Η άγνοια ως προς το σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά τον ΑΚ συνιστά λόγο πλάνης περί του δικαίου της αποδοχής κληρονομιά ικανό να επιφέρει ακύρωση της πλασματικής αποδοχής εντός εξάμηνης προθεσμίας από τη γνώση της επαγωγής
Κατά το άρθρο 1857 εδ. β’ περ. αζ γ’ και δ’ του ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομιάς που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομιάς δεν θεωρείται ουσιώδης. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1901 εδ. α’ του ΑΚ, ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομιάς. Κατά τα άρθρα δε 140 και 141 του ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δε συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δε θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η με τον τρόπο αυτό συναγόμενη κατά πλάσμα του νόμου αποδοχή δε συμφωνεί με τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε ο κληρονόμος αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δε θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Η εσφαλμένη δε γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη μεταξύ βούλησης και δήλωσης διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς (ΟλΑΠ 3/1989, ΑΠ 1570/2010 δη μ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται: α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομιάς κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομούμενου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει γιατί η άγνοια αποκλείει την γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της υπάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης. Έτσι ο κληρονόμος κατά την άνω διάταξη 1847 παρ. 1 εδ α’ του ΑΚ μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της (ΑΠ 1087/2011, ΑΠ 1211/2008 δη μ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της προθεσμίας αποποίησης δεν υπάρχει δήλωση βούλησης του κληρονόμου για την αποδοχή της κληρονομιάς, ο νόμος όμως (άρθρ. 1850 εδ. β’ του ΑΚ), προς άρση της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, αμαχήτως τεκμαίρει την αποδοχή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαττώματος της (μη ρητώς ή σιωπηρώς δηλωθείσας) βούλησης και συνακόλουθα, ούτε ακύρωση είναι νοητή. Για την παράκαμψη των δογματικών αυτών αντιρρήσεων ο νόμος (άρθρ. 1857 παρ. 4 του ΑΚ) ορίζει ευθέως ότι η ακύρωση λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής χωρεί και επί πλασματικής αποδοχής (Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, Αστικός Κώδικας, κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος IX, Κληρονομικό Δίκαιο, άρθρ. 1857 αρίθμ. 10 σελ. 560). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ. 1857 παρ. 2 ΑΚ, η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο. Με βάση τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου, κατ’ απόκλιση από τις γενικές διατάξεις, κατά τις οποίες το δικαίωμα ακύρωσης ακυρώσιμης δικαιοπραξίας αποσβέννυται μετά την πάροδο διετίας από της δικαιοπραξίας ή από την παρέλευση της πλάνης, απάτης ή απειλής, και, σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο εικοσαετίας από της δικαιοπραξίας (ΑΚ 157), το δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομιάς, καίτοι κατά τη φύση του διαπλαστικό, υποβάλλεται σε εξάμηνη παραγραφή. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα της αποδοχής, επί δε πλασματικής αποδοχής από την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης. Αν όμως η πλάνη, η απάτη ή απειλή εξακολουθήσουν και μετά την αποδοχή, κατ’ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 157 εδ. β’ και γ’ του ΑΚ, το εξάμηνο αρχίζει από τότε που παρήλθε η κατάσταση αυτή και σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από την αποδοχή (βλ. ΑΠ 858/90, ΕφΑαρ 549/2011 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, ό.π. άρθρ. 1857, αριθ. 3, σελ. 559, Απ. Γεωργιάδη, ΚληρΔ, εκδ. 2010, §38, αριθ. 36, σελ. 652, 48/2022 ΕφΠατρ).
Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος
email: info@efotopoulou.gr