Η άκυρη συναλλαγματική ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους – Προϋποθέσεις έγερσης της αγωγή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά το άρθ. 80 εδ. α` του Ν. 5325/32
Από τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ` αυτήν αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι` αυτό δε βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας, όταν μάλιστα αυτή γίνεται αόριστα. Τέτοια πρόθεση μπορεί να προκύπτει και από τον τύπο που επέλεξαν τα μέρη, όπως εκείνος της συναλλαγματικής, η οποία κατεξοχήν ιδρύει αναιτιώδη ενοχή. Η άκυρη συναλλαγματική, που δεν μπορεί να ισχύει ως συναλλαγματική λόγω ελλείψεων του τίτλου ή λόγω μη νόμιμης χαρτοσήμανσης αυτής, μπορεί να ισχύει, μεταξύ του εκδότη και του αποδέκτη της, ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τη συναγομένη από αυτήν τέτοια πρόθεση των μερών, όπως συνάγεται και από τα άρθρα 2 του Ν. 5325/1932 και 4 παρ. 1-4 του ΝΔ. 4535/1966.
Συνεπώς, η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ή η αγωγή με βάση άκυρη λόγω μη νόμιμης χαρτοσήμανσης συναλλαγματική, πρέπει, για την πληρότητά της, να αναφέρει ότι η συναλλαγματική είναι άκυρη λόγω μη νόμιμης χαρτοσήμανσής της και ότι ισχύει αυτή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει ότι τα μέρη δεν γνώριζαν την ακυρότητα της συναλλαγματικής και ότι αν τη γνώριζαν θα ήθελαν να ισχύσει κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους. Αρκεί δηλαδή η αγωγή ή η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής να περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωσή της στο άρθρο 873 ΑΚ χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 182 ΑΚ (βλ. 2088/1986 ΕλΔ 28,1041Μ, ΕφΘες 2643/1998, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρα 80 εδ. α` του Ν. 5325/32 προβλέπεται ότι: «Εν περιπτώσει εκπτώσεως του κομιστού ή του πληρώσαντος οπισθογράφου, είτε παραγραφής της εκ συναλλαγματικής αγωγής, δύναται να χωρήσει κατά του εκδότου ή του οπισθογράφου αγωγή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αυτή αγωγή εν περιπτώσει παραγραφής της εκ συναλλαγματικής αγωγής, χωρεί και κατά του αποδέκτου». Η αγωγή αυτή για την έγερση της οποίας απαιτείται: α) η ύπαρξη τυπικά ισχυρής συναλλαγματικής (Η. Αναστασιάδου, Πιστωτικοί τίτλοι, τόμ. Α`, παρ. 195, σελ. 709), β) έκπτωση του κομιστή από το δικαίωμα αναγωγής από τη συναλλαγματική και γ) ζημία του ενάγοντος και πλουτισμός του εναγομένου, έστω κι αν αυτός δεν προέκυψε αμέσως απ` την περιουσία του ενάγοντος, έχει επικουρικό χαρακτήρα. Η προσφυγή σ` αυτήν, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό της συναλλαγματικής, αποτελεί την τελευταία προστασία και μπορεί να ασκηθεί τότε μόνο όταν ο κομιστής της συναλλαγματικής δε βοηθείται με άλλο τρόπο δηλαδή από σύμβαση ή αδικοπραξία (Καυκάς, ΕνοχΔ έκδ. Δ`, άρθρ. 904-907, παρ. 4) και έτσι προξενείται σ` αυτόν από τη μη άσκησή της ανεπανόρθωτη ζημία, δεν παρέχεται, δε, στον κομιστή της συναλλαγματικής, όταν αυτός παρά την απώλεια της αγωγής από τη συναλλαγματική μπορεί να ικανοποιηθεί με βάση την υποκείμενη σχέση που συνδέει αυτόν με τον υπεύθυνο από τη συναλλαγματική. Το τελευταίο τούτο βέβαια δεν προκύπτει ρητώς από την ως άνω διάταξη, αλλά είναι συνέπεια του ότι δεν μπορεί να υπάρξει ζημία στην περιουσία αυτού που απώλεσε την αγωγή από τη συναλλαγματική, όταν υπάρχει άλλης φύσης αγωγή κατά υπόχρεου από συναλλαγματική, όπως για παράδειγμα, από την υποκείμενη σχέση, ούτε επομένως πλουτισμός του οφειλέτη, εφόσον αυτός απηλλάγη μεν της αγωγής από τον τίτλο, βαρύνεται όμως με την αγωγή από την υποκείμενη σχέση (πρβλ. Αναστασιάδου, όπ.π., παρ. 195, σελ. 713, Τσιριντάνη, ιγ`, σελ. 457, ΕφΑθ 3432/1983 ΕΕμπΔ ΛΑ,445, ΕφΑθ 1532/75 ΕΕμπΔ Κστ, 457, ΕφΘες 297/75 ΕΕμπΔ Κστ, 606).
Συνεπώς για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής, απαιτείται να εκτίθεται όχι μόνο ότι η αξίωση από συναλλαγματική του ενάγοντος κατά του εναγομένου εξέλιπε για έναν από τους προυναφερθέντες λόγους, αλλά και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί για κάποιον λόγο συγκεκριμένως αναφερόμενο και η από την υποκείμενη αιτία αγωγή, διότι τότε και μόνο παρέχονται πλήρη τα στοιχεία, από τα οποία συνάγεται ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, δεν είναι δε πλουσιότερος εάν ο ενάγων έχει στην περιουσία του την αγωγή από την υποκείμενη σχέση (ΕφΑθ 9464/78 ΕΕμπΔ 1979, 593, ΕφΘες 2643/1998, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
email: info@efotopoulou.gr