Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

H άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά αθέτηση σύμβασης από μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία (βλ. ΑΠ 1220/2014, δημ. ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)

Σύμφωνα με το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρ. 830 ΑΚ έχουν σ’ αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθέμενων σ’ αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 2229/2013).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που γίνεται μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε αν αυτή γίνει προς άλλο πρόσωπο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται απ’ αυτή ή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών”, η οποία ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρ. 888 και 889 ΑΚ, ορίζουσα ότι “η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ’ αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία”. Τέτοια “απόδειξη καταθέσεως χρημάτων” είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ’ αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της (ΑΠ 189/2002, 93/2005, 1122/2005).

Διαφορετική από την καταβολή σε πρόσωπο που εμφανίστηκε ως δικαιούχος τραπεζικής κατάθεσης πλαστογραφώντας την υπογραφή του δικαιούχου είναι η καταβολή σε ψευδοαντιπρόσωπο αυτού, η οποία δεν καλύπτεται από την εξαίρεση της παραπάνω διάταξης του άρθρ. 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 και επομένως η καταβολή αυτή σε ψευδοαντιπρόσωπο δεν απαλλάσσει την τράπεζα έναντι του καταθέτη, αλλά διατηρείται και στην περίπτωση αυτή άθικτη η εναντίον της τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης. Συνακόλουθα η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά αθέτηση σύμβασης από μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται από την τράπεζα σε βάρος του καταθέτη, αλλά από τον τρίτο σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι η κυρία των χρημάτων που είχαν κατατεθεί σ’ αυτή και συνεπώς είναι αυτή που ζημιώθηκε από την απώλειά τους (ΑΠ 830/2003, 929/2009, 378/2011, 2229/2013). Ασφαλώς όμως η τράπεζα δικαιούται να στραφεί κατά του τρίτου που τη ζημίωσε με τη χωρίς δικαίωμα ανάληψη της κατάθεσης άλλου και να ζητήσει απ’ αυτόν ισόποση με την ανάληψη αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 επ. ΑΚ), εφόσον θεμελιώνεται αντίστοιχη ευθύνη του τρίτου, αλλιώς το ίδιο ποσό μπορεί να το ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως παροχή αχρεώστητη (άρθρ. 904 επ. ΑΚ), που συνιστά για τον τρίτο η χωρίς νόμιμη αιτία είσπραξη της κατάθεσης άλλου, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν αποσβήνεται έναντι του άλλου η υποχρέωση της τράπεζας για απόδοση της κατάθεσής του.

Περαιτέρω, ναι μεν κατά το άρθρ. 231§3 ΑΚ ο ψευδοαντιπρόσωπος απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, αν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, εφόσον επιδείκνυε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (άρθρ. 330 ΑΚ), ότι δεν υπήρχε εξουσία αντιπροσώπευσης, όμως η διάταξη αυτή αφορά τις συμβάσεις ή κατά το άρθρ. 234 ΑΚ και τις μονομερείς δικαιοπραξίες, που αυτός κατάρτισε ή επιχείρησε ως αντιπρόσωπος άλλου, παρόλο που δεν διέθετε την αναγκαία προς τούτο εξουσία αντιπροσώπευσης. Επομένως δεν καλύπτεται από την εν λόγω ρύθμιση η καταβολή, αφού αυτή συνιστά υλική πράξη, η οποία έχει μεν ως έννομη συνέπεια την απόσβεση της ενοχής, όμως αυτή επέρχεται από το νόμο και δεν προϋποθέτει ειδική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΑΠ 288/1980, 907/2005, 378/2011, 113/2012). Παρέπεται ότι και η είσπραξη από ψευδοαντιπρόσωπο της ανήκουσας σε άλλον τραπεζικής κατάθεσης, στην έννοια της οποίας (είσπραξης) εμπίπτει και η χωρίς δικαίωμα λογιστική μεταφορά του ποσού της κατάθεσης σε λογαριασμό του ψευδοαντιπροσώπου, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να επιστρέψει στην τράπεζα το ποσό που εισέπραξε, έστω και αν από αμέλεια των υπαλλήλων της τράπεζας δεν έγινε αντιληπτή η έλλειψη αντιπροσωπευτικής εξουσίας του κατά το χρόνο της προς αυτόν καταβολής ή λογιστικής μεταφοράς.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί