Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφου -ως αποδεικτικού μέσου- που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τους εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ και Γ΄ του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης – Προκειμένου για φωτογραφίες, απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν “αναγιγνώσκονται” κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης (ΑΠ 1670/2005 ΤΝΠ Νόμος).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφου, ως αποδεικτικού μέσου, που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τους εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ και Γ΄ του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται αφενός μεν το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο (358, 171 § 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ), αφετέρου δε οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης και της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (329, 331, 364, 369 ΚΠΔ).
Προκειμένου για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν “αναγιγνώσκονται” κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση.
Είναι, συνεπώς, προφανές ότι, όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ και Γ΄του ΚΠΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναίρεσης στην υπόθεση που κρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 1670/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου -με τον οποίο (λόγο αναίρεσης) προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα απόλυτης ακυρότητας, καθώς και η πλημμέλεια της παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για τη στήριξη της καταδικαστικής του κρίσης, έλαβε υπόψη του και τέσσερις φωτογραφίες, χωρίς αυτές να έχουν επιδειχθεί και στη συνήγορο του κατηγορουμένου που τον εκπροσώπησε, για να ασκήσει έτσι αυτή τις τυχόν παρατηρήσεις της- ορθά απορρίφθηκε ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως άνω τέσσερις πιο πάνω φωτογραφίες “αναγνώσθηκαν”, από τη διατύπωση δε αυτή, είναι σαφές, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, ότι οι εν λόγω φωτογραφίες επιδείχθηκαν από την πρόεδρο του Δικαστηρίου και έτσι έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δεν παραβιάστηκαν οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης και της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου
info@efotopoulou.gr