Η παράσταση του εναγομένου κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβάλλεται η συζήτηση της αγωγής, δε θεραπεύει τη μη επίδοση αυτής
Όπως κρατεί στη θεωρία[1] και τη νομολογία[2], η παράσταση του εναγομένου κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβάλλεται η συζήτηση, δεν αρκεί για τη θεραπεία της ελλείψεως επίδοσης της αγωγής – εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, αφού μόνη η προσέλευση του εναγομένου στην εν λόγω δίκη χωρίς τη συμμετοχή του στη συζήτηση αυτής, δεν καλύπτει το ανεπίδοτο της αγωγής (ΕφΑθ 3470/1996, ΕλλΔνη 1997, 1588). Και τούτο γιατί η παρουσία του εναγομένου στη δικάσιμο κατά την οποία ζητείται η αναβολή, δεν του επιτρέπει να προβάλει και να αποδείξει την πρόκληση δικονομικής βλάβης κατ’ άρθρον 159 περ. 3 ΚΠολΔ από τη μη νομότυπη κλήτευσή του, καθώς δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της υποθέσεως (ΜονΠρΑρτ 32/1993, Αρμ 1993, 235 επ.).
Χαρακτηριστικές είναι επί του προκειμένου οι παραδοχές τις οποίες διέλαβε στο αιτιολογικό της η υπ’ αριθμ. 4457/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: «Μολονότι η επίδοση αποτελεί όρο του υποστατού της αγωγής, γίνεται εντούτοις δεκτό ότι η παράλειψή της δεν καθιστά την αγωγή ανυπόστατη, εφόσον ο εναγόμενος συμμετάσχει νόμιμα στη συζήτηση και δεν προβάλει κατ’ αυτήν ένσταση μη επίδοσης, επικαλούμενος δικονομική βλάβη, κατ’ άρθρο 159 αρ. 3 ΚΠολΔ. Ωστόσο δεν θεωρείται ότι ο εναγόμενος συμμετέχει στη συζήτηση όταν αυτός παρασταθεί στη δικάσιμο κατά την οποία ζητείται αναβολή, καθόσον η αναβολή δεν θεωρείται συζήτηση της υπόθεσης. Έτσι, το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέστη στη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της αγωγής αναβλήθηκε, δεν αρκεί για τη θεραπεία της έλλειψης της επίδοσης αυτής (αγωγής), αφού μόνη η προσέλευση αυτού στην εν λόγω δίκη χωρίς τη συμμετοχή του στη συζήτηση αυτής, δεν θεραπεύει την έλλειψη της επίδοσης… Και ναι μεν η αναβολή αυτή και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει τη θέση κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους, κατ’ άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν απαιτείται νέα επίδοση της κλήσης προς συζήτηση για τη μεταγενέστερη δικάσιμο, η παράσταση όμως του εναγομένου κατά τη δικάσιμο που αναβλήθηκε η συζήτηση της αγωγής δεν αρκεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη θεραπεία της έλλειψης της επίδοσής της. Ενόψει των παραπάνω, δεν αποδεικνύεται η ολοκλήρωση της άσκησης της αγωγής με επίδοση αυτής προς τον εναγόμενο, με συνέπεια να μην έχει γίνει νόμιμη επίδοση της αγωγής για τη συζήτηση αυτής…» (ΠΠΑ 4457/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, 1-590, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 479 (υπό άρθρο 221): «Μολονότι η επίδοση αποτελεί όρο του υποστατού της αγωγής, γίνεται εντούτοις δεκτό ότι η παράλειψή της δεν καθιστά την αγωγή ανυπόστατη, εφόσον ο εναγόμενος συμμετάσχει νόμιμα … στην πρώτη συζήτηση (όχι όμως και στη δικάσιμο κατά την οποία ζητείται αναβολή: ΕφΑθ 3470/1996, ΕλλΔνη 1997.1588∙ ΜονΠΑρτ 32/1993, Αρμ 1993.235,237) και δεν προβάλει κατ’ αυτήν … ένσταση μη επιδόσεως, επικαλούμενος δικονομική βλάβη κατ’ άρθρ. 159 αριθ. 3».
[2] Βλ. ΠΠΑ 4457/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3470/1996, ΕλλΔνη 1997, 1588, ΜονΠρΑρτ 32/1993, Αρμ 1993, 235 επ..