Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οι αιρέσεις στις δικαιοπραξίες – Διαχωρισμός των αιρέσεων – Ερμηνεία των αιρέσεων

Αίρεση ονομάζεται ο όρος που προστίθεται σε δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργειά της εξαρτάται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο. Τα απαραίτητα στοιχεία της αίρεσης, όπως προκύπτουν από τον παραπάνω ορισμό, είναι: α) ο όρος να έχει τεθεί από τον δικαιοπρακτούντα ή τους δικαιοπρακτούντες (δεν πρόκειται, επομένως, για αίρεση, αν ο όρος τάσσεται από το νόμο ή με δικαστική απόφαση), β) το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η δικαιοπραξία να είναι μελλοντικό, γ) το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η δικαιοπραξία να είναι αντικειμενικώς αβέβαιο, δηλαδή να μην είναι ανθρωπίνως δυνατό να προβλεφθεί αν θα επέλθει ή όχι.

Κατά το τελευταίο αυτό υπό γ΄ στοιχείο, διαφέρει η αίρεση από την προθεσμία, η οποία αναφέρεται σε γεγονός μελλοντικό, πλην όμως, βέβαιο. Αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης αν αυτή συνάφθηκε υπό αίρεση και ποια τα αποτελέσματα από την πλήρωση της αίρεσης αυτής. Η αίρεση συνήθως διατυπώνεται ρητά στη δικαιοπραξία, εκφραζόμενη άλλοτε με τη λέξη «εάν», άλλοτε, δε, με τη φράση «υπό τον όρο» ή άλλη παρόμοια φράση. Δεν αποκλείεται, όμως, να συνάγεται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας και τα συνοδεύοντα αυτήν περιστατικά, κατά τους κανόνες της ερμηνείας των δικαιοπραξιών. Δηλαδή, εφαρμόζονται οι ΑΚ 173 και 200 σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό ή ατέλεια στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία ως προς τη δηλωθείσα βούληση των μερών. Σε μια δικαιοπραξία μπορούν επίσης να τεθούν περισσότερες αιρέσεις. Αποτελεί, δε, ζήτημα ερμηνείας αν είναι αθροιστικές ή διαζευκτικές. Στην πρώτη περίπτωση πρέπει να πληρωθούν όλες, ενώ στη δεύτερη αρκεί η πλήρωση μίας μόνο.

Οι αιρέσεις που συγκεντρώνουν τις παραπάνω (υπό στοιχεία α΄, β΄, γ΄) προϋποθέσεις καλούνται γνήσιες αιρέσεις. Αν κάποιος όρος που προστέθηκε σε δικαιοπραξία δεν συγκεντρώνει κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές, τότε γίνεται λόγος για καταχρηστική αίρεση, οπότε δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις αιρέσεις. Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, καταχρηστικές είναι οι ακόλουθες αιρέσεις: α) οι αιρέσεις δικαίου (conditiones juris), δηλαδή αυτές που συνίστανται στο γεγονός που αποτελεί κατά νόμο απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή την τελείωση της δικαιοπραξίας(σ.σ. η προσθήκη τέτοιας αίρεσης δεν απαγορεύεται, αλλά είναι περιττή, αφού δεν προσθέτει κάτι στη δικαιοπραξία πέραν αυτού που προβλέπει ο νόμος), β) οι αιρέσεις που αναφέρονται σε γεγονός παρελθόν ή παρόν το οποίο αγνοούν οι δικαιοπρακτούντες [ σ.σ. στις περιπτώσεις αυτές, δεν υπάρχει στάδιο εκκρεμότητας, γιατί η αβεβαιότητα υφίσταται μεταξύ των δικαιοπρακτούντων, δηλαδή αφορά σε γεγονός παρελθόν ή παρόν, το οποίο αντικειμενικά ήδη αληθεύει ή δεν αληθεύει, αλλά το αγνοούν οι δικαιοπρακτούντες (υποκειμενική αβεβαιότητα)], γ) αναγκαίες αιρέσεις, δηλαδή αυτές που αναφέρονται σε γεγονός (λ.χ. ο θάνατος προσώπου), το οποίο θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε (σ.σ. στην πραγματικότητα, πρόκειται για προθεσμία, δεδομένου ότι η επέλευση του μελλοντικού γεγονότος είναι βέβαιη).

Έτι περαιτέρω, οι αιρέσεις διακρίνονται σε αναβλητικές και διαλυτικές. Αναβλητική είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας εξαρτώνται από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, οπότε τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται, μόλις ολοκληρωθεί η αίρεση (μόλις επέλθει το παραπάνω γεγονός, ΑΚ 201). Διαλυτική είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας παράγονται αμέσως, ανατρέπονται, όμως, και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, όταν και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε (ΑΚ 202). Η διαπίστωση του χαρακτήρα μιας αίρεσης ως αναβλητικής ή διαλυτικής αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά τους κανόνες περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που τυ­χόν δόθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο νόμος εισάγει ερμηνευτικούς κανόνες αναφορικά με το είδος της αίρεσης, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς διαφορετική βούληση των μερών (λ.χ. ΑΚ 1798, 532, 563). Η διάκριση αναβλητικής και διαλυτικής αιρέσεως έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία και στην περίπτωση που η αίρεση είναι αδύνατη, διότι μόνον ως αναβλητική η αδύνατη αίρεση καθιστά τη δικαιοπραξία άκυρη, ενώ ως διαλυτική θεωρείται ως μη γεγραμμένη (ΑΚ 208).

Περαιτέρω, θετική είναι η αίρεση όταν η ενέργεια της δικαιοπραξίας εξαρτάται από την επέλευση μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος. Αρνητική είναι η αίρεση όταν η ενέργεια της δικαιοπραξίας εξαρτάται από τη μη επέλευση του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος. Εξουσιαστική είναι η αίρεση, όταν η πλήρωσή της εξαρτάται από ορισμένη μελλοντική συμπεριφορά που θα τηρήσει το ένα μέρος ή τρίτος. Οι εξουσιαστικές αιρέσεις είναι έγκυρες αν δεν έρχονται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη (π.χ. αίρεση αγαμίας, βλ. Γεωργιάδη, Γεν. Αρχές παρ. 44 αρ. 11). Ιδιαίτερη διάκριση αποτελεί η καθαρά (γνήσια) εξουσιαστική αίρεση, όπου η ενέργεια της δικαιοπραξίας εξαρτάται από τη δήλωση ή τη συμπεριφορά του ενός από τα μέρη ότι θέλει την ενέργεια της δικαιοπραξίας (δηλαδή εξαρτάται από τη θέληση κάποιου από τα μέρη). Έχει κριθεί ότι στην καθαρά εξουσιαστική αίρεση δεν έχει εφαρμογή η ΑΚ 207. Όταν η πλήρωση μιας καθαρά εξουσιαστικής αίρεσης εναπόκειται στη βούληση του υπό αίρεση δικαιούχου, δεν δημιουργούνται ζητήματα αναφορικά με το επιτρεπτό της αίρεσης. Όταν, όμως, η πλήρωσή της εξαρτάται από τη βούληση του υπό αίρεση υπόχρεου, η ανάλυση διαφοροποιείται. Ειδικότερα, γίνεται η ακόλουθη διάκριση σε περιπτώσεις γνήσιων εξουσιαστικών αιρέσεων, όπου η πλήρωσή τους εξαρτάται από τη βούληση του υπό αίρεση υπόχρεου: α) σε περιπτώσεις όπου η ενέργεια - βούληση του υπό αίρεση υπόχρεου αφέθηκε στην απόλυτη και ανέλεγκτη εξουσία του (αναβλητική καθαρά εξουσιαστική αίρεση) και β) σε περιπτώσεις, όπου η διαπίστωση της συνδρομής ορισμένων προϋποθέσεων από τον υπό αίρεση υπόχρεο έχει ανατεθεί όχι στην απόλυτη, αλλά στην υποκειμενική δίκαιη κρίση του. Στην πρώτη υπό α΄ περίπτωση, ενδέχεται να μην υφίσταται καν δικαιοπραξία (π.χ. η πώληση θα ισχύσει, εάν το επιθυμεί ο αγοραστής) και αυτό αποτελεί ζήτημα ερμηνείας. Αν υφίσταται δικαιοπραξία τότε η αίρεση είναι επιτρεπτή, αρκεί να μην υπάρχει αντίθεση στα χρηστά ήθη. Στην υπό β΄ περίπτωση, η κρίση του υπό αίρεση υπόχρεου, αναφορικά με την πλήρωση της αίρεσης, πρέπει να γίνει με αντικειμενικά κριτήρια, οπότε είναι δυνατός και ο δικαστικός έλεγχος της κρίσης αυτής. Στην εξουσιαστική αίρεση υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη υποχρέωσης για ορισμένη παροχή, καθόσον αυτή εξαρτάται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο. Τυχαία είναι η αίρεση, όταν η πλήρωσή της είναι ανεξάρτητη από τη βούληση των μερών, όπως όταν εξαρτάται από φυσικό, πολιτικό, κοινωνικό ή οικονομικό γεγονός ή από τη βούληση ή πράξη τρίτων. Στη μεικτή εξουσιαστική αίρεση, η πλήρωσή της εξαρτάται εν μέρει από τη βούληση του δικαιούχου της αιρέσεως και εν μέρει από άλλα περιστατικά.

Όπως προαναφέρθηκε, αναβλητική είναι η αίρεση, όταν τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο. Δηλαδή, η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται, έως το χρονικό σημείο που θα συμβεί και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η επέλευση των αποτελεσμάτων της αίρεσης (πλήρωση της αίρεσης). Αν η αίρεση είναι διατυπωμένη σε θετική μορφή, η πλήρωσή της επέρχεται με την επέλευση του γεγονότος αυτού. Αν είναι διατυπωμένη σε αρνητική μορφή, πληρούται, όταν είναι βέβαιο ότι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται δεν θα επέλθει. Η πλήρωση της αίρεσης επέρχεται αυτοδικαίως (ipso jure) και ανεξάρτητα από τη θέληση, τη σύμπραξη ή τη γνώση των μερών. Από την έννοια και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας θα κριθεί αν επήλθε το γεγονός στο οποίο αφορά η αίρεση και αν η επέλευσή του είναι όπως προβλέφθηκε στη δικαιοπραξία, ενώ λαμβάνονται υπόψη για την κρίση αυτή οι κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Έτσι, από την παραπάνω ερμηνεία θα διαγνωσθεί αν η ενέργεια της πράξεως ή της παράλειψης που συνιστά το αιρετικό γεγονός πρέπει να γίνει προσωπικά από τον δικαιούχο ή τον υπόχρεο της αίρεσης ή μπορεί να πραγματοποιηθεί και από τρίτο πρόσωπο, αν απαιτείται να επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα ή αρκεί μόνον η πραγματοποίηση κάθε δυνατής προσπάθειας από το δικαιούχο κ.λπ.. Επίσης, σε αίρεση που συνίσταται σε πράξη ενός από τα μέρη αποτελεί ζήτημα ερμηνείας μέσα σε πόσο χρόνο [θα] επιχειρηθεί αυτή (π.χ. μέσα σε εύλογο χρόνο). Τέλος, από την ερμηνεία θα προκύψει μέσα σε πόσο χρόνο πρέπει να επέλθει το μέλλον και αβέβαιο γεγονός, στις περιπτώσεις που δεν έχει οριστεί από τα μέρη τέτοιος χρόνος. Με την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, καθίσταται οριστικά ενεργή η δικαιοπραξία και επέρχονται τα αποτελέσματά της, δηλαδή η προσδοκία του δικαιώματος που είχε ο υπό αίρεση δικαιούχος μετατρέπεται σε ολοκληρωμένο (πλήρες) δικαίωμα. Ο ωφελούμενος από την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την πλήρωσή της. Η θετική αίρεση ματαιώνεται (ατονεί), όταν δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός ή όταν καταστεί βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συμβεί. Η αρνητική αίρεση ματαιώνεται (ατονεί), όταν συμβεί το γεγονός, από τη μη επέλευση του οποίου εξαρτήθηκε η δικαιοπραξία. Περαιτέρω, μπορεί να θεωρηθεί ότι η αίρεση ματαιώνεται (ατονεί) όταν το αιρετικό γεγονός δεν έλαβε χώρα εντός του συμβατικού ή εύλογου χρόνου και δεν είναι απαραίτητο να εξέλιπε η δυνατότητα επελεύσεώς του στο μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η κρίση για τη ματαίωση της αίρεσης εξαρτάται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ερμηνευόμενης όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτική ήθη, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το σκοπό της σύμβασης, αλλά και το σύνολο των λοιπών περιστάσεων, ακόμα και γεγονότα εκτός αυτής, που μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των συναλλασσομένων και να επιδράσουν στη δυνατότητα ή μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις ΑΚ 200, 281 και 288.

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί