Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η έννοια της εμπίστευσης στην κακουργηματική υπεξαίρεση του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ. Οι ειδικότερες περιπτώσεις του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας

Κατά την τυποποιούμενη στο άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ κακουργηματική περίπτωση υπεξαιρέσεως, «Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση».

Η ως άνω διακεκριμένη κακουργηματική περίπτωση υπεξαιρέσεως περιέχει τα ίδια νομοτυπικά στοιχεία, όπως αυτά περιγράφονται στην αντικειμενική υπόσταση του βασικού εγκλήματος της παρ. 1, εκτός από το στοιχείο του δράστη του εγκλήματος, εφόσον εδώ δράστης δεν μπορεί να είναι ο οιοσδήποτε, αλλά μπορούν να είναι μόνον (περιοριστική απαρίθμηση) τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία διαθέτουν τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην οικεία διάταξη ιδιότητες, γι’ αυτό το εν λόγω έγκλημα χαρακτηρίζεται ως (μη γνήσιο) ιδιαίτερο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την κρατούσα στην ελληνική ποινική θεωρία άποψη[1] υφίσταται εμπίστευση, όταν η κατοχή του κινητού έχει παραδοθεί από τον κύριο σε τρίτον λόγω ορισμένης υποκειμενικής ή εκ του νόμου θεσμοθετημένης εμπιστοσύνης προς τον αποκτώντα (αποκλειστικό κάτοχο ή υπέρτερο συγκάτοχο), με σκοπό να φυλαχθεί ή να χρησιμοποιηθεί αυτό κατ’ ορισμένο τρόπο ή να μεταβιβασθεί περαιτέρω, αλλά πάντοτε προς το συμφέρον του κυρίου. Κατά συνέπεια, συστατικά στοιχεία της εμπίστευσης είναι: α) η παράδοση, β) η υποκειμενική ή θεσμοθετημένη σχέση εμπιστοσύνης και γ) η προσδοκώμενη μεταχείριση του πράγματος προς το συμφέρον του κυρίου. Για τη στοιχειοθέτηση εμπίστευσης απαιτείται νόμιμη κυριότητα κατά τον ΑΚ. Δεν προστατεύεται, επομένως, η μηδέποτε ή η ακύρως αποκτηθείσα κυριότητα. Γίνεται δε δεκτό ότι το στοιχείο της εμπίστευσης συντρέχει ακόμη και στην περίπτωση που η σχέση ανάμεσα στον κύριο και τον κάτοχο είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου (174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (178 ΑΚ)[2].

Αναφορικά δε με τις νομολογιακές παραδοχές επί του υπό κρίσιν ζητήματος, για τον προσδιορισμό της εμπίστευσης η κρατούσα στη νομολογία άποψη βασίζεται αποκλειστικά στην υποκειμενική εμπιστοσύνη του κυρίου προς τον αποκτώντα, χωρίς να δίνει ουσιαστικώς σημασία σε μόνο το πραγματικό γεγονός της παράδοσης του πράγματος στον αποκτώντα προς φύλαξη κ.ο.κ., αλλά ταυτίζει εν τοις πράγμασι την έννοια της εμπίστευσης με την ειδική σχέση ανάμεσα στον κύριο και τον αποκτώντα, η οποία διακρίνεται από την προσωπική εκτίμηση του πρώτου προς την εντιμότητα και συνέπεια του δεύτερου. Από αυτήν ακριβώς τη σχέση εκπηγάζει η ιδιαίτερη εμπιστοσύνη και πίστη προς τον δράστη και στο πλαίσιο της εν λόγω σχέσης πρέπει να παραδοθεί το αντικείμενο της ιδιοποίησης στον υπαίτιο[3].

Για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ δεν αρκεί η διαπίστωση ότι στο πρόσωπο του δράστη συντρέχει η αναφερόμενη στο νόμο ιδιότητα, αλλά πρέπει να διαπιστώνεται in concreto και αν υπήρξε εμπίστευση του πράγματος στο δράστη.  

Όσον αφορά στις μερικότερες περιπτώσεις εμπίστευσης, σημειούται ότι ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα κατ’ άρθρο 719 του AK παν ό,τι έλαβε, καθώς και ό,τι κατ’ άρθρο 721 του ιδίου Κώδικα προκατεβλήθη σ’ αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δε διετέθη προς τούτο, καθόσον δεν καθίσταται κύριος των προς εκτέλεση της εντολής δοθέντων σ’ αυτόν[4]. Η προσθήκη του εντολοδόχου στη νέα παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ δε συνεπάγεται υποχρεωτική κακουργηματοποίηση της πράξης σε κάθε περίπτωση εντολής, αφού εκτός από αυτήν θα πρέπει να συντρέχει και το στοιχείο της εμπίστευσης που λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα. Επίσης, με τον όρο «εντολοδόχος» νοείται μόνον ο υπόχρεος προς φύλαξη, διαχείριση, διάθεση κ.ο.κ. του πράγματος από σύμβαση (αποκλειστικώς) εντολής (άρθρο 713 επ. ΑΚ) και όχι από άλλες συναφείς συμβάσεις (π.χ. παραγγελία, διοίκηση αλλοτρίων κ.ά.) για τις οποίες εφαρμόζονται ορισμένες από τις ρυθμίσεις για την εντολή[5].

Αναφορικά δε με την έννοια του «διαχειριστή ξένης περιουσίας», κατά την παγιωμένη θεωρητική και νομολογιακή θέση, διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές διαχειριστικές πράξεις σε σχέση με το ξένο κινητό πράγμα, με εξουσία εκπροσώπησης του κυρίου αυτού[6], την οποία αντλεί: α) από το νόμο σε συνδυασμό με ενδεχόμενη σχετική δικαστική απόφαση (λ.χ. οι γονείς αναφορικά με την περιουσία του ανηλίκου τέκνου, ο εκκαθαριστής κληρονομιάς, ο εκτελεστής διαθήκης, ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς, ο σύνδικος πτωχεύσεως, ο διαχειριστής περιουσίας υπό αναγκαστική διαχείριση, ο διοικητής αλλοτρίων κ.ά., καθώς επίσης και πρόσωπα που αναφέρονται ρητώς στην παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, όπως ο επίτροπος, ο μεσεγγυούχος, ο δικαστικός συμπαραστάτης καθώς και ο επιμελητής απόντος)[7], β) από σχετική σύμβαση (π.χ. εντολή κ.ά.)[8], και γ) από τη de facto (εν τοις πράγμασι) άσκηση διαχειριστικής εξουσίας[9]. Σε εκάστη όμως από τις ανωτέρω περιπτώσεις, για να στοιχειοθετηθεί η έννοια του διαχειριστή κατ’ άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει επιπροσθέτως να διαθέτει ο δράστης (εκτός από την εξουσία διενέργειας διαχειριστικών πράξεων) και δυνατότητα να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να αποφασίζει και να εκτελεί αποφάσεις με ανεξαρτησία και διακριτική ευχέρεια, αναλαμβάνοντας μάλιστα τους σχετικούς κινδύνους και τις συνακόλουθες ευθύνες, οπότε υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και θεωρείται διαχειριστής ακόμη και ο εντολοδόχος[10]. Μόνη η ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου του παθόντος ή το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε αναθέσει σ’ αυτόν την εντολή εκτέλεσης συγκεκριμένης υλικής ή νομικής πράξης, χωρίς όμως εξουσία αντιπροσώπευσης ή ανάπτυξη πρωτοβουλίας, δεν του προσδίδουν την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, έστω κι αν η ανάθεση της εντολής έγινε λόγω της εμπειρίας του και της εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε ο παθών (στην περίπτωση αυτή βέβαια υπάρχει εμπίστευση και εντολή). Απαιτείται, αλλά και αρκεί η νομική εξουσία προς διενέργεια διαχειριστικών πράξεων και η υλική δυνατότητα προς τούτο (κατοχή), έστω και αν δεν έγιναν πράξεις διαχείρισης.

Επί του εξεταζόμενου ζητήματος, διαφωτιστικά είναι τα όσα διέλαβε το υπ’ αριθμ. 145/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Δράμας: «Για την πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, απαιτείται κατ’ αρχήν να συντρέχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επί πλέον μία από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες (ΑΠ 29/1998 ΠοινΧρ ΜΗ`, 667) δύο επιβαρυντικές περιστάσεις (αρκεί η μία): α) Η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (ως το χρηματικό ποσό αναπροσαρμόσθηκε από τις 73.000 στις 120.000 ευρώ με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 περ ιγ` του Ν 4055/2012 με έναρξη ισχύος την 2.4.2012 κατά το άρθρο 113 του Ν 4055/2012). β) Αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και εμπίστευση: Δεύτερη περίπτωση κακουργηματικής υπεξαίρεσης ανακύπτει, όταν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 εδ. α). Οι δύο προϋποθέσεις («ιδιαίτερα μεγάλης αξίας» και «εμπίστευση») για το χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος, πρέπει να συρρέουν σωρευτικά. Ειδικότερα: α) Αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης πρέπει εν προκειμένω να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ο νόμος δεν θέτει εδώ συγκεκριμένο μέγεθος αξίας όπως στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, αλλά η εκτίμηση γίνεται με βάση τις συνθήκες της αγοράς, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από τη συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται, περαιτέρω, η ουσιαστική κρίση αν η αξία είναι ή όχι ιδιαίτερα μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 1371/2007 ΠοινΧρ ΝΗ`, 413,1685/1998 ΠοινΧρ ΜΘ`, 941) δεν λαμβάνεται δε υπόψη η από διαθέσεως αξία που έχει υποκειμενικό χαρακτήρα (ΑΠ 1301/1998 ΠοινΧρ Μθ`, 712, 29/1998 ΠοινΧρ ΜΗ`, 667). Η αξία εκτιμάται κατά το χρόνο της πράξης, ήτοι κατά το χρόνο εκδήλωσης της πρόθεσης ιδιοποίησης, έστω και αν τα κινητά κ.λπ. έχουν περιέλθει στην κατοχή του δράστη σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 793/2004 ΠοινΧρ ΝΕ`, 309). β) Εμπίστευση: Επιπλέον πρέπει εδώ να υπάρχει «εμπίστευση» του ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας πράγματος στον υπαίτιο, δηλαδή παράδοση της κατοχής του σε τρίτο που βασίζεται σε υποκειμενική ή από το νόμο θεσμοθετημένη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του αποκτώντος προκειμένου να διαφυλαχθεί ή να χρησιμοποιηθεί κατά ορισμένο τρόπο ή να μεταβιβασθεί περαιτέρω προς το συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 1275/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 515) και φυσικά που παρέχουν στον κύριο την προσδοκία ότι η κατοχή θα ασκηθεί για λογαριασμό του και ότι το πράγμα θα του επιστραφεί (σχετ. Μυλωνόπουλο, παρ. 4, αριθ. 408 επ., 1301,1626/1998 ΠοινΧρ ΜΘ`, 712, 923, 29/1998 ΠοινΧρ ΜΗ`, 667). Οι ιδιότητες του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, του μεσεγγυούχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη (ΑΠ 79, 1468/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, 939/1999 ΠοινΔικ 1999,1181,1865/1997 ΠοινΧρ ΜΗ`, 622 παγ. νμλγ.) και δεν αρκεί πλέον γενικά η ύπαρξη «ιδιαίτερης εμπιστοσύνης», χωρίς κάποια από τις ιδιότητες αυτές μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν 2408/1996 (ΑΠ 29/1998 ΠοινΧρ ΜΗ`, 667) ούτε προσαπαιτείται κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης πλέον μιας από τις εν λόγω ιδιότητες (ΑΠ 407/2002 ΠοινΔικ 2002, 957, 939/1999 ΠοινΔικ 1999, 1181, 1733/1997 ΠοινΧρ ΜΗ`, 579). Συγκεκριμένα: Εμπίστευση σε εντολοδόχο: Ως «εντολοδόχος» νοείται ο κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. του Αστικού Κώδικα. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ του παθόντος και του δράστη να έχει συναφθεί σύμβαση εντολής (ΑΠ 1258/1998 ΠοινΧρ ΜΘ`, 691). Ο εντολοδόχος δεν γίνεται κύριος των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά είτε με επιταγές κ.λπ. είτε με την κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό του (ΑΠ 1967/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 821, 1426/2004 ΠοινΧρ ΝΕ`, 610, 114,115, 685/2004 ΠοινΧρ ΝΕ`, 29, 32, 233, 963/2003 ΠοινΧρ ΝΔ`, 223, 1425/2002 ΠοινΧρ ΝΓ, 511) ή και σε κοινό λογαριασμό (ΑΠ 1371/2007 ΠοινΧρ ΝΗ`, 413: προαντιφώνηση νομής, ΣυμβΕφΑΘ 1757/2005 ΠοινΧρ ΝΖ`, 347). Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1371/2007 ό.π., 807/2006 ΠοινΔικ 2006,1220,974/2001 ΠοινΧρ ΝΒ`, 334). Εμπίστευση σε διαχειριστή ξένης περιουσίας: Ως «διαχειριστής» νοείται αυτός που ενεργεί επί περιουσιακών στοιχείων τρίτου, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία εξουσία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση· επί πλέον το υπεξαιρεθέν να περιήλθε στην κατοχή του δράστη λόγω της ιδιότητας του (ΑΠ 1371/2007 ΠοινΧρ ΝΗ`, 413,1120/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 419, 793/2004 ΠοινΧρ ΝΕ`, 309, 537/2003 ΠοινΧρ ΝΔ`, 117, 1672/2002 ΠοινΧρ ΝΓ, 627, 289, 974/2001 ΠοινΧρ ΝΑ`, 334,972,975/2000 ΠοινΧρ ΝΑ`, 222,732, 1666/1998 ΠοινΧρ ΜΘ`, 325,254, παγ. νμλγ.). Δεν απαιτείται να έγιναν πράγματι πράξεις διαχειρίσεως (ΑΠ 2328/2004 ΠΛογ 2004, 2830). Ως «διαχειριστής» νοείται και ο εν τοις πράγμασι «de facto» έχων τη διαχείριση (ΑΠ 1371/2007 ΠοινΧρ ΝΗ`, 413, 793/2004 ΠοινΧρ ΝΕ`, 309,292/2003 ΠΛογ 2003,265,2374/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ, 46,109/1998 ΠοινΧρ ΜΗ`, 758,1057,1659,1786/1997 ΠοινΧρ ΜΗ`, 512,594, παγ. νμλγ.). Αρκεί η ύπαρξη της ιδιότητας του διαχειριστή και δεν απαιτείται και ιδιαίτερη δολιότητα του δράστη (ΑΠ 1063/1993 ΠοινΧρ ΜΓ, 819,1174,1178/1991 ΠοινΧρ MB`, 138 και 148,620/1991 ΠοινΧρ ΜΑ, 1131,633/1990 ΠοινΧρ ΜΑ, 172, 1623/1988 ΠοινΧρ Λθ`, 493,1100/1988 ΠοινΧρ ΛΘ`, 181 παγ. νμλγ). Τα χρήματα κ.λπ. κινητά πρέπει να περιήλθαν στην κατοχή του δράστη εξαιτίας της διαχείρισης του και λόγω της ιδιότητας του (ΑΠ 1336/1996 ΠοινΧρ ΜΖ`, 823,959/1989 ΠοινΧρ Μ`, 376). Αν το συνολικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης του εδ. α` της παρ. 2 του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (ως χρηματικό ποσό αναπροσαρμόσθηκε από τις 73.000 ευρώ στις 120.000 ευρώ με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 περ. ιγ` του Ν 4055/2.4.2012) τούτο αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση. Ο νομοθέτης του Ποινικού Κώδικα συνήθως προβλέπει το έγκλημα στη βασική του μορφή και σε περίπτωση ύπαρξης επιβαρυντικών περιστάσεων, λ.χ. άρθρα 374,380 παρ. 2,382,386 παρ. 3 κ.λπ. προβλέπει την επιβολή μεγαλύτερης ποινής. Εδώ, τελώντας σε μεθοδολογική ασυνέπεια προς την εν λόγω πάγια αρχή του ΠΚ, όρισε ειδικά ότι εάν συντρέχει η ανωτέρω επιβαρυντική περίπτωση, η ποινή θα υπολογισθεί και πάλι στα ίδια όρια του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 και η περίπτωση αυτή θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής για τη συγκεκριμενοποίησή της στο πρόσωπο του κατηγορουμένου κατά τα διαλαμβανόμενα στη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Δεύτερος (Άρθρα 235-473), Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2014, σελ. 3087 επ. (υπό άρθρο 375), Χ. Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας (άρθρα 372-406 Π.Κ.), Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Β΄ έκδοση, Αθήνα 2006, σελ. 229 επ., με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία.

[2] Βλ. ΣυμβΑΠ 1167/2008, ΠοινΧρ 2009, σελ. 432.

[3] Βλ. ΕφΠειρ 54/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1275/2006, ΠοινΧρ 2007, σελ. 515, ΑΠ 29/1998, ΠοινΧρ ΜΗ΄, σελ. 667, ΑΠ 1301/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, σελ. 712, ΑΠ 1626/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, σελ. 923, ΕφΛαρ 131/1984, ΠοινΧρ ΛΕ΄, σελ. 85, ΕφΘεσσ 229/1961, ΠοινΧρ ΙΒ΄, σελ. 561, ΠλημμΧίου 19/1995, ΠοινΧρ ΜΕ΄, σελ. 987, ΑΠ 109/1998, ΠοινΧρ ΜΗ΄, σελ. 758.

[4] Βλ. ΑΠ 1175/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 817/2012, ΠοινΧρ 2013, σελ. 127, ΑΠ 34/2008, ΠοινΧρ 2008, σελ. 834, ΣυμβΑΠ 493/2007, ΠοινΛογ 2007, σελ. 354, ΣυμβΑΠ 1425/2007, ΠοινΧρ 2008, σελ. 424, ΣυμβΑΠ 130/2007, ΠοινΧρ 2007, σελ. 1000, ΣυμβΑΠ 1015/2005, ΠοινΧρ 2006, σελ. 127, ΠλημμΑθ 3723/2005, ΠοινΧρ 2006, σελ. 940, ΣυμβΑΠ 2328/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 811, ΑΠ 178/2002, ΠοινΧρ 2002, σελ. 891.

[5] Βλ. ΟλΑΠ 824/1977, ΝοΒ 26, σελ. 672.

[6] Βλ. ΑΠ 1586/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄, σελ. 1381, ΑΠ 1063/1993, ΠοινΧρ ΜΓ΄, σελ. 818, ΑΠ 1266/1989, ΠοινΧρ Μ΄, σελ. 548, ΑΠ 610/1982, ΠοινΧρ ΛΓ΄, σελ. 43, ΑΠ 1127/1977, ΠοινΧρ ΚΗ΄, σελ. 245, ΑΠ 581/1974, ΠοινΧρ ΚΕ΄, σελ. 17.

[7] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 109/1998, ΠοινΧρ ΜΗ΄, σελ. 758, ΑΠ 827/1986, ΠοινΧρ ΛΣΤ΄, σελ. 759, ΑΠ 1020/1987, ΠοινΧρ ΛΖ΄, σελ. 823, ΑΠ 1748/1989, ΠοινΧρ Μ΄, σελ. 845, ΑΠ 1666/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, σελ. 354, ΑΠ 620/1991, ΠοινΧρ ΜΑ΄, σελ. 1131.

[8] Βλ. ΑΠ 1666/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, σελ. 354, ΑΠ 732/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, σελ. 325.

[9] Βλ. ΑΠ 1659/1997, ΠοινΧρ ΜΗ΄, σελ. 512, ΑΠ 1786/1997, ΠοινΧρ ΜΗ΄, σελ. 594, ΑΠ 46/1998, ΠοινΧρ ΜΗ΄, σελ. 1057, ΑΠ 109/1998, ΠοινΧρ ΜΗ΄, σελ. 758, ΣυμβΑΠ 1167/2008, ΠοινΧρ 2009, σελ. 432.

[10] Βλ. ΑΠ 340/2010, ΠοινΧρ 2011, σελ. 123, ΣυμβΑΠ 719/2010, ΠοινΧρ 2011, σελ. 211, ΣυμβΑΠ 1167/2008, ΠοινΧρ 2009, σελ. 432, ΣυμβΑΠ 802/2008, ΠοινΧρ 2009, σελ. 312, ΣυμβΑΠ 1120/2006, ΠοινΧρ 2007, σελ. 419, ΑΠ 3133/2007, ΠοινΧρ 2008, σελ. 434, ΣυμβΑΠ 300/2001, ΠοινΧρ 2001, σελ. 975, ΑΠ 1813/2000, ΠοινΧρ 2001, σελ. 808, ΑΠ 666/2000, ΠοινΧρ 2001, σελ. 35.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί