Η επίδοση εισαγωγικού δικογράφου, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοσή του
Σύμφωνα με το άρθρο 134 του ΚΠολΔ παρ. 1 «Αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ’ αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Για έγγραφα που αφορούν την εκτέλεση, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών, στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η εκτέλεση, και για εξώδικες πράξεις, στον εισαγγελέα της τελευταίας στο εσωτερικό κατοικίας ή γνωστής διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης και αν δεν υπάρχει κατοικία ή γνωστή διαμονή στο εσωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών της πρωτεύουσας», παρ. 2 αυτού «Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 η Παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει με ακρίβεια τον τόπο και τη διεύθυνση του παραλήπτη της επίδοσης», παρ. 3 αυτού «Ο εισαγγελέας, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον Υπουργό των Εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση».
Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το νόμο 1334/1983. Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδυνάμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔικ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλείφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στη σύμβαση αυτή τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία, σύμφωνα με την από 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται, είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του Κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο.
Επομένως, κατά τις διατάξεις της παραπάνω διεθνούς συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν. Η επίδοση αποδεικνύεται με την προσκομιδή της παραπάνω βεβαιώσεως της αρμοδίας αρχής (Ολ ΑΠ 23-29/2009).
Τα ως άνω επιβεβαιώνονται και σε νομολογιακό επίπεδο (βλ. υπ’ αριθ.35/2014 απόφαση του ΠΠΡ Χαλκίδας, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπου κρίθηκε ότι ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Κύπρος, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών.
Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/07 κανονισμού (άρθρ. 2-7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή κανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και τη σύμβαση της Χάγης της 5ης Νοεμβρίου 1965. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρι όταν διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίσει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής … β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στη κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι και στις δυο περιπτώσεις, η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παρ. 1 μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση εισαγωγικού δικογράφου με κλήση προς συζήτηση, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα.
Επιπρόσθετα και έτερη δικαστική απόφαση η υπ’ αριθ. 703/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, έκρινε σχετικά ότι ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας», μεταξύ των οποίων Κρατών-μελών είναι η Ελλάδα και η Κύπρος (ορ. σχετ. το υπό στοιχεία 11 Παράρτημα του ως άνω Κανονισμού), ενώ στο πεδίο εφαρμογής του εκτοπίζει τη διάταξη του άρθρου 134 ΚΠολΔ, καθόσον η επίδοση δεν συντελείται εν προκειμένω με την παράδοση του εγγράφου στον αρμόδιο Εισαγγελέα, αλλά απαιτείται η τήρηση της κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενης διαδικασίας (ΠΠΠατρ 204/2012, ΠΠΠατρ 148/2010 Νόμος) […] Ας σημειωθεί άλλωστε, ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου όσον αφορά τον τρόπο επίδοσης είναι αυτός της διενέργειας της επίδοσης (άρθρο 12 ΕισΝΚΠολΔ) και επομένως αφού η επίδοση έλαβε χώρα στις 18-6-2013, οπότε η Κύπρος είχε ήδη καταστεί επισήμως μέλος της Ε.Ε. (1 Μαϊου 2004), εφαρμοστέος τυγχάνει ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007, καθόσον άλλωστε πρόκειται για αστική διαφορά. Τον ίδιο νομικό συλλογισμό ακολούθησε και η υπ’ αριθ. 66/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, που έκρινε ότι «Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση προς συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε. όπως είναι η Κύπρος, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου».
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr