήλωση αναζήτησης εκ μέρους του κυρίου. (ΕφΑιγ 1/1971, ΝοΒ 19.644).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Απόδειξη κυριότητας Δημοσίου</strong>:</p>
<p style="text-align: justify;">Το Ελληνικό Δημόσιο επικαλούμενο ότι είναι κύριο του επίδικου κτήματοας λόγω περιέλευσης σε αυτού ως δημόσιο, πρέπει να αποδείξει είτε α) ότι πριν από την απελευθέρωση το ακίνητο αυτό δεν δεσποζόταν από ιδιώτη ή ανήκε σε άκληρο αποθανόντα,  είτε β) ότι μετά την απελευθέρωση το επίδικο ακίνητο κατέστη αδέσποτο με την εγκατάλειψή του από Οθωμανό ιδιοκτήτη του λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητά του επ` αυτού είτε με κατάληψη , είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 16 του Ν. 21-6/10-7-1837, είτε γ) ότι υπό την ισχύ των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου εγκαταλείφθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου από τον ιδιοκτήτη αυτού, με βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση αυτού περί παραιτήσεώς του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο και δ) ότι μετά την εισαγωγή του ΑΚ υπήρξε παραίτηση από την κυριότητα του επιδίκου, περιβληθείσα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφείσα. (27/2019 ΑΠ NOMOS). Συγκεκριμένα, το ενάγον Δημόσιο οφείλει να προσδιορίσει πως το επίδικο ακίνητο κατέστη αδέσποτο, εάν πρόκειται για εξ αρχής αδέσποτο ή όχι, οπότε στην τελευταία περίπτωση που αυτό έχει προϋπάρξει υπό την δεσποτεία άλλου, οφείλει περαιτέρω να προσδιορίσει ποιο ήταν αυτό το πρόσωπο και πως απέβαλε την κυριότητά του. Περαιτέρω και εφόσον το Δημόσιο επικαλείται ότι το αδέσποτο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του πριν την ισχύ του νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων” της 10.7.1837, πρέπει επιπλέον να επικαλεστεί και όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την πραγματική κατάληψή του ακινήτου από αυτό, η οποία απαιτείτο κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητάς του (Εφ.Πατρ. 62/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/nomiko-kathestos-adespoton-akiniton/">Νομικό καθεστώς αδεσπότων ακινήτων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/nomiko-kathestos-adespoton-akiniton/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δεδικασμένο και εκκρεμοδικία στην ποινική διαδικασία κατ’ άρθρο 57 ΚΠΔ &#8211;  Η παραβίασή τους ως λόγος αναίρεσης κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ ΚΠΔ &#8211; Έννοια κι έκταση της ταυτότητας της πράξης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-ke-ekkremodikia-stin-piniki-diadikasia-kat-arthro-57-kpd-i-paraviasi-tous-os-logos-aneresis-kat-arthro-510-par-1-stich-st%ce%84-kpd-ennia-ki-ektasi-tis-taftot/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-ke-ekkremodikia-stin-piniki-diadikasia-kat-arthro-57-kpd-i-paraviasi-tous-os-logos-aneresis-kat-arthro-510-par-1-stich-st%ce%84-kpd-ennia-ki-ektasi-tis-taftot/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 03 Sep 2026 07:52:02 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18690</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ [Ν. 4620/2019], «αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου» και κατά την παρ. 3 αυτού «αν σε [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-ke-ekkremodikia-stin-piniki-diadikasia-kat-arthro-57-kpd-i-paraviasi-tous-os-logos-aneresis-kat-arthro-510-par-1-stich-st%ce%84-kpd-ennia-ki-ektasi-tis-taftot/">Δεδικασμένο και εκκρεμοδικία στην ποινική διαδικασία κατ’ άρθρο 57 ΚΠΔ &#8211;  Η παραβίασή τους ως λόγος αναίρεσης κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ ΚΠΔ &#8211; Έννοια κι έκταση της ταυτότητας της πράξης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ [Ν. 4620/2019], «αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου» και κατά την παρ. 3 αυτού «αν σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη ασκήθηκαν περισσότερες διώξεις, κηρύσσονται απαράδεκτες λόγω εκκρεμοδικίας εκείνες οι οποίες ασκήθηκαν μεταγενέστερα, εφόσον δεν προηγούνται διαδικαστικά». Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 37, 43, 125 και 132 ΚΠΔ συνάγεται ότι, εάν ασκηθεί νέα ποινική δίωξη σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη δημιουργείται εκκρεμοδικία για την οποία ήδη υπάρχει η ως άνω ειδική ρύθμιση στο νέο ΚΠΔ [άρθρο 57 παρ. 3]. Η παραβίασή της, δε, στοιχειοθετεί, μετά την πρόβλεψη στο άρθρο 510 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ, τον από το άρθρο αυτό, στο στοιχείο ΣΤ` προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της «παραβίασης του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας» (ΑΠ 887/2020 ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ` του ΚΠΔ, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της) και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη), όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως μετά την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 37/2017 ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ` όλη τη διαδρομή και καθ` όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα, δηλαδή, της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο, που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, που έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητας πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μίας φυσικής πράξης, έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 743/2020, ΑΠ 872/2015 ΝΟΜΟΣ), όπως, επίσης όταν διαφέρει ο χρόνος τέλεσης (ΑΠ 1638/2018 ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν έχει σημασία αν παραλλάσσει ο τρόπος συμμετοχής (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 733/1998 ΝΟΜΟΣ) και βέβαια η ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνο από το διατακτικό της απόφασης ή του βουλεύματος και όχι από το αιτιολογικό, που μπορεί να χρησιμεύσει μόνο για τη διασάφηση του πρώτου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 320/2014 ΝΟΜΟΣ).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Η επίκληση της ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ.1 του ΚΠΔ, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, δηλαδή με την προσκομιδή του αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως της βεβαίωσης του αρμοδίου γραμματέα περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου, μπορεί να προταθεί, όπως ειδικά προβλέφθηκε στο άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ, το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναίρεσης κατ` απόφασης, κατά την παρ.1 στοιχ. ΣΤ` του ίδιου άρθρου, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ εξετάζεται, σύμφωνα με το άρθρο 511 εδ. α` ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 420/2023, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 1955/2019, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 16/2018, ΑΠ 957/2016 ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-ke-ekkremodikia-stin-piniki-diadikasia-kat-arthro-57-kpd-i-paraviasi-tous-os-logos-aneresis-kat-arthro-510-par-1-stich-st%ce%84-kpd-ennia-ki-ektasi-tis-taftot/">Δεδικασμένο και εκκρεμοδικία στην ποινική διαδικασία κατ’ άρθρο 57 ΚΠΔ &#8211;  Η παραβίασή τους ως λόγος αναίρεσης κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ ΚΠΔ &#8211; Έννοια κι έκταση της ταυτότητας της πράξης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-ke-ekkremodikia-stin-piniki-diadikasia-kat-arthro-57-kpd-i-paraviasi-tous-os-logos-aneresis-kat-arthro-510-par-1-stich-st%ce%84-kpd-ennia-ki-ektasi-tis-taftot/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
