Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η εφαρμογή της  ΑΚ 703 για την αξίωση της μεσιτικής αμοιβής δεν αποκλείεται και στην περίπτωση της διενέργειας δημοσίου πλειστηριασμού (ΑΠ 1119/2005, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για να δυνηθεί ο μεσίτης να απαιτήσει την υποσχεθείσα σ’ αυτόν αμοιβή πρέπει: α) Να έχει υποδείξει απλώς την ευκαιρία για τη σύναψη της σύμβασης, πράγμα που συμβαίνει όταν ενημερώνει τον ένα ή και τους δύο ενδιαφερομένους για τη δυνατότητα που υπάρχει να καταρτιστεί σύμβαση, ή να έχει μεσολαβήσει και ο ίδιος μεταξύ αυτών για την κατάρτιση της σύμβασης που επιθυμούν, β) Να έχει καταρτιστεί η σύμβαση, την οποία ο εντολέας και ο μεσίτης είχαν υπόψη τους και γ) Η κατάρτιση της σύμβασης να επήλθε ως συνέπεια της υποδείξεως ή μεσολάβησης του μεσίτη, χωρίς την οποία δεν θα συνέβαινε, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη και του αποτελέσματος που συνδέεται με την κατάρτιση της  σκοπούμενης σύμβασης.

Η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αποκλείεται και στην περίπτωση διενέργειας δημοσίου πλειστηριασμού, εφόσον ο εντολέας παρά τις σχετικές δημοσιεύσεις αγνοεί τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο μεσίτης υποδεικνύει τη συμμετοχή του σ’ αυτόν και η ανάδειξη του εντολέα ως υπερθεματιστή και η εντεύθεν κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης τελούν, ως αποτέλεσμα, σε αιτιώδη συνάφεια προς την ενέργεια του μεσίτη ως αιτία, χωρίς την οποία δεν θα εδίδετο η ευκαιρία στον εντολέα να συμμετάσχει στον κρίσιμο πλειστηριασμό. Η ύπαρξη  δε τέτοιας αιτιώδους  συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν δηλαδή η υπόδειξη ευκαιρίας συμμετοχής σε δημόσιο πλειστηριασμό βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση όμως αυτού για το αν, τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι αυτά μπορούσαν αντικειμενικά να θεωρηθούν ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος της σύναψης της σύμβασης, δηλαδή εάν αυτά ήταν ικανά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν το αποτέλεσμα αυτό, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί