Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οι διατάξεις των άρθρων 38 του ν. 3863/2010, 11 του ν. 3865/2010, καθ’ ο μέρος επιβλήθηκε με αυτές εισφορά αλληλεγγύης στις συντάξεις του Δημοσίου, και συνακόλουθα και οι ρυθμίσεις των άρθρων 44 παρ. 10 του ν. 3986/2011 και 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011 καθ’ ο μέρος αυξήθηκε με αυτές το ύψος της επίμαχης εισφοράς για του συνταξιούχους του Δημοσίου είναι αντίθετες προς τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ.1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και τις από αυτά απορρέουσες αρχές (βλ. την υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Τόσο με την υπ’ αριθμ. 244/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αλλά και με την πιο πρόσφατη απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (βλ. ως άνω στον τίτλο), κρίθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010, κατά το μέρος που επιβλήθηκε με αυτές Εισφορά Αλληλεγγύης στις συντάξεις του Δημοσίου (στο εξής: ΕΑΣ) και συνακόλουθα  ότι και οι ρυθμίσεις των άρθρων 44 παρ. 10 του ν. 3986/2011 και 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011 κατά το μέρος που αυξήθηκε με αυτές το ύψος της επίμαχης εισφοράς για τους συνταξιούχους του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., είναι αντίθετες προς τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και τις από αυτές απορρέουσες αρχές της αναλογικότητας, ισότητας και ανάλογης συμμετοχής στα βάρη.

Η επιβάρυνση των συνταξιούχων του Δημοσίου με το χρέος χρηματοδότησης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (στο εξής: ΦΚΑ) εκτός του πλαισίου της καθολικής εθνικής – κοινωνικής αλληλεγγύης, που προϋποθέτει την αντίστοιχη επιβάρυνση όλων των πολιτών, θίγει και τις συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης, αφού θα σήμαινε την ένεκα της απλής ιδιότητάς τους ως συνταξιούχων αιφνίδια και χωρίς ειδική αιτιολόγηση σύνδεσή τους, με ένα σύστημα ασφάλισης και τα ήδη γεγενημένα ελλείμματά του, στα οποία ουδέποτε μετείχαν. Οι παραδοχές αυτές δεν αναιρούνται, ούτε από τις εξαιρετικές δημοσιονομικές περιστάσεις που εκτίθενται ανωτέρω, ούτε από τη δημοσιονομική πρόβλεψη περί κάλυψης του ημίσεος σχεδόν του προϊόντος της ΕΑΣ από την συνεισφορά των συνταξιούχων του Δημοσίου, σύμφωνα με τις σχετικές εκθέσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αλλά ούτε και από την παραδοχή ότι εάν οι συνταξιούχοι του Δημοσίου δεν συμμετείχαν στον θεσμό της ΕΑΣ, που λειτουργεί υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να τους επιβληθεί μία ενδεχομένως αντίστοιχου ύψους περικοπή ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου (βλ. σχετικώς άρθρο 26 του ν. 2592/1998, Α` 57 περί επιβολής συναφούς εισφοράς σε βάρος των συνταξιούχων του Δημοσίου υπέρ του τελευταίου και Ελ. Συν. Ολομ. 3097/2010 περί αντίθεσης της εν λόγω εισφοράς, που είχε χαρακτηρισθεί ως πόρος υπέρ τρίτων στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, λόγω μη προσδιορισμού του σκοπού για τον οποίο επιβλήθηκε και της συγκεκριμένης ωφέλειας που αντλούσαν οι βαρυνόμενοι σε αντιστάθμισμα της περιουσιακής τους απώλειας). Τούτο δε, διότι οι περιστάσεις αυτές επιβάλλουν μεν την λήψη άμεσων μέτρων για την περίσωση του συνταξιοδοτικού και του ασφαλιστικού συστήματος, τελούν, όμως, υπό την επιφύλαξη της μη παραβιάσεως συνταγματικών αρχών, ενώ οι όποιες παρεμβάσεις δημοσιονομικού και διαρθρωτικού χαρακτήρα στο συνταξιοδοτικό και κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα πρέπει να εντάσσονται συνεκτικά και με συνέπεια σ’ αυτά όπως προδιαγράφονται από το Σύνταγμα και οργανώνονται από τον νομοθέτη. Η δε κρίση περί της συμβατότητας των σχετικών μέτρων προς τους σχετικούς συνταγματικούς κανόνες και αρχές γίνεται με βάση τις συγκεκριμένες κάθε φορά ρυθμίσεις και όχι με εκείνες που θα μπορούσαν να είχαν θεσπισθεί με το αυτό αποτέλεσμα ως προς τις θιγόμενες κατηγορίες.

Η διεύρυνση του σκοπού της ΕΑΣ, με την προσθήκη στο άρθρο 38 του ν. 3863/2010 της δυνατότητας διάθεσης μέρους του προϊόντος της υπέρ του Προγράμματος της κατ’ οίκον Φροντίδας Συνταξιούχων, ήτοι υπέρ προνοιακού σκοπού, αρχικώς με τον ν. 4024/2011 και, στη συνέχεια, με τους νόμους 4052/2012 και 4075/2012, δυνατότητα που ενεργοποιήθηκε κατά την επίδικη περίοδο, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις IX. ΣΤ και Ζ της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ισχύει και στο πλαίσιο του ειδικού συνταξιοδοτικού ν. 3865/2010, παρά τη μη ρητή προσθήκη στο άρθρο 11 αυτού σχετικών ρυθμίσεων, δεν αναιρεί τον προέχοντα σκοπό της επίμαχης εισφοράς, που συνίσταται στην χρηματοδότηση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος μεσοπρόθεσμα υπό μορφή κάλυψης των ελλειμμάτων των ΦΚΑ και μακροπρόθεσμα με την ανάληψη μέρους του βάρους των καταβαλλόμενων από αυτούς κυρίων συντάξεων. Επομένως, δεν αλλοιώνει ουσιωδώς ούτε την φύση της εισφοράς ως προς τους συνταξιούχους του Δημοσίου, ως προεχόντως κοινωνικού πόρου, στον βαθμό μάλιστα που η συμβολή τους στην εκπλήρωση των προνοιακών αυτών σκοπών ανάγεται, επίσης, στη βάση της διαταμειακής κοινωνικής αλληλεγγύης υπέρ των υπερηλίκων συνταξιούχων των ΦΚΑ, αλλά και του ίδιου του Δημοσίου. Συνεπώς, ανεξαρτήτως του εάν η επιβάρυνση των συντάξεων με εισφορά για τους συγκεκριμένους προνοιακούς σκοπούς θα ήταν, στην προκείμενη περίπτωση, συμβατή με τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, η ΕΑΣ σε βάρος των συνταξιούχων του Δημοσίου, όπως έχει θεσπισθεί και με βάση την κύρια αποστολή της παραμένει αντίθετη στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Αφού δε, η χρηματοδότηση του προνοιακού αυτού σκοπού δεν ρυθμίσθηκε με την τεχνική του επιμερισμού της εισφοράς, ήτοι ως ποσοστό επί της παρακράτησης, αλλά ως δυνατότητα διάθεσης μέρους του προϊόντος της ΕΑΣ έχει δευτερογενή χαρακτήρα και δεν επιδρά στην κρίση περί της αντισυνταγματικότητας της εισφοράς. Ως εκ τούτου το ποσό της εισφοράς εκάστου συνταξιούχου που αναλογούσε στην κάλυψη των αναγκών του Προγράμματος δεν δύναται να διαχωρισθεί από το λοιπό τμήμα της παρακράτησης, με συνέπεια η ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, λόγω της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων να συμπαρασύρει και το μέρος εκείνο που διετέθη για τον εν λόγω προνοιακό σκοπό.

Η ΕΑΣ θεωρούμενη και ως αμιγές μέτρο διαταμειακής – διαγενεακής αλληλεγγύης, ανεξάρτητο της νομοθετικής στόχευσης για εν ευρεία έννοια ανταποδοτικότητα όπως αποτυπώθηκε στην αιτιολογική έκθεση της οικείας διάταξης, αντιβαίνει στην, κατ’ άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη και στην, κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο, διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς ούτε η επιβολή καθ’ εαυτήν του επίμαχου βάρους αποκλειστικώς στους συνταξιούχους της παρούσας γενεάς τόσο του Δημοσίου, όσο και των ΦΚΑ, ως ενιαίας κατηγορίας, ενόψει του ότι το μέτρο αυτό υπερβαίνει τα όρια του συνταξιοδοτικού σχήματος και των κατ’ ιδίαν ασφαλιστικών κοινοτήτων, στις οποίες ανήκουν οι βαρυνόμενοι με αυτό, ούτε η εσωτερική διαρρύθμιση της οικείας εισφοράς, ως προς τον καθορισμό του ύψους και των συντελεστών της, καθιστώντας μη εφικτό και το σχετικό δικαστικό έλεγχο. Ειδικότερα, δοθέντος ότι αιτιολογική βάση για την θεσμοθέτηση αυτής της μορφής διαταμειακής/διαγενεακής αλληλεγγύης αποτέλεσε η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού συστήματος, του οποίου ύπατος εγγυητής είναι το Κράτος, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, με την εισφορά αυτή επιβάλλεται, κατά μερική υποκατάσταση της εγγυητικής ευθύνης του Κράτους, ένα πρόσθετο βάρος στην κατηγορία των συνταξιούχων σε σχέση με τους λοιπούς πολίτες και ασφαλισμένους, οι οποίοι μετέχουν στην χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης είτε μέσω της φορολογίας (εθνική – κοινωνική αλληλεγγύη), όπως και οι συνταξιούχοι, είτε μέσω των εισφορών ενεργείας. Οι τελευταίες, άλλωστε, διέπονται αφενός από την αρχή της ανταποδοτικότητας αφού θεμελιώνουν ασφαλιστική προσδοκία και αφετέρου από την αρχή της εσωτερικής- επαγγελματικής ασφαλιστικής αλληλεγγύης, καθόσον εκδηλώνονται εντός της ασφαλιστικής κοινότητας και δεν συνιστούν δημόσιο βάρος κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 5 του Σ/τος, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις VI. A.2 και VIII. A της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με συνέπεια να μην αποτελούν συγκρίσιμο μέγεθος με την επίμαχη εισφορά, που αποτελεί δημόσιο βάρος, υπό την έννοια της ανωτέρω συνταγματικής ρύθμισης. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι οι βαρυνόμενοι με την ΕΑΣ συνταξιούχοι, δεν είναι η μόνη κατηγορία που αντλεί ωφέλεια από την βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος ως συνόλου και ειδικότερα των κλάδων κυρίας σύνταξης, αφού άμεση ωφέλεια από το σύστημα αυτό αντλεί και ο ενεργός ασφαλισμένος πληθυσμός, η επιλογή του νομοθέτη να θεσμοθετήσει ένα τέτοιο διαταμειακό βάρος μόνον σε βάρος της κατηγορίας των συνταξιούχων και, μάλιστα, όσων οι συντάξεις υπερβαίνουν το ποσό των 1.400 ευρώ, έπρεπε να αιτιολογηθεί ειδικά, αφού συνιστά κατ’ αρχήν απόκλιση από την κατ’ άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της καθολικότητας των βαρών, καθόσον με τον επίμαχο γενικευμένο κοινωνικοασφαλιστικό πόρο επιφορτίζεται συγκεκριμένη κατηγορία. Και τούτο, διότι το χρέος της διαγενεακής αλληλεγγύης, που αποτελεί κατά την εισηγητική έκθεση των σχετικών νομοθετημάτων την δικαιολογητική βάση θεσμοθέτησης της ΕΑΣ απαιτείται να επιρρίπτεται ισομερώς σε όλες τις γενεές. Εφόσον, λοιπόν, ο νομοθέτης επέλεξε να οργανώσει το σύστημα της διαγενεακής αλληλεγγύης μέσω της εισφοράς αυτής, που διατίθεται για την τροφοδότηση Αποθεματικών Κεφαλαίων Εθνικής Σύνταξης, συνδεόμενων με την κοινωνική ασφάλιση, σε βάση ευρύτερη εκείνης των κατ’ ιδίαν συνταξιοδοτικών σχημάτων και των ασφαλιστικών κοινοτήτων, με συνέπεια η επίμαχη εισφορά να καταβάλλεται αδιακρίτως σε όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, πλην Δημοσίου, επιτρέποντας σταυροειδείς χρηματοδοτήσεις και θυσίες συνταξιούχων υπέρ ασφαλιστικών φορέων με τους οποίους αυτοί δεν έχουν καμία σύνδεση, όφειλε στις προπαρασκευαστικές του νόμου πράξεις να αιτιολογεί τους λόγους δημοσίου συμφέροντος για τους οποίους επέλεξε αυτήν την κατηγορία των ασφαλισμένων (συνταξιούχους) και δεν κατένειμε το εν λόγω διαταμειακό βάρος και στους λοιπούς πολίτες – ενεργούς ασφαλισμένους, οι οποίοι μάλιστα φέρουν, καθ’ ομολογία του ίδιου του νομοθέτη, μέρος της κοινωνικής ευθύνης για την εμφάνιση των διαρθρωτικών προβλημάτων της κοινωνικής ασφάλισης (εισφοροαποφυγή, εισφοροδιαφυγή). Οι λόγοι δε αυτοί έπρεπε να συνάπτονται είτε με την ιδιαίτερη εισφοροδοτική ικανότητα της επιλεγείσας ως αποκλειστικώς βαρυνόμενης κατηγορίας σε σχέση με τις εξαιρούμενες (βλ. πάντως και τους νόμους 3833/2010, 3845/3010, 3847/2010, με τους οποίους είχαν επιβληθεί περικοπές στις συντάξεις στο πλαίσιο των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, τα έκτακτα φορολογικά μέτρα που επιβάρυναν φυσικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τους συνταξιούχους, αλλά και όλες τις ύστερες νομοθετικές επεμβάσεις στο εισόδημα της κατηγορίας αυτής), είτε με λόγους ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος για τους οποίους έπρεπε να απαλλαγούν οι ενεργοί ασφαλισμένοι πολίτες από την πρόσθετη αυτή επιβάρυνση, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται δικαιολογημένη κατά το Σύνταγμα η εν λόγω διάκριση, όπως εκτέθηκε στη σκέψη V. Γ της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η επίκληση των δυσμενών ασφαλιστικών δεικτών, της διατάραξης της ασφαλιστικής ισορροπίας και δη της αναλογίας ενεργών ασφαλισμένων – συνταξιούχων, όπως εκτίθενται στις αιτιολογικές εκθέσεις των σχετικών νομοθετημάτων, συνιστούν λόγους που δικαιολογούν μόνον κατ’ αρχήν την αναγκαιότητα λήψης μέτρων (περικοπή συνταξιοδοτικής δαπάνης – αύξηση εσόδων του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος) και όχι την επίρριψη του σχετικού γενικευμένου κοινωνικοασφαλιστικού βάρους στην κατηγορία των συνταξιούχων, οι οποίοι εμφανίζουν και εγγενή δυσχέρεια αναπλήρωσης του εισοδήματός τους σε σχέση με τους ενεργούς. Όπως, άλλωστε, εκτέθηκε και στην προηγούμενη σκέψη της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τυχόν δικαιολογημένη λήψη άλλων μέτρων περικοπής των συνταξιοδοτικών παροχών ανά φορέα, ως μέσου αυτοχρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού και ασφαλιστικού συστήματος ακόμη και με το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα για τους βαρυνόμενους συνταξιούχους δεν αναιρούν την παθολογία του επίμαχου μέτρου της ΕΑΣ, όπως αυτό οργανώθηκε από τον νομοθέτη, ήτοι σε διαταμειακή βάση. Σημειωτέον ότι στο εκτεθέν στη σκέψη IX. Γ.6 της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Πόρισμα Επιτροπής Ειδικών, διατυπώθηκαν προτάσεις για την διαρθρωτική αντιμετώπιση του ζητήματος χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, κατ’ αρχήν συμβατές προς την αρχή της καθολικότητας των δημοσίων βαρών (επιβολή φόρου υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης στο σύνολο του πληθυσμού που δεν θα απέκλειε και τον περιορισμό των εισφορών των ενεργών ασφαλισμένων, επιβολή βαρών επί συγκεκριμένων πολυτελών συναλλαγών, αποτίμηση απόδοσης των ήδη θεσμοθετηθέντων κοινωνικών πόρων), οι οποίες δεν προκύπτει ότι εξετάσθηκαν κατά την νομοθέτηση των οικείων ρυθμίσεων (βλ. σχετικώς Πρακτικά Συζητήσεων στην Βουλή) και πάντως δεν αποκλείσθηκε αιτιολογημένα η εφαρμογή τους. Μία τέτοια δε αιτιολόγηση δεν θα συνιστούσε επεξήγηση της δικαστικώς ανέλεγκτης πολιτικής ευχέρειας του νομοθέτη να λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της ασφαλιστικής κρίσης, αλλά αιτιολόγηση της ρωγμής που αυτός εισήγαγε από τη αρχή της καθολικότητας των δημοσίων βαρών, κατ’ άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Και τούτο στον βαθμό, που εν προκειμένω ο νομοθέτης δεν προέβη απλώς σε άσκηση της κατ’ αρχήν ευχέρειάς του για περιστολή της συνταξιοδοτικής και κοινωνικοασφαλιστικής δαπάνης (περικοπή συντάξεων) αντί της αύξησης των εσόδων (πχ. αύξηση φορολογίας, αύξηση εισφορών ενεργείας) αλλά, ενόψει του τρόπου οργάνωσης της αλληλεγγύης σε διαταμειακό επίπεδο, σε επιλογή συγκεκριμένης κατηγορίας για την επιβολή γενικευμένου κοινωνικοασφαλιστικού βάρους, την οποία οφείλει και να αιτιολογήσει, προκειμένου να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος τήρησης της ανωτέρω συνταγματικής αρχής, κατά εκτεθέντα στη σκέψη V. Δ.2 της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μόνο δε το γεγονός ότι οι συνταξιούχοι της παρούσας γενεάς και βαρυνόμενοι με την εισφορά καρπούνται άμεσα της συνταξιοδοτικής δαπάνης δεν συνιστά στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την επιβολή του βάρους αποκλειστικά σ’ αυτούς, καθόσον με το επίμαχο μέτρο δεν επιδιώχθηκε μόνον η περιστολή των δαπανών, που θα δικαιολογούσε ενδεχομένως την επιβολή μέτρου σε ενδοταμειακή βάση, αλλά η μεταφορά πόρων από Ταμείο σε Ταμείο με την επιβολή γενικευμένου διαταμειακού βάρους. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε στη σκέψη VII της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο συνταγματικός όρος «κοινωνική ασφάλιση» (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος), δεν συνδέεται μόνον με την λειτουργία της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος), αλλά εμπεριέχει ως εγγενές στοιχείο του την έννοια της ασφάλισης, η οποία επιτρέπει τον καταμερισμό ανάμεσα στα πρόσωπα (ασφαλισμένους) του βάρους αποκατάστασης του κινδύνου που επέρχεται σε κάποιους εξ αυτών. Στον βαθμό, λοιπόν, που διά της ΕΑΣ επέρχεται μερική αντιστροφή της συνήθους φοράς της διαγενεακής αλληλεγγύης, η οποία λειτουργεί εντός κάθε ασφαλιστικής κοινότητας με φορά από τους ενεργούς ασφαλισμένους προς τους συνταξιούχους και εισήχθη με αυτήν μία ευρύτερη και ποιοτικά διαφορετική μορφή αλληλεγγύης σε διαταμειακή βάση, η απόκλιση από τον κανόνα της καταβολής εισφορών στον ενεργό βίο και η καταβολή πρόσθετου γενικευμένου βάρους υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης θα έπρεπε, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος) εντός του ασφαλιστικού συστήματος, να τύχει ειδικής αιτιολογίας, τόσο ως προς τους λόγους μη επίρριψης αντιστοίχου βάρους και στους ενεργούς ασφαλισμένους, λόγοι που πρέπει να συνδέονται με την εισφοροδοτική τους ικανότητα όσο και ως προς τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που εμπόδισαν το Κράτος, ως εγγυητή της κοινωνικής ασφάλισης, να θεσμοθετήσει άλλους πόρους για την χρηματοδότηση του συστήματος, κατά τρόπον ώστε να δύναται να δικαιολογηθεί η διάκριση σε βάρος της τάξης των συνταξιούχων της παρούσας γενεάς. Το γεγονός δε, ότι και από την άποψη της λειτουργίας του συνταξιοδοτικού – ασφαλιστικού συστήματος οι συνταξιούχοι της παρούσας γενεάς καρπούνται άμεσα τους πόρους των κεφαλαίων των ασφαλιστικών κοινοτήτων στις οποίες εντάσσονται, τα οποία σχηματίζονται από τις εισφορές των ενεργών ασφαλισμένων δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την επιβολή του επίμαχου γενικευμένου βάρους στην κατηγορία αυτή αφού τούτο, ως εκ του διαταμειακού του χαρακτήρα δεν λειτουργεί ως μέσο συμβολής των συνταξιούχων στην βιωσιμότητα του ασφαλιστικού κεφαλαίου από το οποίο επωφελούνται αλλά του συνταξιοδοτικού – ασφαλιστικού συστήματος γενικότερα, δεδομένης και της πολλαπλότητας των ασφαλιστικών φορέων (βλ. κατ’ αναλογία το προμνησθέν Γαλλικό σύστημα της Γενικευμένης Κοινωνικής Εισφοράς και της Εισφοράς για την Απόσβεση του Κοινωνικού Χρέους, που βαρύνει το σύνολο του ασφαλισμένου πληθυσμού της Γαλλίας, τόσο των ενεργών όσο και των μη ενεργών, απόφ. Γαλ. Συντ/κού Συμβουλίου Νο 90-285 της 28ης Δεκεμβρίου 1990 και απόφαση Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου 116/2013, με την οποία κρίθηκε ότι εισφορά αλληλεγγύης φορολογικού χαρακτήρα επιβληθείσα μόνον σε υψηλοσυνταξιούχους παραβίαζε την αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη και δη την αρχή της καθολικότητας αυτών).

Κατόπιν αυτών και δοθέντος ότι δεν περιλαμβάνεται τέτοια ειδική αιτιολογία ούτε στις προπαρασκευαστικές πράξεις του οικείου νομοθετήματος, ούτε στους σχετικούς ισχυρισμούς του Δημοσίου που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφαση της ΟλΕΣ, δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών. Ο ισχυρισμός δε του Δημοσίου που προβλήθηκε στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι ελήφθησαν και άλλα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής (έκτακτη εισφορά φυσικών προσώπων, άρθρο 18 του ν. 3758/2009, μειώσεις μισθών με τον ν. 3833/2010, αύξηση συντελεστών ΦΠΑ και ΕΦΚ (άρθρο 12- 13 του ν. 3833/2010), έκτακτη εφάπαξ εισφορά οικ. έτους 2010 (άρθρο 29 ν. 3986/2011), έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν. 3986/2011), τέλος επιτηδεύματος στους ελεύθερους επαγγελματίες (άρθρο 31 του ν. 3986/2010), τέλος ακίνητης περιουσίας (άρθρο 53 του ν. 4021/2010) για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, δεν αναιρεί τις ανωτέρω παραδοχές αφενός διότι πρόκειται για βάρη επιβληθέντα εκτός του συνταξιοδοτικού και κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος για ειδικούς ή γενικούς φορολογικούς σκοπούς μη δυνάμενα να συγκριθούν με το επίμαχο κοινωνικοασφαλιστικό βάρος και αφετέρου διότι ως εκ της ευρύτητας του πεδίου εφαρμογής μερικών εκ των ανωτέρω μέτρων αυτά επιβλήθηκαν και σε βάρος των συνταξιούχων.

Εξάλλου, ενόψει των αρχών της καθολικότητας και αναλογικότητας των βαρών κατά τα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς το μέτρο συμβολής των συνταξιούχων στην χρηματοδότηση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος σε σχέση με τους ενεργούς ασφαλισμένους και παρά την κατ’ αρχήν μη συγκρισιμότητα των εισφορών έκαστης κατηγορίας, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, έπρεπε να αιτιολογηθεί από τον νομοθέτη εάν με την ΕΑΣ στο ύψος που αυτή επιβάλλεται, γίνεται, τηρουμένων των αναλογιών, σύμμετρη για την εξισορρόπηση του ασφαλιστικού συστήματος κατανομή του βάρους της διαγενεακής αλληλεγγύης στους συνταξιούχους. Τούτο δε, λαμβανομένων υπ’ όψη του προεκτεθέντος βασικού κανόνα της ασφάλισης κατά τον οποίο η εκδήλωση της αλληλεγγύης γίνεται κατ’ αρχήν από τους ενεργούς ασφαλισμένους στους συνταξιούχους, η ανατροπή δε του κανόνα αυτού πρέπει να είναι απολύτως αιτιολογημένη ως προς το μέτρο αυτής, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της βαρυνόμενης κατηγορίας από την άποψη αφενός της αδυναμίας αναπλήρωσης του εισοδήματός της και αφετέρου του μικρού βαθμού ωφέλειας που αντλούν οι συνταξιούχοι από τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος λόγω της ηλικίας τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να διαγνωσθεί ο σεβασμός των ανωτέρω αρχών και ο μη ευκαιριακός και αυθαίρετος τρόπος προσδιορισμού της συμβολής των συνταξιούχων με την επίμαχη εισφορά. Συγκεκριμένα, η ΕΑΣ, ως εκ του διαρκούς και διαρθρωτικού της χαρακτήρα, έπρεπε να ενταχθεί συνεκτικώς, με διαφάνεια και συνέπεια στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση των νόμων 3863/2010 και 3865/2010, με σχετική αναλογιστική προβολή του προϊόντος της σε μεσομακροπρόθεσμη βάση σε συνάρτηση και με τις εισφορές των ενεργών ασφαλισμένων, την κρατική χρηματοδότηση και τους λοιπούς ειδικώς συνεστημένους κοινωνικούς πόρους, σχετική δε τεκμηρίωση δεν έγινε ούτε από τις αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων που θέσπισαν την εφαρμογή της (ν. 3863/2010, ν. 3865/2010), ούτε από εκείνες που θέσπισαν την αύξηση του ύψους της (ν. 3985/2011, 3986/2011, 4002/2011), αλλά ούτε και από το συνοδευτικό στον ν. 3863/2010 τεχνικό σημείωμα, στο οποίο η επίμαχη εισφορά, απλώς μνημονεύεται ως περικοπή του ύψους της σύνταξης, χωρίς να προκύπτει η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ενσωμάτωση και αξιοποίησή της στα παρατιθέμενα αναλογιστικά μοντέλα ως μέσου χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης μέσω του οικείου Ειδικού Λογαριασμού. Δεν είναι δε επαρκής για την κατά τα ανωτέρω πλήρη αιτιολόγηση του επίδικου μέτρου ούτε η απλή εκτίμηση της σχέσης των βαρυνόμενων συντάξεων με το κατώτατο όριο διαβίωσης, που γίνεται στο οικείο τεχνικό σημείωμα, η οποία συνιστά αιτιολόγηση του μέτρου, μόνον από την άποψη του σεβασμού της αξιοπρεπούς διαβίωσης κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι τεκμηρίωση της αναλογίας που τηρήθηκε κατά την συμβολή των συνταξιούχων στην διασφάλιση της ισορροπίας του συστήματος και στο πλαίσιο αυτό και της συνταγματικά κατοχυρωμένης αναλογίας αποδοχών ενεργείας και συντάξεων, όπως αυτή ισχύει αφενός για τους συνταξιούχους του Δημοσίου (βλ. σχετικώς την σκέψη VI. A.3 της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της ΟλΕΣ) και αφετέρου για τους κοινούς ασφαλισμένους (βλ. σχετικώς την σκέψη VII. Δ και Δ.1 της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της ΟλΕΣ και πρβλ. απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 9.2.2010, 1 BvL 1/09, 1 BvL 3/09, 1 BvL 4/09, Rn. 135, βλ. σχετικώς ΣτΕ Ολομ. 2287-2290/2015, με τις οποίες κρίθηκε η συμβατότητα της ΕΑΣ προς τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 5, 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, μόνο όμως για τους κοινούς ασφαλισμένους και μόνο από την άποψη της περικοπής του ύψους της σύνταξης, ενόψει και των προβληθέντων ενώπιόν του ισχυρισμών και όχι από την άποψη του διαρθρωτικού μέτρου, ζήτημα για το οποίο το Συμβούλιο της Επικρατείας επιφυλάχθηκε ρητώς).

Στο μέτρο, τέλος, που η ΕΑΣ δεν αποτελεί έκτακτο δημοσιονομικό μέτρο προς ελάφρυνση του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, αλλά διαρθρωτικού χαρακτήρα παρέμβαση, υπό μορφή πάγιου μηχανισμού χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, εντασσόμενη στο πλαίσιο της επιχειρηθείσας με τους νόμους 3863 και 3865/2010 κοινωνικοασφαλιστικής μεταρρύθμισης, και μόνη η έλλειψη ώριμης, πλήρους και επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης, από την οποία να προκύπτει το αναγκαίο και πρόσφορο τόσο της επιβολής της εισφοράς στην κατηγορία των συνταξιούχων, όσο και του ύψους της για την βιωσιμότητα του συστήματος, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, συνιστά παραβίαση της απορρέουσας από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος σχετικής υποχρέωσης του νομοθέτη, κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις VII. Γ και VIII της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της ΟλΕΣ, για την διασφάλιση της αναλογιστικής και οικονομικής βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος αλλά και της συνταγματικής αρχής της ασφάλειας δικαίου. Τούτο δε, καθιστά μη σύννομη την επιβολή της επίμαχης εισφοράς και ως προς τους βαρυνόμενους με αυτήν συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι δεν εντάσσονται μεν στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, πλην εν προκειμένω συμμετέχουν σε μηχανισμό χρηματοδότησης και ενίσχυσης της αναλογιστικής βάσης του συστήματος αυτού. Τη σχετική συνταγματική απαίτηση δεν δύναται, άλλωστε, να καλύψει το συνοδευτικό στον ν. 3863/2010 «Τεχνικό Σημείωμα προς την Εθνική Αναλογιστική Αρχή», από το περιεχόμενο του οποίου, όπως αυτό εκτίθεται στη σκέψη IX. Γ.5 της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της ΟλΕΣ, προκύπτει ότι δεν έχουν αποτυπωθεί με σαφήνεια ούτε οι φορείς τα ελλείμματα των οποίων θα καλύψει το προϊόν της ΕΑΣ ούτε το ύψος των ελλειμμάτων αυτών, ενώ δεν προκύπτει ούτε αποτίμηση των ήδη συνεστημένων πόρων του, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 149 και 150 του ν. 3655/2006 (βλ. σχετική επισήμανση και του Πορίσματος της Επιτροπής Ειδικών, στη σκέψη IX. Γ.6 της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της ΟλΕΣ). Η έλλειψη αυτή δεν δύναται εν προκειμένω να δικαιολογηθεί από το ραγδαίο της δημοσιονομικής κρίσης και τον επείγοντα χαρακτήρα της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, δοθέντος ότι η ΕΑΣ, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, συνιστά διαρκές ασφαλιστικό βάρος διαρθρωτικού χαρακτήρα και όχι μονοσήμαντο μέτρο απλής δημοσιονομικής περιστολής δαπανών. Η δε κρίση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος είχε ήδη διαπιστωθεί και στο πλαίσιο όλων των προηγούμενων μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων (βλ. σχετικώς τη σκέψη IX. Α.1 της υπ’ αριθμ. 32/2018 απόφασης της ΟλΕΣ), ενώ η σύσταση του […] ως Αποθεματικού Εθνικής Σύνταξης, συνδεόμενου με την κοινωνική ασφάλιση, χρονολογείται ήδη από το έτος 2008, από το οποίο έπρεπε τουλάχιστον να έχουν μελετηθεί η μεθοδολογία και οι πόροι κάλυψης των αναγκών των κλάδων κύριας σύνταξης των ΦΚΑ. Εξάλλου, η έλλειψη σχετικής μελέτης και η μη συνεκτική και συνεπής ένταξη της ΕΑΣ στην κοινωνικοασφαλιστική μεταρρύθμιση κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος περί της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και της αρχής της ασφάλειας δικαίου επιβεβαιώθηκε με την προσθήκη και άλλων προνοιακού χαρακτήρα σκοπών της ΕΑΣ και δη της κάλυψης των δαπανών του Προγράμματος της Κατ’ Οίκον Φροντίδας Ηλικιωμένων (βλ. κατ’ αναλογία απόφαση Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας Νο ./14 της 14.8.2014 με την οποία κρίθηκε ότι η μη συνεκτική ένταξη συναφούς προς την επίδικη εισφοράς στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση του πορτογαλικού συνταξιοδοτικού συστήματος έθιγε την αρχή της ασφάλειας δικαίου).

Κατ’ ακολουθία πάντων των προεκτεθέντων και δεκτών γενομένων, οι διατάξεις των άρθρων 38 του ν. 3863/2010, 11 του ν. 3865/2010, καθ’ ο μέρος επιβλήθηκε με αυτές εισφορά αλληλεγγύης στις συντάξεις του Δημοσίου, και συνακόλουθα και οι ρυθμίσεις των άρθρων 44 παρ. 10 του ν. 3986/2011 και 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011 καθ’ ο μέρος αυξήθηκε με αυτές το ύψος της επίμαχης εισφοράς για του συνταξιούχους του Δημοσίου είναι αντίθετες προς τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ.1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και τις από αυτά απορρέουσες αρχές. Δοθέντος δε, ότι οι συνταγματικές αυτές διατάξεις παρέχουν μείζονα προστασία από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει συγκεκριμένη στάθμιση ως προς την τήρηση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του υπηρετούμενου με τα μέτρα επέμβασης στην περιουσία δημοσίου συμφέροντος και των θιγόμενων περιουσιακών δικαιωμάτων (βλ. μεταξύ άλλων αποφ. ΕΔΔΑ της 7.5.2013 …….. και …κατά Ελλάδος, της 3.10.2013 ……. κατά Ελλάδος και της 25.9.2014 ……. κατά Ελλάδος), παρέλκει η εξέταση τυχόν παραβίασης της διάταξης αυτής.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί