Η διάκριση μεταξύ αιτιώδους και αφηρημένης σύμβασης αναγνώρισης χρέους, καθώς και η σημασία αυτής
Στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ ρητά προβλέπεται και ρυθμίζεται ότι: «Η σύμβαση, με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με τέτοιο σκοπό.». Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, καθίσταται ευκρινές ότι στην περίπτωση της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, για τη νομότυπη σύσταση της οποίας απαιτείται η συμφωνία να περιβληθεί με τον έγγραφο τύπο, θεμελιώνεται νέα αυτοτελής ενοχή και ανεξάρτητη της αιτίας του χρέους.
Σε αντιδιαστολή με την ανωτέρω αφηρημένη τελεί η αιτιώδης αναγνώριση χρέους, νομικό θεμέλιο της οποίας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Ειδικότερα, η αιτιώδης αναγνώριση χρέους δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας. Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη σε αυτήν αιτία του χρέους. Υπό την έποψη της υπ’ αριθμ. 913/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου (ΤΝΠ NOMOS)επισημαίνεται ότι: « […] Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ` αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β`, 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014). […]».
Σε κάθε περίπτωση διευκρινίζεται ότι εάν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β΄ της ως άνω νομοθετικής διάταξης εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα, σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, ενώ προς επίλυση του ζητήματος αν τελικά θα πρέπει να αξιολογηθεί η εκάστοτε αναγνώριση ως δημιουργούσα νέα αυτοτελή ενοχή ή ως αποδεικτικό μέσο για την ύπαρξη του χρέους, μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 1086/12017, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012, ΤΝΠ NOMOS).
Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr