Η ευθύνη του εργοδότη σε περίπτωση μη χορήγησης προς τον εργαζόμενό του της άδειας που δικαιούται
Κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 539/1945 «1. Πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν του εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και εάν προβλέπη την καταβολήν εις αυτόν επηυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος. Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ`έτος αδείας του, υποχρεούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηύξημένας κατά 100%».
Στη δε παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: «Αι παραβάσεις των ορισμών του παρόντος νόμου εκδικάζονται, επί τη εγκλήσει των εποπτευόντων την εφαρμογήν του δημοσίων οργάνων ή παντός έχοντος συμφέρον, κατά τας διατάξεις του Ν. Διατάγματος της 25 Νοεμβρίου 1923 “περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων τιμών απ`αυτοφώρω” και τιμωρούνται κατά το άρθρον 3 του Νόμου ΓπΛΔ`”περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και περί ωρών εργασίας`ως ετροποποιήθη δια του άρθρου 13 του νόμου 2943 του 1922, του ποσού της εν αυτών οριζομένης χρηματικής ποινής δεκαπλασιαζομένης».
Δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της ετήσιας άδειας, που δεν χορηγήθηκαν στον εργαζόμενο από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη. Συνεπώς, ο εργοδότης είναι καταρχήν υποχρεωμένος να χορηγεί στον εργαζόμενό του τις ημέρες άδειας που δικαιούται, άλλως υποχρεούται βάσει της κείμενης νομοθεσίας, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%. Η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι στο επίδομα αδείας. Για τη θεμελίωση της αξιώσεως προς λήψη της ανωτέρω προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
Η μη χορήγηση από μέρους του εργοδότη της άδειας που οφείλει, γεννά σε βάρος του αστικές κυρώσεις, καθότι υποχρεούται μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Πρόκειται για κύρωση αστικής φύσεως, εντούτοις στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, ως εκτέθη και ανωτέρω, η μη συμμόρφωση του εργοδότη στην ως άνω υποχρέωση του, συνεπάγεται θεωρητικά και την ποινική του ευθύνη.
Κατερίνα Μπασιαρίδου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr