Η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εξ αμελείας τελούμενου εγκλήματος (28 ΠΚ)
Την αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, προβλέπει ο ποινικός μας κώδικας στο άρθρο 28 ΠΚ στο οποίο ορίζεται ότι «από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν». Σε αντίθεση προς τον δόλο, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι η απόφαση προσβολής ενός εννόμου αγαθού, ο λόγος τιμώρησης της αμέλειας έγκειται στο ότι ο δράστης δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια ως προς το έννομο αγαθό που τελικά προσέβαλε , επέδειξε «αφροντιστία». Η «αφροντιστία» όμως αυτή δεν είναι δυνατόν να είναι μια μορφή υπαιτιότητας, δεν περιορίζεται δηλ. σε μια εσωτερική στάση, την έλλειψη προσοχής ή σύνεσης, αλλά για να υπάρξει πρέπει να εκδηλώνεται και αντικειμενικά. Κατά την επικρατούσα σε θεωρία και νομολογία άποψη, η αμέλεια έχει διπλή υπόσταση, όχι μόνον υποκειμενική αλλά και αντικειμενική: αντικειμενικά μεν συνίσταται στο ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτούνταν για ν’ αποφευχθεί το τελικά επελθόν αποτέλεσμα, υποκειμενικά δε στο ότι δεν κατέβαλε την προσοχή ή σύνεση που μπορούσε και όφειλε σύμφωνα με τις ατομικές του ικανότητες να καταβάλει.
Μεταξύ των άγραφων εκείνων στοιχείων που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος, ήτοι την επέλευση του αποτελέσματος, την αντικειμενική παραβίαση ενός καθήκοντος επιμελείας, την αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος, τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο και η συνάφεια κινδύνου μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμελείας και του αποτελέσματος. Ως προς το τρίτο ιδίως στοιχείο λεκτέο είναι ότι το αποτέλεσμα που προκλήθηκε πρέπει να είναι και αντικειμενικά προβλεπτό. Ως προς αποτέλεσμα αντικειμενικά απρόβλεπτο (που είναι δηλ. ανθρωπίνως αδύνατο να προβλεφθεί) δεν έχει νόημα να καθιερωθεί καθήκον επιμελείας αφού μια αντικειμενικά ακίνδυνη πράξη δεν έχει νόημα να απαγορευθεί. Εφόσον, λοιπόν, ο κανόνας δικαίου τότε μόνον δεσμεύει (οπότε και έχει λόγο ύπαρξης) όταν απαγορεύει συμπεριφορά επικίνδυνη, και εφόσον ως επικίνδυνη συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί μόνον εκείνη που ενέχει αντικειμενικά διαγνώσιμη δυνατότητα πρόκλησης αποτελέσματος, η δυνατότητα αυτή, δηλαδή η προσφορότητα της πράξης να προκαλέσει το αποτέλεσμα είναι προϋπόθεση της αντίθεσης της συμπεριφοράς προς τον κανόνα και επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εξ αμελείας εγκλήματος.
Όσον αφορά στο στοιχείο εκείνο της συνάφειας κινδύνου λεκτέο είναι ότι δεν αρκεί αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και του αποτελέσματος κατά τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων αλλ’ απαιτείται, επιπλέον, το αποτέλεσμα να συνιστά πραγμάτωση εκείνου ακριβώς του κινδύνου που έθεσε ο δράστης με την πλημμελή συμπεριφορά του, δηλ. του κινδύνου που δε θα είχε δημιουργηθεί αν είχε συμπεριφερθεί επιμελώς (κατ’ ακριβολογία: εκείνου ακριβώς του εγγενούς στην πλημμέλεια της συμπεριφοράς κινδύνου που υπήρξε και ο νομοθετικός λόγος απαγόρευσης της συμπεριφοράς). Μεταξύ δηλαδή της παραβιάσεως του αντικειμενικά οφειλόμενου καθήκοντος επιμελείας και του αποτελέσματος, απαιτείται συνάφεια κινδύνου, η οποία έτσι αναδεικνύεται σε αυτοτελές στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εξ αμελείας εγκλήματος πλάι στην αιτιότητα.
Μεγίστης σημασίας αρχή που διέπει το εξ αμελείας τελούμενο έγκλημα είναι το μέτρο της αντικειμενικά οφειλόμενης επιμέλειας. Το ως άνω ζήτημα προκύπτει από τη γενική αρχή, ότι καθένας οφείλει να συμπεριφέρεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφεύγει την προσβολή εννόμων αγαθών άλλων. Βάσει αυτής λοιπόν ερωτάται , τι θα έπραττε υπό τις αυτές περιστάσεις ο ευσυνείδητος και συνετός κοινωνός που ανήκει στον ίδιο τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με τον υπό κρίση δράστη σε μια ex ante θεώρηση της κατάστασης π.χ. τι θα έπραττε υπό τις αυτές περιστάσεις ο συνετός και ευσυνείδητος οδηγός, ιατρός κλπ όσα περιστατικά ήσαν εκ των προτέρων αντικειμενικώς διαγνώσιμα και όχι όσα εκ των υστέρων αποκαλύφθηκαν. Οι επί μέρους κανόνες επιμελείας μπορεί να αντλούνται από τρεις πηγές: α) από το Νόμο β) από τους κανόνες επιστήμης και της τεχνικής καθώς και από επαγγελματικούς, συναλλακτικούς, αθλητικούς κλπ κανόνες και γ) από τις περιστάσεις. Επιπρόσθετα δε, σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου: κατ’ αυτήν βάση της εκάστοτε οφειλόμενης προσοχής που πρέπει κατ’ αντικειμενική κρίση κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις αυτές πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει είναι οι νομικοί κανόνες, οι συνήθειες των συναλλαγών και η κοινή κατά την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική.
Αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση της αμέλειας και σύμφωνα με το άρθρο 28 ΠΚ η εσωτερική αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει είτε δεν προείδε το αποτέλεσμα που προκάλεσε με την πράξη του είτε το προείδε μεν ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τη λεγόμενη «άνευ συνειδήσεως αμέλεια» στη δε δεύτερη την «ενσυνείδητη αμέλεια», αναλόγως του αν ο δράστης έχει ή όχι συνείδηση ότι παραβιάζει ένα καθήκον επιμελείας.
Στην πρώτη περίπτωση, λοιπόν, της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, η υποκειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος πληρούται όταν ο δράστης βάσει των ατομικών ικανοτήτων και δυνατοτήτων του μπορεί: αφενός μεν να διαγνώσει το αντικειμενικά οφειλόμενο καθήκον επιμελείας και να συμμορφωθεί προς αυτό (μπορεί δηλαδή να επιδείξει την επιμέλεια που θα επεδείκνυε στη θέση του ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος κοινωνός που ανήκει στον ίδιο κύκλο κοινωνικής δραστηριότητας με αυτόν), αφετέρου δε να προβλέψει το αποτέλεσμα που τελικά προκλήθηκε
Στη δεύτερη περίπτωση, πάλι της ενσυνείδητης αμέλειας , η υποκειμενική υπόσταση πληρούται όταν ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως δυνατό, πλην όμως δεν το αποδέχεται αλλά πιστεύει από επιπολαιότητα και απερισκεψία ότι θα το αποφύγει.
Εν όψει των ανωτέρω μπορούμε να πούμε: η υποκειμενική παραβίαση ενός καθήκοντος επιμελείας και η υποκειμενική δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος συνθέτουν την υποκειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος στην άνευ συνειδήσεως αμέλεια, ενώ στην ενσυνείδητη αντί του τελευταίου αυτού στοιχείου αρκεί η πρόβλεψη του αποτελέσματος, εφόσον συνοδεύεται από την πίστη αποφυγής του.
Εν είδει συμπεράσματος, εφόσον ο δράστης παραβιάζει το αντικειμενικά οφειλόμενο καθήκον επιμελείας, κατ’ αρχήν παραβιάζει και την επιμέλεια που όφειλε in concreto και, εφόσον το αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά προβλεπτό, είναι προβλεπτό και για το δράστη. Με άλλα λόγια: η αντικειμενική παραβίαση του καθήκοντος επιμελείας ενδεικνύει την υποκειμενική και η αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος και του αιτιώδους συνδέσμου ενδεικνύει την υποκειμενική. Διότι κατά κανόνα και ο δράστης μπορεί (και επομένως οφείλει) να πράξει ό,τι και ο μέσος άνθρωπος (Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Τόμο Ι, Χρίστος Μυλωνόπουλος, σελ. 300-329).
Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr