Η αρχή της ισότητας στο ενωσιακό δίκαιο και η ευθύνη του κράτους μέλους όταν τα όργανά του παραβιάζουν την αρχή αυτή
Η αρχή της ισότητας ως βασική αρχή του κράτους δικαίου προστατεύεται και στην ενωσιακή έννομη τάξη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι: «η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.»
Η απαγόρευση των διακρίσεων και η αρχή της ισότητας αποτελούν βασικές αξίες της ενωσιακής έννομης τάξης, οι οποίες στοχεύουν στην όμοια αντιμετώπιση όμοιων περιπτώσεων. Λόγω της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού δικαίου των κρατών μελών, όπως έχει εδραιωθεί νομολογιακά βάσει της απόφασης Costa κατά Εnel, τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν σε κάθε έκφανση εξουσίας, ήτοι δικαστικής, νομοθετικής και εκτελεστικής, το πρωτογενές δίκαιο και το παράγωγο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασική υποχρέωση των κρατών μελών αποτελεί η τήρηση της αρχής ισότητας, η οποία πρέπει να πραγματώνεται όχι μόνο κατά τη θέσπιση των κανόνων δικαίου, αλλά και κατά τη δράση των διοικητικών οργάνων. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την δικαιοδοτική λειτουργία του αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα των κρατών μελών έχει ερμηνεύσει ειδικότερες εκφάνσεις της αρχής της ισότητας. Συγκεκριμένα, στην απόφαση C‑624/19 Κ κ.λπ., L, M, N κ.λπ. κατά Tesco Stores Ltd, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι: «το εν λόγω άρθρο θεσπίζει την αρχή ότι η όμοια εργασία ή η εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία πρέπει να αμείβεται κατά τον ίδιο τρόπο….. Η αρχή αυτή αποτελεί την ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, που απαγορεύει τη διαφορετική αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων».
Η παραβίαση των βασικών αρχών της ενωσιακής έννομης τάξης, οι οποίες έχουν ως έρεισμα το πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιφέρει την αστική ευθύνη των κρατών μελών και συνεπώς το δικαίωμα αποζημίωσης των ατόμων που υφίστανται ζημία. Η αστική ευθύνη των κρατών μελών λόγω παραβίασης του ενωσιακού δικαίου μέσω παράνομων πράξεων των οργάνων τους έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) στις υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Andrea Francovich κατά Ιταλίας. Λόγω της απόφασης αυτής, έχει εδραιωθεί πλέον η αστική ευθύνη του κράτους μέλους όταν τα όργανα αυτού νομοθετικά, δικαστικά και εκτελεστικά παραβιάζουν κανόνες του ενωσιακού δικαίου. Έχει γίνει δεκτό στη θεωρία ότι η θέσπιση της υποχρέωσης του κράτους µέλους να αποκαθιστά τη ζηµία, την οποία προκάλεσαν σε ιδιώτες παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου που διέπραξαν κρατικά όργανα επιτελεί διττό σκοπό, καθώς εκτός από τη δικαστική προστασία των δικαιωµάτων που έλκουν οι ιδιώτες από την ενωσιακή έννοµη τάξη, συμβάλλει και στη διασφάλιση της συνεπούς εφαρµογής των ενωσιακών διατάξεων µέσω και της κινητοποίησης των ιδιωτών για την προστασία των δικαιωµάτων τους[1].
Χαρά Ζούκα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Μεταξάς Αντ, Ευθύνη του Δηµοσίου για παραβάσεις του Κοινοτικού Δικαίου από αποφάσεις των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων, εκδόσεις Σάκκουλα 2005, σελ 27 επ.