Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η ασκηθείσα αγωγή ως διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και η ιδιαιτερότητα της τελεσίδικης απόρριψής της για μη ουσιαστικούς λόγους

Σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 264 Α.Κ. η άσκηση αγωγής συνεπάγεται τη διακοπή της παραγραφής των δι’ αυτής προβαλλόμενων αξιώσεων. Ενόψει δε και των διατάξεων των άρθρων 215, παρ. 1 και 221, παρ. 1 ΚΠολΔ καθίσταται ευκρινές ότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται το πρώτον με την επίδοση και όχι απλώς με την κατάθεση της αγωγής στη γραμματεία του εκάστοτε αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου.

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί η κρισιμότητα της ρύθμισης που εισάγεται μέσω της πρώτης παραγράφου του άρθρου 263 Α.Κ., στα πλαίσια της οποίας θεωρείται ότι η συνεπεία εγερθείσας αγωγής διακοπή της παραγραφής δεν επέρχεται στην περίπτωση κατά την οποία: α) ο ενάγων παραιτηθεί από αυτήν ή β) η ασκηθείσα αγωγή του απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις όμως χορηγείται εκ του νόμου στον ενάγοντα η δυνατότητα να επανέλθει και να διατηρήσει σε ισχύ την πολύ σημαντική διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών του, δια της εκ νέου εγέρσεως της αγωγής του εντός προθεσμίας έξι μηνών, οπότε και θεωρείται ότι η παραγραφή των αξιώσεών του έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή του (263, παρ. 2 Α.Κ.).

Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται σκόπιμη η διευκρίνιση των εξής ζητημάτων:

Ι) Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.

ΙΙ) Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016 ΤΝΠ NOMOS) και

ΙΙΙ) Για την ενεργοποίηση της ανωτέρω περιγραφείσας δυνατότητας και τη μέσω αυτής διάσωση και διατήρηση της συντελεσθείσας διακοπής της παραγραφής προϋποτίθεται ότι η δεύτερη αγωγή, με ίδιο περιεχόμενο, ιστορική και νομική βάση με την προηγούμενη, που απορρίφθηκε ως ανωτέρω ανεφέρθη, πρέπει να εγερθεί το αργότερο μέσα σε προθεσμία έξι μηνών, η οποία αρχίζει από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αγωγής (χωρίς να θεωρείται ανεπίτρεπτη η άσκηση νέας αγωγής πριν από την τελεσιδικία), και όχι απλώς από τη δημοσίευση της απορριπτικής οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. Αγγελική Δανηλάτου, Παραγραφή & Προθεσμίες Κατά τον Αστικό Κώδικα, 2011, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 38). Υπό το αυτό πρίσμα το Ανώτατο Ακυρωτικό με την υπ’ αριθμ. 1258/2001 απόφασή του έκρινε ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., αφού θεώρησε ότι η εξάμηνη προθεσμία, εντός της οποίας έπρεπε να εγερθεί η νέα αγωγή, υπολογίζεται από τη δημοσίευση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης και όχι από την τελεσιδικία της.

Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί