Η καταβολή των αναδρομικών αποδοχών σε τραπεζικό λογαριασμό πιστωτικού ιδρύματος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 41/2016 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ανάγεται ως σύνολο σε μηνιαία καταβολή προκειμένου να εφαρμοστεί η προστατευτική ρήτρα περί μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης σε ό,τι αφορά το ακατάσχετο αυτής
Στα άρθρα 9, 30 (παρ. 1, 3), 30Α, 31, 32 (παρ. 1) και 33 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) ορίζεται ότι:
Άρθρο 9 «Τα αναγκαστικά μέτρα που εφαρμόζονται για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων είναι τα εξής: 1) Κατάσχεση κινητών, είτε στα χέρια του οφειλέτη είτε κινητών και απαιτήσεων του, εν γένει στα χέρια τρίτου. 2)…»
Άρθρο 30 «1. Η Κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, … 2. … 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως. 4. …».
Άρθρο 30Α «Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσης της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 (ΦΕΚ 224 Α) δεν εφαρμόζονται. Για την ανωτέρω διαδικασία δεν καταβάλλονται έξοδα. Το τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ.1 Ν.4484/2017, και διαμορφώθηκε πλέον με το εξής περιεχόμενο: «Ο πίνακας χρεών μπορεί να αντικαθίσταται από την ταυτότητα οφειλής του κατασχετηρίου, η οποία συνιστά το μοναδικό κωδικό αριθμό ανά κατασχετήριο αίτημα και συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα.»
Άρθρο 31 «Εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων : α) ….ε) Οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του 1/2του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καθώς και επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, στ) … ζ) … 2. Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται γνωστοποίηση από το φυσικό πρόσωπο ενός μοναδικού λογαριασμού, με υποβολή δήλωσης στο ηλεκτρονικό σύστημα Φορολογικής Διοίκησης. Εφόσον υπάρχει λογαριασμός περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων, γνωστοποιείται αποκλειστικά και μόνο ο λογαριασμός αυτός. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ορίζονται ο τρόπος υποβολής και πιστοποίησης του χρόνου της παραλαβής και τα στοιχεία της υποβαλλόμενης δήλωσης, ο τρόπος ενημέρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων από τη Φορολογική Διοίκηση για την υποβαλλόμενη δήλωση και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Κάθε άλλη διάταξη, που ρυθμίζει αντίθετα προς τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.». Σημειώνεται ότι πλέον το πρώτο εδάφιο της παρ.2, όπως είχε αντικατασταθεί με τη παρ.8β της υποπαρ. Δ.1 άρθρου 2 Ν.4336/2015, αντικαταστάθηκε ως άνω με τη παρ.6 άρθρου 11 Ν.4484/2017 και διαμορφώθηκε το περιεχόμενό του ως εξής: «2. Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό ή τοποθετήσεις σε λογαριασμό πληρωμών στα εγκαταστημένα στη χώρα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο ίδρυμα.»
Άρθρο 32. «1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου. Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων η δήλωση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται εντός οκτώ εργασίμων ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως. Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι` αναφοράς επιδιδομένης διά του δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου της κατοικίας του ή διαμονής του, όστις συντάσσει έκθεσιν εφ’ απλού χάρτου ην αποστέλλει εις τον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου εντός 24 ωρών. 2. …».Άρθρο 33. «Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ`ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση.».Τέλος, στο άρθρο 982 ΚΠολΔ ορίζονται τα ακόλουθα:Άρθρο 982 «1.Μπορούν να κατασχεθούν: α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή, β) … 2. Εξαιρούνται από την κατάσχεση: α) … β) … γ) … δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες τηςοικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. ε) … στ) … Η περίπτωση στ’ προστέθηκε με την παρ.9β άρθρου 60 Ν.4370/2016, 3. Η εξαίρεση της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.».
Από τη γραμματική και τελολογική, αυτοτελή και συνδυαστική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του ΚΕΔΕ, κατά το λόγο της εν μέρει διαχρονικής και εν μέρει σημερινής τους ισχύος, σαφώς, εκτός των άλλων, προκύπτουν (και) τα εξής: Ι) η γενόμενη με την κοινοποίηση του οικείου κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο κατάσχεση απαίτησης οφειλέτη του Δημοσίου εις χείρας τούτου (δηλ. τρίτου) συνεπάγεται την άμεση, αναγκαστική εκ του νόμου, εκχώρησή της (cession legis) στο Δημόσιο, το οποίο καθίσταται εκδοχεύς αυτής και ο τρίτος λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, εκτός εάν αυτός υποβάλει εμπρόθεσμη δήλωση, αρνούμενος την οφειλή του προς τον οφειλέτη του Δημοσίου. ΙΙ) Η αυτοδίκαιη και αναγκαστική αυτή εκχώρηση στο Δημόσιο (πρβλ. παρ. 3 του άρθρου 30), σε αντίθεση με την κοινή κατάσχεση των άρθρων 983 επ. ΚΠολΔ, όπου απαιτείται εμπρόθεσμη υποβολή καταφατικής δήλωσης από τον τρίτο και πάροδος της προβλεπόμενης προθεσμίας άσκησης ανακοπής (ΟλΑΠ 3/93), επέρχεται από μόνη την επιβολή της κατάσχεσης που συμπίπτει χρονικώς με την επίδοση στον τρίτο του κατασχετηρίου εγγράφου. ΙΙΙ) Ωστόσο, γίνεται παγίως δεκτό ότι, όταν υπάρχει απαγόρευση διάθεσης του κατασχεθέντος περιουσιακού στοιχείου, τότε, ναι μεν η πάροδος της προθεσμίας προσβολής των πράξεων εκτέλεσης με ανακοπή, για τον ως άνω λόγο, τις καθιστά τυπικά έγκυρες, πλην όμως, στην περίπτωση αυτή δεν δύναται να επέλθει, αφενός μεν το κατά το ουσιαστικό δίκαιο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της κυριότητας του ως άνω περιουσιακού στοιχείου στον υπερθεματιστή, διότι υπάρχει νόμιμος λόγος που απαγορεύει τη διάθεση του πράγματος, κατ’ άρθρ. 175 ΑΚ, που καταλαμβάνει και τη διάθεση, η οποία γίνεται δυνάμει αναγκαστικής εκτέλεσης, αφετέρου δε η προβλεπόμενη στο άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ αναγκαστική και αυτοδίκαιη εκχώρηση της ανωτέρω κατασχεθείσας απαίτησης στο Δημόσιο. ΙΙΙΙ) Συνεπώς, τα ανωτέρω υπό στοιχεία ΙΙΙ, εκτιθέμενα ισχύουν και όταν οι κατασχεθείσες στα χέρια τρίτου απαιτήσεις του οφειλέτη του Δημοσίου είναι κατά νόμο ακατάσχετες (δηλ. όταν αφορούν μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικώς και μέχρι του ορίου ακατάσχετου τούτων), οπότε συντρέχει υποχρέωση (μερικής) άρσης τούτων από τη φορολογική διοίκηση, δηλ. μέχρι του ανωτέρω ακατάσχετου ορίου, υπό τον όρο ότι ο εν λόγω οφειλέτης έχει τηρήσει ορισμένες κατωτέρω αναφερόμενες διαδικαστικές προϋποθέσεις.
Επίσης, κατά τα γενόμενα δεκτά και από την πάγια θέση της θεωρίας και νομολογίας, σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου υπόκεινται και απαιτήσεις μελλοντικές και όταν είναι ενδεχόμενες, υπό αίρεση ή προθεσμία, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης αυτής υφίσταται η έννομη σχέση από την οποία, ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η ως άνω απαίτηση, αρκεί αυτή να μπορεί να προσδιοριστεί, κατ’ είδος και οφειλέτη, ανεξαρτήτως εάν και πόσο είναι αόριστη. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με την επίσης πάγια νομολογία του ανωτάτου ακυρωτικού, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 (παρ. 1), 2 και 3 του ν.δ. 1059/1971, με τις οποίες προβλέφθηκε το απόρρητο των καταθέσεων σε ελληνικές τράπεζες, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 1868/1989 και το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 2214/1994, δεν θεσπίζεται και το ακατάσχετο των απαιτήσεων από τις καταθέσεις αυτές, αλλά εφαρμόζεται η από τις οικείες διατάξεις σχετικά με την κατάσχεση εις χείρας τρίτου προβλεπόμενη διαδικασία, δυνάμει της οποίας παρέχεται δυνατότητα στους δανειστές του δικαιούχου λογαριασμού κατάθεσης σε τράπεζα κατάσχεσης εις χείρας της ως τρίτης και ότι η τελευταία έχει υποχρέωση να προβεί σε σχετική δήλωση, δίχως αυτό να προσκρούει στις διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου.
Ωστόσο, υπό το φως της διάταξης του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, όπως αυτή ίσχυσε μετά τη διαδοχική τροποποίησή της, αρχικά με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006, με την οποία απαγορεύτηκε η εκ μέρους του Δημοσίου κατάσχεση εις χείρας τρίτων μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικώς, εφόσον το ποσό αυτών είναι μικρότερο των 600 ευρώ το μήνα, και στη συνέχεια, με το άρθρο 4 ν. 3714/2008, με το οποίο το ακατάσχετο αυτό όριο αυξήθηκε σε 1.000 ευρώ, έγινα δεκτά με την υπ’ αριθμ. 384/2013 γνωμοδότηση του παρόντος τμήματος του ΝΣΚ τα εξής:
Η αναδρομική καταβολή αποδοχών σε τραπεζικό λογαριασμό πρέπει να αναχθεί σε ποσό μηνιαίας καταβολής, προκειμένου να εφαρμοστεί η προστατευτική ρήτρα περί μηνιαίως καταβαλλόμενου μισθού, σύνταξης ή βοηθήματος σε ό,τι αφορά στο ακατάσχετο αυτού και, υπό την έννοια αυτή, το πιστωτικό ίδρυμα (τράπεζα) το οποίο απέδωσε στο συγκεκριμένο καταθέτη του μόνο τα ¾ των κατασχεθέντων εκ μέρους του Δημοσίου εις χείρας της ως τρίτης χρηματικών απαιτήσεων, οφείλει να αποδώσει και το υπόλοιπο ¼ τούτων, εφόσον το συνολικώς κατασχεθέν ποσό, εφάπαξ καταβληθέν από το οικείο ασφαλιστικό ταμείο, καίτοι υπερβαίνον το ανώτατο όριο του ακατάσχετου, αναγόμενο σε μηνιαία βάση και αφορών σε ανά μήνα καταβλητέα σύνταξη υπολείπεται του (τότε) προβλεπόμενου ακατάσχετου ορίου.
Εξάλλου, πρέπει να διακριθεί από τις περιπτώσεις ακατάσχετου μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων περιοδικώς ανά μήνα καταβαλλομένων, όταν οι δικαιούχοι των απαιτήσεων αυτών τυγχάνουν και οφειλέτες του Δημοσίου, ως αυτοτελής κατηγορία, η προβλεπόμενη στη περίπτωση δ’ της παρ. 2 του άρθρου 982 του ΚΠολΔ, η οποία αφορά κατάσχεση συντάξεων των πολιτικών υπαλλήλων και στρατιωτικών από τους ιδιώτες για απαιτήσεις από διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας μέχρι του μισού, όπου, κατ’ εξαίρεση, είναι επιτρεπτή μέχρι το μισό (1/2) αυτών. Η ερμηνευτική αυτή θέση πλήρως επιβεβαιώνεται και εναρμονίζεται και με τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014, η οποία κατά την πρόσθεση της παρ. 2 στο άρθρο 31 του ΚΕΔΕ, θεωρεί αυτονόητο ότι μετά την ισχύ της προτεινόμενης δι’ αυτής ρύθμισης, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 982 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις κατά ΚΕΔΕ κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, με σκεπτικό ότι η εν λόγω ρύθμιση, αφενός μεν είναι ειδικότερη εκείνης και την αποκλείει, αφετέρου διότι δι’ αυτής παρέχει μεγαλύτερη και διαρκή προστασία στον οφειλέτη, μέχρι του προτεινόμενου ορίου και όχι χρονικά περιορισμένη, όπως στην προκείμενη του άρθρου 982 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, σημειώνεται ότι πουθενά πέραν του ορίου του ακατάσχετου των 1.250 ευρώ το μήνα, δεν προκύπτει ότι έχει τεθεί και άλλος περιορισμός και δη χρονικός ή συνδεόμενος με εισοδηματικά ή άλλα κριτήρια, δυνάμει των οποίων το ως άνω όριο ακατάσχετου να εξαρτάται: Είτε από το τυχαίο και συμπτωματικό γεγονός, για το οποίο δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη ο δικαιούχος, όπως αν τα οφειλόμενα από τα οικεία ασφαλιστικά ταμεία ποσά σύνταξης καταβάλλονται απ’ αυτά ευθύς εξαρχής κανονικά, τακτικά και περιοδικά ανά μήνα ή παρίσταται ανάγκη να καταβληθούν εφάπαξ λόγω καθυστερημένης και μη εμπρόθεσμης μηνιαίας καταβολής στους δικαιούχους τούτων (βλ. ΓνμδΝΣΚ 384/2013), η οποία (καθυστέρηση) οφείλεται σε οποιαδήποτε ολιγωρία ή αδυναμία της διοίκησης για την εμπρόθεσμη καταβολή τούτων. Είτε από αλυσιτελείς και απρόσφορους ισχυρισμούς, όπως ότι τούτο (ακατάσχετο) αίρεται, μετά την πάροδο ορισμένου και δη απροσδιόριστου στο νόμο χρονικού διαστήματος λόγω αδράνειας του καταθέτη να προχωρήσει σε αναλήψεις ποσών από τον εν λόγω λογαριασμό, παρόλο που, σαφής πρόθεση του νομοθέτη του ν. 4254/2014 ήταν να μην εφαρμοστεί η παρ. 3 του άρθρου 982 ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι, όπως προελέχθη, με τη ρύθμιση αυτή, αφενός μεν παρέχεται μεγαλύτερη και διαρκέστερη προστασία στον οφειλέτη, μέχρι του μηνιαίου ορίου ακατάσχετου αρχικά των 1.500 και ήδη 1.250 ευρώ και όχι χρονικά περιορισμένη, όπως στην περίπτωση του άρθρου 982 ΚΠολΔ, αφετέρου δε ο υπολογισμός τούτου (δηλ. του ακατάσχετου ορίου) γίνεται πάντοτε σε μηνιαία βάση, εφόσον, κατά τη ratio του νόμου, αποκλείεται η σωρευτική αναγωγή του σε χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα του μήνα, κατά τα παραπάνω.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος