Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η περίπτωση της παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό τη μορφή της ετοιμότητας προς εργασία

Εργασία με τη νομική έννοια του όρου είναι κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του είδους της. Εμπίπτουν, συνεπώς, στην έννοιά της όχι μόνο οι φανερές ανθρώπινες ενέργειες, αλλά και οι περιπτώσεις καλυμμένης ανθρώπινης θετικής ενέργειας, όπως είναι η σκόπιμη ακινησία και ο περιορισμός γενικώς του ελεύθερου χρόνου για τις ανάγκες ενός άλλου, περιορισμός ο οποίος συνιστά τη λεγόμενη ετοιμότητα προς παροχή εργασίας. Με άλλα λόγια, η παροχή της ανθρώπινης εργασίας δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω θετικής ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά και μέσω απλής ετοιμότητας προς εργασία, και δη μέσω εκείνης της καταστάσεως, κατά την οποία δεσμεύεται απλώς η ελευθερία του εργαζομένου, με την επιπλέον υποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, ώστε να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, εάν και εφόσον από τις περιστάσεις καταστεί αναγκαίο να γίνει αυτό[1].

Ετοιμότητα προς παροχή εργασίας δεν υπάρχει μόνον, όταν ο εργαζόμενος πρέπει να ευρίσκεται για ορισμένο χρόνο στον τόπο εργασίας του, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όποτε ήθελε χρειαστεί (περίπτωση της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, με ενδεικτικές εκδηλώσεις της την εργασία των πυροσβεστών, των οδηγών αυτοκινήτων μεταφοράς στελεχών επιχειρήσεων κ.α.), αλλά και όταν ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να ευρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο (ακόμη και στο σπίτι του), και να είναι έτοιμος να προσφέρει την εργασία/ υπηρεσίες του μόλις του ζητηθεί (περίπτωση ετοιμότητας κλήσεως, με κλασική περίπτωση εκείνη των εφημερευόντων γιατρών), καθώς και όταν ο εργαζόμενος οφείλει μεν να ευρίσκεται σωματικώς στον τόπο/χώρο εργασίας του, περιορίζων κατ’ αυτόν τον τρόπο την ελευθερία του, χωρίς όμως να υποχρεούται να διατηρεί εν εγρηγόρσει τις σωματικές/πνευματικές του δυνάμεις, δυνάμενος συνεπώς ακόμη και να κοιμάται (περίπτωση της απλής ετοιμότητας προς ανάληψη εργασίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό των φυλάκων/νυχτοφυλάκων).

Πράγματι, η εργασιακή σχέση, κατά κανόνα, προϋποθέτει ενεργό ή θετική παροχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξη κάποιου οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας, και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζομένου με την υποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, ώστε να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, εάν από τις περιστάσεις παραστεί ανάγκη[2].

Η ετοιμότητα προς παροχή εργασίας, αναλόγως του βαθμού ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κατηγορίες: α) στη λεγόμενη «γνήσια ετοιμότητα προς εργασία», η οποία είναι και η πλέον συνήθης στην πρακτική, επί της οποίας έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και των σ.σ.ε., κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (και δη αυτόν της εργοδοτικής επιχειρήσεως ή και εκτός αυτής, απ’ όπου καλούμενος να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και καθ’ ορισμένο χρόνο, διατηρών τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε (σε αυτή τη μορφή ετοιμότητας) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξαρτήτως εάν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας, γι’ αυτό και η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με την κανονική παροχή εργασίας, αφού, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του εργαζομένου[3], β) στη «μη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσεως», κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις πνευματικές ή σωματικές του δυνάμεις, αλλά δύναται, τουναντίον, να κοιμάται ή και να ευρίσκεται εκτός του τόπου εργασίας, οπότε στη μορφή αυτή ετοιμότητας δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, επειδή η απλή ετοιμότητα θεωρείται ιδιότυπη και όχι γνήσια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την αμοιβή – αποζημίωση της νυκτερινής εργασίας, της υπερεργασίας, της υπερωριακής εργασίας (νομίμου ή παρανόμου), της εργασίας κατά τις ημέρες Κυριακών και εορτών, οι οποίες, αν δε συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση της πλήρους απασχολήσεως, καθώς και στις περιπτώσεις της γνήσιας ετοιμότητας, ήτοι της διατήρησης από πλευράς εργαζομένου σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεών του, κατά τις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες[4].

Στις περιπτώσεις της ετοιμότητας κλήσεως οφείλεται μόνον ο συμφωνηθείς μισθός, άλλως ο ειθισμένος μισθός, εκτός εάν συμφωνηθεί ειδικώς το αντίθετο, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ[5]. Ως ειθισμένος μισθός, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, νοείται ο μισθός τον οποίο καταβάλλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζομένους με τα ίδια προσόντα, υπό τις ίδιες συνθήκες. Ειθισμένος μισθός μπορεί να είναι και τα καθοριζόμενα από τις οικίες Σ.Σ.Ε. ή τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κατώτατα όρια μισθών ή και ποσοστό των μισθών αυτών, εφόσον όμως συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή συνηθίζεται η καταβολή του μισθού αυτού, από τους εργοδότες  υπό τις αντίστοιχες συνθήκες[6].

Μεταξύ των ανωτέρω δύο μορφών ετοιμότητας προς παροχή εργασίας μπορούν να υπάρχουν ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας και μερική εγρήγορση των σωματικών/πνευματικών δυνάμεων του εργαζομένου, οπότε, ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα, υπολογίζονται και οι αποδοχές του εργαζομένου[7]. Σε κάθε περίπτωση, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ γνήσιας και απλής ετοιμότητας συνίσταται στο ότι επί γνήσιας ετοιμότητας υπάρχει πλήρης δέσμευση του ελεύθερου χρόνου, και τούτο υπό την έννοια ότι ο εργαζόμενος δε διαθέτει ούτε την ελάχιστη δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί άλλως την εργασιακή του δύναμη κατά το χρόνο εργασίας, αλλά υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις προς παροχή εργασίας ανά πάσα στιγμή. Το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας, ήτοι το εάν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια ή για κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι πραγματικό και θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών, τα οποία μπορούν να υπαχθούν στη μία ή στην άλλη περίπτωση[8].

Σημειούται ότι με το Π.Δ. 88/1999, δυνάμει του οποίου εναρμονίστηκε το εσωτερικό μας δίκαιο με την Οδηγία 93/104 ΕΚ του Συμβουλίου της 23ης.11.1993, καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ της απλής και της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία και ως εκ τούτου η απλή ετοιμότητα προς εργασία εξομοιώνεται πλήρως με την κανονική εργασία, όπως έχει γίνει δεκτό με σειρά αποφάσεων του ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ). Πλην όμως, με την ΟλΑΠ 10/2009 έγινε δεκτό ότι στην περίπτωση της απλής ετοιμότητας προς εργασία οφείλεται μόνο ο συμφωνηθείς μισθός και εάν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ, ήτοι ο μισθός τον οποίο καταβάλλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζομένους με τα ίδια προσόντα και υπό τις ίδιες συνθήκες. «Αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη φύση και τον τρόπο αμοιβής της εργασίας που προσφέρεται υπό τις παραπάνω περιστάσεις απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεν μπορεί να συναχθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 2 § 1 του π.δ. 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/134/ΞΚ και 2000/34/ΕΚ και το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005. Σύμφωνα με τους ορισμούς του π.δ. 88/1999 “Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως: 1) Χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται, στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων. 2) Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας (άρθρο 2 §§ 1, 2 αυτού και της 93/104/ΕΚ οδηγίας). Από την αναφορά στο προοίμιο της οδηγίας ότι το άρθρο 118 Α της Συνθήκης προβλέπει, ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγία, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση, ιδίως, του χώρου της εργασίας, με στόχο την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και στις διατάξεις της 89/391 /ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, τον γενικό τίτλο αυτής (“σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας”) και το όλο περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων αυτής, στις οποίες γίνεται λόγος, κατ’ ενδεικτική αναφορά, για ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, διαλείμματα, ετήσια άδεια και διάρκεια της νυκτερινής εργασίας, προκύπτει ότι με τις οδηγίες αυτές ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων με τη χορήγηση σ’ αυτούς των καθοριζομένων κατ’ ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και επαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ’ ανώτατο όριο των οκτώ ωρών νυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο και των 48 ωρών εργασίας κατά μέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα με τις ρυθμίσεις αυτές να συνδέεται και η οφειλόμενη για το χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβή του»[9].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Στ. Γ. Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, Ατομική Σύμβαση – Σχέση Εργασίας, Ουσιαστικά και Δικονομικά Ζητήματα, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2012, σελ. 3-4 και172-175, Κ. Δ. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή – Νομολογία – Ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2014, σελ. 6-8, Ι. Δ. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας, Γ΄ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 182-188.

[2] Πρβλ. ΕφΑθ 6002/2004, ΔΕΕ 2005, σελ. 204.

[3] Βλ. λ.χ. ΑΠ 230/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 174/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 28/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 207/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 115/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 116/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1234/1990, ΔΕΝ 48, σελ. 923, ΕφΑθ 8650/2004, ΕλλΔνη 2006, σελ. 563, ΕφΑθ 6002/2004, ΔΕΕ 2005, σελ. 204, ΕφΘρακ 350/1999, ΕΕΔ 59, σελ. 662, ΕφΑθ 830/1995, ΔΕΝ 52, σελ. 164.

[4] Βλ. λ.χ. ΑΠ 491/2011, ΕΕΔ 70, σελ. 1194, ΑΠ 802/2003, ΕΕΔ 2003, σελ. 1428, ΑΠ 1033/1999, ΔΕΝ 2000, σελ. 496, ΑΠ 1219/1998, ΔΕΝ 56, σελ. 696, ΑΠ 440/1996, ΕΕΔ 56, σελ. 905, ΑΠ 1208/1995, ΔΕΝ 52, σελ. 160, ΑΠ 1659/1995, ΔΕΝ 52, σελ. 161.

[5] Βλ. ΑΠ 230/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1123/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1219/1998, ΕλλΔνη 41, σελ. 89, ΑΠ 1659/1995, ΕλλΔνη 38, σελ. 1553, ΕφΑθ 9906/1997, ΕλλΔνη 39, σελ. 7367.

[6] Βλ. π.χ. ΑΠ 1328/2006, ΔΕΕ 2007, σελ. 979, ΕφΠατρ 1470/2006, ΑχαΝομ 2007, σελ. 562.

[7] Βλ. ΑΠ 110/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6002/2004, ΔΕΕ 2005, σελ. 204.

[8] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 498/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 230/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 10/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 160/2003, Αρμ. 2003, σελ. 813, ΕφΘρακ 350/1999, ΔΕΕ 2000, σελ. 313, ΕφΘεσσ 830/1995, ΔΕΝ 1996, σελ. 164.

[9] Βλ. ΟλΑΠ 10/2009, ΕφΑθ 174/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί