Η ειδική βάση συντρέχουσας διεθνούς δικαιοδοσίας επί ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012 (άρθρο 5 παρ. 3 του καταργηθέντος Κανονισμού 44/2001)
Στο ευρωπαϊκό δικονομικό δίκαιο, για αστικές και εμπορικές υποθέσεις ισχύει πλέον για τις αγωγές που ασκούνται, τα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνίστανται κατά ή μετά τη 10η Ιανουαρίου 2015, ο νέος Κανονισμός 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων, καταργούμενου του προηγούμενου Κανονισμού 44/2001. Αναφορικά με την ειδική συντρέχουσα διεθνή δικαιοδοσία για διαφορές εξ αδικοπραξίας, θα πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012 σύμφωνα με την οποία «πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» είναι η ίδια ακριβώς με αυτή του άρθρου 5 παρ. 3 του καταργηθέντος Κανονισμού 44/2001[1].
Όπως ίσχυε, λοιπόν, και για τον Κανονισμό 44/2001, η ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος προϋποθέτει ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας. Η έννοια της ενοχής εξ αδικοπραξίας ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αυτοτελώς και ορίζεται από το ίδιο δικαστήριο αρνητικά. Έτσι, κατά πάγια νομολογία, η ενοχή εξ αδικοπραξίας περιλαμβάνει «κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά «διαφορές εκ συμβάσεως»»[2]. Σύμφωνα με γενική θέση, ελλείψει δέσμευσης την οποία ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει ελεύθερα έναντι του αντισυμβαλλομένου του, δεν πρόκειται για διαφορά εκ συμβάσεως. Πρόκειται, επομένως, για διαφορά εξ αδικοπραξίας[3]. Ως τόπος, δε, «όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» νοείται είτε ο τόπος όπου έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, είτε ο τόπος επέλευσης της ζημίας, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται να εναχθεί ο υπεύθυνος της αδικοπραξίας, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον δικαστηρίου είτε του ενός είτε του άλλου από τους δύο αυτούς τόπους[4].
Όπως επισημαίνεται από τον Δεληκωστόπουλο[5], η επιλογή αυτή καθιστά σε ορισμένες περιπτώσεις, εν τοις πράγμασι, «κενό γράμμα» τις παλαιότερες αποφάσεις του ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ), οι οποίες αναδείκνυαν την ανάγκη περί αυστηρής, συσταλτικής ερμηνείας της δικαιοδοτικής βάσης για διαφορές από αδικοπραξία, με στόχο τον αποκλεισμό της δημιουργίας του forum actoris και, γενικότερα, του forum shopping, ήτοι της υπέρμετρης ελευθερίας του ενάγοντος προς επιλογή του δικαστηρίου. Στη νεότερη νομολογία του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, λοιπόν, η συσταλτική αυτή ερμηνεία δεν επιβεβαιώνεται πάντα. Αντιθέτως, κατά τον ως άνω συγγραφέα, μία συνολική θεώρηση της (κατ’ ανάγκη περιπτωσιολογικής) νομολογίας επιτρέπει να υποστηριχθεί, με κάποια ασφάλεια, ότι η ερμηνεία του ΔΕΕ ως προς τη δικαιοδοσία της αδικοπραξίας δεν ήταν ούτε συσταλτική, ούτε μη συσταλτική. Η κρατούσα νομολογία ήταν απλώς και παραμένει πραγματιστική[6].
Στο πλαίσιο αυτό, όλο και συχνότερα εμφανίζεται στη νομολογία του ΔΕΕ ο κατ’ εξοχήν πρακτικός περιορισμός, σύμφωνα με τον οποίο ένα εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί για μία αντιδικία, αλλά μόνο για τη ζημία που προκαλείται εντός της επικράτειας του συγκεκριμένου κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του. Ο δικαιοδοτικός «κατακερματισμός» που προκύπτει συνεπεία του ως άνω περιορισμού περί της τοπικά (εθνικά) οριοθετημένης ζημίας συνάδει με το πνεύμα των καιρών, μοιάζει δε να επιβάλλεται από τις περιστάσεις για τα αδικήματα πολλαπλής τοπικής σύνδεσης, ιδίως για τα δημοσιεύματα του τύπου και τις προσβολές, μέσω του διαδικτύου, του δικαιώματος της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, όπου είναι πιθανό τα μεν αδικήματα να τελούνται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η δε ζημία που προκύπτει εκ της αδικοπραξίας να εκδηλώνεται επίσης σε διαφορετικούς τόπους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα τραγουδιών που διατίθενται στο εμπόριο παράνομα μέσω διάφορων ιστότοπων, στους οποίους είναι δυνατή η πρόσβαση από οποιοδήποτε υπολογιστή σε κράτος μέλος της Ε.Ε. και όχι μόνο. Η αδικοπραξία δεν κατευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο κράτος μέλος (ή μη μέλος), αλλά δυνητικά παγκόσμια. Επί τέτοιων περιπτώσεων, έχει κριθεί ότι, σε ό,τι αφορά στη φερόμενη προσβολή περιουσιακού δικαιώματος δημιουργού, η διεθνής δικαιοδοσία για την εκδίκαση σχετικής αγωγής απονέμεται στο δικαστήριο κράτους μέλους, «εφόσον το κράτος μέλος της περιφέρειας του εν λόγω δικαστηρίου προστατεύει τα δικαιώματα δημιουργού τα οποία επικαλείται ο ενάγων και υπάρχει το ενδεχόμενο η προβαλλόμενη ζημία να επέλθει στο έδαφος όπου έχει την έδρα του το επιληφθέν δικαστήριο». Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, «λαμβανομένου υπόψη ότι η προστασία που χορηγεί το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου ισχύει μόνο για το έδαφος του κράτους μέλους αυτού, το επιληφθέν δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα του»[7]. Ως εκ των ανωτέρω, επί προσβολής των περιουσιακών δικαιωμάτων δημιουργού (μέσω ιστότοπου στον οποίο υπάρχει πρόσβαση και από το έδαφος όπου έχει την έδρα του το επιληφθέν δικαστήριο) τα οποία διασφαλίζονται από το κράτος μέλος του επιληφθέντος εθνικού δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό έχει διεθνή δικαιοδοσία επί της αγωγής αποζημιώσεως που ασκεί ο δημιουργός του έργου κατά εταιρείας εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος, αλλά «είναι αρμόδιο να αποφανθεί μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα του»[8].
Ακόμη, ως ήδη ελέχθη, η ειδική συντρέχουσα διεθνής δικαιοδοσία για διαφορές από αδικοπραξία δε θεμελιώνεται μόνο στον τόπο όπου έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, αλλά λαμβάνεται υπόψη και ο τόπος επέλευσης της ζημίας, ήτοι «ο τόπος στον οποίο εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο η ζημία που προκλήθηκε»[9]. Τόπος συντελέσεως της ζημίας είναι, δε, «εκείνος όπου το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός παράγει τα ζημιογόνα αποτελέσματά του»[10]. Σημειωτέον ότι, για την κρίση περί του τόπου επέλευσης της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη η άμεση, αρχική ζημία, και όχι η έμμεση ή απώτερη ζημία, συνεπεία της αρχικά επελθούσας ζημίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, η έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνος γεγονός» δεν αφορά τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται «ότι υπέστη περιουσιακή ζημία που αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη», ούτε βέβαια επεκτείνεται στον τόπο της κατοικίας του ενάγοντος, όπου βρίσκεται το επίκεντρο της περιουσίας του, επειδή και μόνον ο ενάγων υπέστη στον τόπο αυτό οικονομική ζημία[11].
Τέλος, όσον αφορά στις παραδοχές των ελληνικών δικαστηρίων για τις προϋποθέσεις θεμελίωσης διεθνούς δικαιοδοσίας τους επί ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, όπως έχει νομολογηθεί «Με τη διάταξη αυτή [ενν. τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του καταργηθέντος Κανονισμού 44/2001 – νυν άρθρο 7 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012] θεσπίζεται μία ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας στις υποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης, συγκεκριμένα δε στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης εμπίπτει το σύνολο των εξωσυμβατικών ενοχών, δηλαδή τόσο ενοχές από αδικοπραξία όσο και ενοχές από οιονεί αδικοπραξία. Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, καθορίζεται, με αυτόνομα (κοινοτικά) κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά «διαφορές από σύμβαση» κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού (Βλ. Κεραμέως/Κρεμλή/Ταγαρά, Η Σύμβαση των Βρυξελλών για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφάσεων, όπως ισχύει στην Ελλάδα, 1989, σελ. 67 επ., ΔΕΚ απόφαση της 17.9.2002 – υπόθεση C-334/2000 και απόφαση της 1.10.2002 – υπόθεση C-167/2000, ΕλλΔνη 2003,583 και 586). Στην Ελλάδα, οι αγωγές των άρθρων 914 επ. ΑΚ εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 3, για την εφαρμογή του οποίου είναι αδιάφορο, αν πρόκειται για διαφορά από αξιόποινη πράξη… ή από αστικό απλώς αδίκημα (πρβλ. ΑΠ 1151/2003 ΕλλΔνη 2004,421, ΕφΑΘ 392/2008 ΕλλΔνη 2009,838, ΕφΠειρ 61/2008 ΕΝαυτΔ 2008,233). Η έννοια «του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» (άρθρο 5 παρ. 3 του κανονισμού) μπορεί να καλύπτει τόσο τον τόπο, όπου επήλθε η ζημία όσο και τον τόπο, όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός (ΔΕΚ απόφαση της 19.9.1995 – υποθ. C-364/1993, ΕλλΔνη 38,1684), υπό την προϋπόθεση της απ’ ευθείας παραγωγής των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του γεγονότος αυτού εις βάρος του αμέσως ζημιωθέντος, και όχι της τυχόν έμμεσης ή απώτερης ζημίας, ως συνέπειας της αρχικώς επελθούσης, που υπέστη ο ενάγων»[12].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. για το υπό κρίσιν ζήτημα την εκτενή ανάλυση του Ι. Δεληκωστόπουλου, Δωσιδικία της αδικοπραξίας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη: η προβληματική κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1215/2012, ΕΠολΔ 2014, σελ. 442 επ. = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Βλ. επίσης Σ. Βρελλή, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, Γ΄ Έκδοση, 2008, σελ. 372-373.
[2] Βλ. ΔΕΚ, 27.09.1988, Καλφέλης/Schroeder, 189/87, σκέψη 18, ΔΕΕ, 18.07.2013, ÖFAB, C-147/12. ΕΠολΔ 2014, σελ. 139 επ., σκέψη 32, με παρατ. Ε. Βασιλακάκη, σελ. 147 επ..
[3] Για τη δυνατότητα υπαγωγής στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του Καν. 1215/2012 αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής με αντικείμενο να διαπιστωθεί η μη ύπαρξη ευθύνης εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, καθώς και αγωγής που θέτει ζήτημα προσυμβατικής ευθύνης του εναγομένου, βλ. Ι. Δεληκωστόπουλο, όπ.π. (υποσημ. 1), ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, μέρος Ι, σελ. 11 επ.. Για την απόκρουση, αντιθέτως, της δυνατότητας υπαγωγής αγωγών περί παυλιανής διάρρηξης των άρθρων 939 επ. ΑΚ στην ως άνω διάταξη, βλ. ομοίως Ι. Δεληκωστόπουλο, όπ.π., σελ. 12 επ..
[4] Βλ. λ.χ. ΔΕΕ, 16.05.2013, Melzer, C-288/11, σκέψη 25, ΕλλΔνη 2013, σελ. 915 επ., ΔΕΕ 3.4.2014, Hi Hotel, C-387/12, σκέψη 27, ΕλλΔνη 2014, σελ. 638 επ..
[5] Βλ. Ι. Δεληκωστόπουλο, όπ.π. (υποσημ. 1), ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, μέρος Ι, σελ. 13 επ..
[6] Βλ. εκτενή νομολογιακά παραδείγματα σε Ι. Δεληκωστόπουλο, όπ.π. (υποσημ. 1), ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, μέρος Ι, σελ. 14 επ..
[7] Βλ. ΔΕΕ, 3.10.2013, Peter Pinckney, C-170/12, σκέψεις 43 και 45, ΕΠολΔ 2013, σελ. 735 επ. με παρατ. Ι. Ρεβολίδη, 741 επ..
[8] Βλ. ΔΕΕ, 3.10.2013, Peter Pinckney, όπ.π. (υποσημ. 7), σκέψη 47.
[9] Βλ. ΔΕΚ, 16.07.2009, Zuid-Chemie, C-189/08, σκέψη 27, ΕΠολΔ 2009, σελ. 547 επ. με σημ. Αρβανιτάκη, σελ. 551 = Αρμεν. 2010, σελ. 158 επ., με παρατ. Μεϊδάνη, σελ. 161. επ..
[10] Βλ. υποσημ. 9.
[11] Βλ. ΔΕΚ, 19.09.1995, Marinari/Lloyds Bank, C-364/93, σκέψη 15, ΔΕΚ, 20.06.2004, Kronhofer, C-168/02.
[12] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 246/2016, ΕφΑθ 5973/2013, ΕφΔωδ 220/2013, ΑΠ 1027/2011, ΕφΠειρ 89/2011, ΕφΘεσσ 121/2010, ΑΠ 1865/2009, ΕφΑθ 392/2008, ΜονΠρΔραμ 34/2008, ΑΠ 18/2006, ΠολΠρΚορινθ 73/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.