Η αναγκαστική εκτέλεση της υποχρέωσης του οφειλέτη προς παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης (947 § 1 ΚΠολΔ) – Τα δύο στάδια εκτέλεσης – Έννοια του όρου «για κάθε παραβίαση» – Φύση των ποινών
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 947 § 1 ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά το Ν. 4335/2015) «Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.».
Προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου είναι η ύπαρξη αξίωσης προς παράλειψη ή ανοχή πράξης, η οποία (αξίωση) μπορεί να έχει ως γενεσιουργό λόγο είτε την ιδιωτική βούληση, τουτέστιν τη δικαιοπραξία, είτε τον ίδιο το νόμο και η οποία κρίνεται κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου. Η κατά το άρθρο αυτό αναγκαστική εκτέλεση περιλαμβάνει δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων: α) Με την μεν πρώτη απόφαση καταδικάζεται ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή και απειλείται εναντίον του χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση της απόφασης, ήτοι για κάθε παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή, εφόσον βεβαίως υπάρχει σχετικό αίτημα του ενάγοντος, β) με τη δε δεύτερη διαπιστώνεται η εκ μέρους του οφειλέτη εκ προθέσεως (ΑΠ 47/2002 ΕλλΔνη 2002, 728, ΑΠ 1061/2002 ΕλλΔνη 2002, 799, ΑΠ 664/1994 ΕλλΔνη 36, 1088) παράβαση της πρώτης δικαστικής απόφασης και καταδικάζεται στην καταβολή της χρηματικής ποινής και στην προσωπική κράτηση, που η παραβιασθείσα δικαστική απόφαση επέβαλε, κατά το ποσό και το χρόνο, αντίστοιχα, που αυτή προσδιόρισε. Σημειωτέον ότι αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της δεύτερης δικαστικής απόφασης περί της διαπίστωσης της εκ προθέσεως παράβασης της πρώτης δικαστικής απόφασης (αυτής δηλ. που καταδικάζει τον οφειλέτη σε παράλειψη ή ανοχή και απειλεί εναντίον του χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση), αποτελεί η επίδοση / κοινοποίηση της τελευταίας στον καθ’ ου οφειλέτη με επιταγή προς εκτέλεση. Το γεγονός μάλιστα αυτό, της προεπίδοσης στον οφειλέτη με επιταγή προς εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου της πρώτης δικαστικής απόφασης (924 ΚΠολΔ, ΑΠ 1116/1988 Δνη 31, 76, ΑΠ 1271/1988 Δνη 31, 1240, ΕΦΑΘ 2821/1988 Δνη 31, 149, ΕΦΑΘ 7667/1988 Δνη 31, 172, ΕΦΑΘ 308/1988 Αρμ 1989, 380), η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη ή ανοχή, πρέπει να αναφέρεται υποχρεωτικά στη δεύτερη αγωγή, με την οποία ζητείται η δικαστική διάγνωση / βεβαίωση της παράβασης και η καταδίκη του οφειλέτη στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση. Έτσι, προκειμένου να θεμελιωθεί το δικαίωμα του δανειστή να ζητήσει με αγωγή του τη βεβαίωση της παράβασης εκ μέρους του οφειλέτη και την καταδίκη του τελευταίου σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις: 1ον: στην πρώτη απόφαση να υπάρχει διάταξη με την οποία ο οφειλέτης υποχρεώνεται σε παράλειψη ή ανοχή, 2ον: η απόφαση αυτή -για την ακρίβεια αντίγραφο του απογράφου αυτής- να έχει κοινοποιηθεί στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη με επιταγή προς εκτέλεση, πριν από την καταλογισθείσα σε αυτόν παράβαση και 3ον: στην επιταγή να ορίζεται με ακρίβεια η απαίτηση, δηλ. η πράξη την οποία οφείλει να παραλείψει ή να ανεχθεί ο οφειλέτης (Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2000, άρθρο 947, σελ. 1826. ΕΦΘΕΣ 1291/1992 ΕλλΔνη 35, 1700, ΜΠΡΑΘ 264/1994 ΑρχΝ 46, 291). Η δεύτερη απόφαση, που, δεσμευόμενη από το δεδικασμένο της πρώτης απόφασης (ΑΠ 284/2003 ΔΕΕ 2003, 790, ΕΦΘΕΣ 1251/1992 ΕλλΔνη 35, 1700), διαπιστώνει την εκ μέρους του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη παράβαση της υποχρέωσής του συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της πρώτης απόφασης και η οποία τον καταδικάζει στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση, αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο για την είσπραξη της χρηματικής ποινής και την επιβολή της προσωπικής κράτησης (ΕΦΑΘ 4034/2002 ΕλλΔνη 2002, 1707, ΜΠΡΑΘ 2206/2001 ΝοΒ 2002, 135, ΜΠΡΘΗΒ 340/2001 Δ 2002, 170, ΕΦΑΘ 7667/1988 ΕλλΔνη 1990, 172), μπορεί δε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς τη χρηματική ποινή μόνο, όχι και ως προς την προσωπική κράτηση, δεδομένου ότι για την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης απαιτείται απαραιτήτως τελεσιδικία της απόφασης (άρθρο 1049 ΚΠολΔ). Δεδομένου ότι η αγωγή με την οποία ζητείται η διάγνωση της παράβασης και η καταδίκη του οφειλέτη στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, εφαρμογή τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 926 § 1 ΚΠολΔ, τουτέστιν, η περί ου ο λόγος αγωγή μπορεί ν’ ασκηθεί μόνο μετά την πάροδο 3 εργάσιμων ημερών από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση. Δεν απαιτείται, όμως, η τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 926 § 2 ΚΠολΔ, διότι η παράβαση δεν αποτελεί πράξη εκτέλεσης, αλλά εξωδιαδικαστική συμπεριφορά του οφειλέτη και, συνεπώς, δεν απαιτείται να λάβει χώρα εντός έτους από την επίδοση της επιταγής (βλ. Βασίλη Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος Ε’, σελ. 586, § 64).
Σημειωτέον ότι για τη βεβαίωση της παράβασης και την καταδίκη του οφειλέτη στη χρηματική ποινή ή/και την προσωπική κράτηση απαιτείται -εκτός από την έκδοση της δικαστικής απόφασης που τον υποχρεώνει σε παράλειψη ή ανοχή και απειλεί ποινές για την περίπτωση παράβασης των διατάξεών της- η από πρόθεση ενέργεια της παράβασης αυτής εκ μέρους του οφειλέτη, δηλαδή απείθεια στις διατάξεις της απόφασης μετά την κοινοποίησή της και την έναρξη της υποχρέωσης προς παράλειψη ή ανοχή πράξης (ΑΠ 47/2002 ΕλλΔνη 2002, 728, ΑΠ 1061/2002 ΕλλΔνη 2002, 799, ΑΠ 664/1994 Δνη 36, 1088, ΑΠ 1995/1986 Δνη 28, 1431, ΑΠ 447/1987 ΕΕΝ 1988, 136, ΑΠ 1478/1987 ΕΕΝ 1988, 835, ΑΠ 226/1986 ΕΕΝ 53, 782 ΝοΒ 35, 522, ΑΠ 1339/1982 Δνη 24, 840, ΕΦΑΘ 7667/1988 Δνη 31, 172, ΕΦΑΘ 10373/1987 Δνη 30, 580, ΕΦΑΘ 4860/1985 Δνη 26, 969, ΕΦΑΘ 7728/1978 Αρμ 32/179). Η πρόθεση, ως γνώση και θέληση παραβίασης των διατάξεων της προηγούμενης απόφασης, δεν έχει ανάγκη εξειδίκευσης των στοιχείων που τη συγκροτούν, όταν μάλιστα δεν προβάλλονται ισχυρισμοί για πλάνη του εναγομένου οφειλέτη, αλλά αρκεί στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρεται ότι ο οφειλέτης ενήργησε από πρόθεση ή να συνάγεται παραδοχή του δικαστηρίου για την ύπαρξη τέτοιας προθέσεως (ΑΠ 664/1994 Δνη 1995, 1089).
Από τη διατύπωση του ίδιου του άρθρου 947 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση περισσοτέρων, επανειλημμένων παραβάσεων της απόφασης, οι οποίες -κατά τα ανωτέρω- διαπιστώνονται δικαστικώς, οφείλονται -καταρχήν- ισάριθμες χρηματικές ποινές και χωρεί καταδίκη σε προσωπική κράτηση για κάθε μία παράβαση, εκτός αν μεταξύ των περισσοτέρων παραβάσεων υφίσταται στενός σύνδεσμος, όταν δηλαδή οι πλείονες επιμέρους παραβάσεις λαμβάνουν χώρα εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συγκροτούν «διαρκή ενέργεια» ή «κατ’ εξακολούθηση ενέργεια» του παραβάτη ή «φυσική ενότητα ενεργείας» εξωτερικά διαγνώσιμη στον τρίτο παρατηρητή, οπότε επιβάλλεται μία μόνο ποινή -και όχι αθροιστικά τόσες ποινές όσες και οι επιμέρους παραβάσεις- και χωρεί καταδίκη σε μία προσωπική κράτηση (βλ. Μητσόπουλο, ΝοΒ 23/257, Κεραμέα, Μελέται 553 επ., Κουτουρίση, Η προσωπική κράτησις 86 και ΑρχΝ 1985/387 αρ. 64 επ., Φραγκίστα/Γέσιου-Φαλτσή, Αναγκ. Εκτέλ. εκδ. Β΄, 79-80, Νίκα, Αρμ 35/432, Πίψου, Αναγκ. Εκτέλ. κατ’ άρθρο 947 ΚΠολΔ, 407 επ. Βλ. επίσης Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολ. Δικονομίας, ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο, τόμος Ε’, 1997, σελ. 603, § 114 με παραπομπή σε πλούσια σχετική νομολογία, καθώς και Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, 2000, άρθρο 947, σελ. 1824, § 8 με παραπομπή σε νομολογία. Βλ. επίσης ΑΠ 416/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 178/2003 ΕλλΔνη 2003, 783, ΑΠ 1480/2002 ΔΕΝ 2003, 832, ΑΠ 1140/1999 ΕλλΔνη 2000, 384), τούτο δε προς αποτροπή επιβολής υπέρμετρων κυρώσεων σε βάρος του οφειλέτη. Ως «διαρκής ενέργεια» θεωρείται η ενέργεια, η οποία χωρίς διακοπή παραβιάζει συνεχώς και αδιαλείπτως την απαγόρευση, εφόσον η κατάσταση που προκάλεσε συνεχίζεται (π.χ. διατήρηση πινακίδας που φέρει απαγορευθέντα διακριτικό τίτλο ή επωνυμία). Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαρκούς προσβολής συνίσταται στην εφάπαξ προσβλητική ενέργεια του παραβάτη, η οποία συνεπάγεται παρατεταμένη παράβαση. Εξάλλου, «φυσική ενότητα ενεργείας» αποτελούν περισσότερες επιμέρους πράξεις του οφειλέτη, οι οποίες δεν μπορούν να απαριθμηθούν και οι οποίες κατά τη φυσική θεώρηση των πραγμάτων γίνονται αντιληπτές ως ενιαία συμπεριφορά (π.χ. χρησιμοποίηση απαγορευθέντος σήματος σε διαφημιστικά έντυπα, τιμολόγια κλπ), ενώ «κατ’ εξακολούθηση ενέργεια» συνιστά η ομοιόμορφη εξακολουθητική συμπεριφορά του οφειλέτη με την οποία αυτός προβαίνει σε πλείονες αυτοτελείς επιμέρους ενέργειες, οι οποίες πηγάζουν από ενιαία βουλητική στάση του, που κατευθύνεται σε σταδιακή πραγματοποίηση (π.χ. ανά μήνα δημοσίευση αθέμιτης ανταγωνιστικής διαφήμισης) (ΜΠΡΑΘ 2206/2001 ΝοΒ 2002, 135. Βλ. επίσης Κουτουρίση, Έμμεσος εκτέλεσις, ΑρχΝ 1985, 377, Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολ. Δικονομίας, ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο, τόμος Ε’, 1997, σελ. 594). Κατά τη θεωρία (Μητσόπουλος, ΝοΒ 1975, 261, Κεραμεύς, Νομικές Μελέτες Ι, σελ. 123 σημ. 84, Νίκας, Αρμ 1981, 774-775, Πίψου, Αναγκαστική εκτέλεση για παράλειψη ή ανοχή πράξεως κατά το άρθρο 947 ΚΠολΔ, δ.δ. 1992, 419) η εξειδίκευση του όρου «για κάθε παράβαση» θα ήταν προτιμότερο να γίνεται από το δικαστήριο που απειλεί την ποινή και όχι από εκείνο που την επιβάλλει, όπως καταλήγει να δέχεται η νομολογία.
Τέλος, να σημειωθεί ότι τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη μέσα εκτέλεσης δεν αποτελούν αποζημίωση για τη μη παράλειψη ή για τη μη ανοχή της πράξης, ούτε οποιαδήποτε άλλη ενοχική αξίωση (ΑΠ 195/2014 ΤΝΠ Νόμος), αλλά μέσο εξαναγκασμού (ΕΦΑΘ 6117/1995 ΝοΒ 44, 65), και αυτός είναι και ο λόγος που επί της χρηματικής ποινής δεν μπορούν να επιδικασθούν τόκοι. Ο δανειστής, ωστόσο, διατηρεί άπασες τις προβλεπόμενες από το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις του (ΕΦΑΘ 3858/1976 Αρμ 1977, 47, ΕΦΑΘ 520/1976 ΝοΒ 1976, 648/649).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.
info@efotopoulou.gr