Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η σημασία του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης ιδίως ενόψει εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας

Στα πλαίσια των διατάξεων του Ν. 3500/2006 τυποποιούνται τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βλάβης, ενώ παρέχονται ορισμοί κρίσιμων εννοιών για την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής των συναφών διατάξεων. Ειδικότερα, ενόψει της πρώτης παραγράφου του πρώτου άρθρου του ως άνω Νόμου διευκρινίζεται ότι: «Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 1. ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Ποινικού Κώδικα», ενώ στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου επισημαίνεται ότι: «Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 2, α. οικογένεια ή κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους». Ενόψει δε της πρώτης παραγράφου του έκτου άρθρου του ίδιου Νόμου τυποποιείται η εγκληματική συμπεριφορά της ενδοοικογενειακής βίας ως εξής: «Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β` της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους».

Από την επισκόπηση της αιτιολογικής έκθεσης του ανωτέρω νομοθετήματος, συνάγεται ευχερώς ότι σκοπός του είναι η αντιμετώπιση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας, θύματα του οποίου είναι πρωτίστως οι γυναίκες, οι ανήλικοι, οι υπερήλικοι, αλλά και οι εν γένει ανάπηροι, επί τη βάσει των αρχών της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και της αξιοπρέπειας του ατόμου, ώστε να ενισχυθεί η αρμονική συμβίωση των προσώπων στο πλαίσιο της οικογένειας,. Πέραν των ανωτέρω ορισμών και τυποποίησης της εγκληματικής συμπεριφοράς, στο ίδιο νομοθετικό κείμενο γίνεται μνεία στο θεσμό της ποινικής διαμεσολάβησης εν σχέσει με το εν λόγω αδίκημα, με ταυτόχρονη γνωστοποίηση των προϋποθέσεών εφαρμογής του. Ειδικότερα, ενόψει του ενδέκατου άρθρου του ίδιου Νόμου τα εξής σημαντικά: «1. Στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ο αρμόδιος για την άσκηση ποινικής δίωξης εισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα διαμεσολάβησης κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων. 2 Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, ότι είναι πρόθυμο σωρευτικά: α) να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα. Για την υπόσχεση αυτή συντάσσεται έκθεση κατά τα άρθρα 148 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. β) να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα, σε όποιον τόπο και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται τούτο αναγκαίο από τους αρμόδιους θεραπευτές. Ο υπεύθυνος του προγράμματος πιστοποιεί την ολοκλήρωση της παρακολούθησής του. Το σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτεται στο φάκελο της δικογραφίας. Αναφέρονται δε σε αυτό, αναλυτικά, το αντικείμενο του συμβουλευτικού – θεραπευτικού προγράμματος και ο αριθμός των συνεδριών που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της παρακολούθησης του προγράμματος εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 13. γ) να άρει ή να αποκαταστήσει, εφόσον είναι δυνατόν, αμέσως τις συνέπειες που προκλήθηκαν από την πράξη και να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα». Ακόμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ίδιου ως άνω Νόμου διευκρινίζεται ότι: «1. Αν σε βάρος του υπαιτίου κινηθεί η διαδικασία των άρθρων 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ποινική διαμεσολάβηση επιτρέπεται μόνον εφόσον το δικαστήριο αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 423 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διαδικασία χωρεί κατά τις παραγράφους 3 έως 6 του παρόντος άρθρου. Το δικαστήριο που αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά το πρώτο εδάφιο, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν στον υπαίτιο περιοριστικοί όροι κατά το άρθρο 18 του παρόντος νόμου. 2. Αν σε βάρος του φερόμενου ως δράστη ενεργείται προκαταρκτική εξέταση, ο εισαγγελέας, πριν από κάθε άλλη ενέργεια: α) μπορεί να διατάσσει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης στο φερόμενο ως θύμα, προκειμένου να ερευνηθεί η βασιμότητα της καταγγελίας για την σε βάρος του τέλεση της πράξεως, β) εξετάζει ο ίδιος κάθε μάρτυρα που προτείνεται, καθώς και τα πρόσωπα της οικογένειας ή παραγγέλλει την εξέταση αυτών από τους αρμόδιους ανακριτικούς υπαλλήλους, και γ) καλεί το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση της πράξεως να παράσχει στον ίδιο ή στον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο εξηγήσεις υπό τους όρους του άρθρου 31 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3. Αν ο παρέχων εξηγήσεις δεν υποβάλει ο ίδιος, ή μέσω του συνηγόρου του, την κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 δήλωση περί ποινικής διαμεσολάβησης, καλείται, προς τούτο, από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να λάβει προθεσμία τριών ημερών για να απαντήσει. 4. Αν η απάντηση του παρέχοντος εξηγήσεις είναι αρνητική ή αυτός δεν απαντήσει, κινείται η ποινική διαδικασία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η απάντηση του παρέχοντος εξηγήσεις είναι θετική, ο εισαγγελέας ενημερώνει τον παθόντα ή τον συνήγορό του για την κατά τα ανωτέρω δήλωση του ενδιαφερομένου και, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα, παρέχεται στον παθόντα προθεσμία, το πολύ τριών ημερών, για να δηλώσει αν δέχεται τη διαμεσολάβηση. 5. Αν η απάντηση του παθόντος είναι αρνητική ή αυτός δεν απαντήσει ή δεν επέλθει συμφωνία ως προς τους όρους της περίπτωσης α` της παραγράφου 2 του άρθρου 11, κινείται η ποινική διαδικασία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η απάντηση του παθόντος είναι θετική, ο εισαγγελέας με διάταξή του θέτει τη δικογραφία σε ειδικό αρχείο της εισαγγελίας. Κατά της διατάξεως αυτής δεν χωρεί προσφυγή. 6. Αν τα πρόσωπα στα οποία αποδίδεται η τέλεση της πράξης είναι περισσότερα, για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης απαιτείται μεταξύ τους συμφωνία. Το ίδιο ισχύει και αν η φερόμενη ως τελεσθείσα πράξη αφορά περισσότερα θύματα. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία κατά τα προηγούμενα εδάφια, η διαμεσολάβηση δεν είναι δυνατή. 7. Η συμφωνία των διαδίκων μερών για την κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 του παρόντος έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης μπορεί να υποβληθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα και με σχετικό πρακτικό εκ μέρους των συνηγόρων τους».

Ενόψει, τέλος, των διατάξεων του άρθρου 13 του ίδιου ως άνω νόμου: «1. Η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης καταχωρίζεται σε ειδική μερίδα στο δελτίο ποινικού μητρώου και τηρείται για χρονικό διάστημα ίσο προς τον εκ του νόμου προβλεπόμενο χρόνο παραγραφής του εγκλήματος στο οποίο αφορά. 2. Αν ο ενδιαφερόμενος συμμορφωθεί προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης για χρονικό διάστημα τριών ετών, τότε η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται και εξαλείφεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για το έγκλημα που αφορά. 3. Η διαπιστούμενη από τον εισαγγελέα υπαίτια μη ολοκλήρωση της ποινικής διαμεσολάβησης διακόπτει τη διαδικασία και προκαλεί την αναδρομική άρση των επελθόντων αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο, η δε ποινική διαδικασία συνεχίζεται κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς να επιτρέπεται πλέον η υποβολή νέου αιτήματος για ποινική διαμεσολάβηση. 4. Ενόσω διαρκεί η διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης, τελεί σε εκκρεμοδικία η πράξη στην οποία αυτή αφορά. Η άσκηση ποινικής δίωξης για πράξη για την οποία εξαλείφθηκε η ποινική αξίωση της πολιτείας, λόγω ολοκληρώσεως της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης, είναι απαράδεκτη. Η παραγραφή της πράξης αναστέλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης. 5. Η άρνηση ενός εκ των διαδίκων μερών να δεχθεί τη διαμεσολάβηση ή η αποτυχία ολοκληρώσεώς της, για οποιαδήποτε αιτία, δεν επάγονται σε βάρος αυτών καμία αρνητική ουσιαστική ή δικονομική συνέπεια στην ποινική δίκη που επακολουθεί».

Υπό την έποψη των ανωτέρω διατάξεων γνωστοποιείται ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης, ο οποίος θεσπίσθηκε σε συμμόρφωση της χώρας μας προς την απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 15.3.2001 σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται η σπουδαιότητά του εν σχέσει με την εγκληματική συμπεριφορά της ενδοοικογενειακής βίας και το νομότυπο της άσκησης ποινικής δίωξης πολύ περισσότερο. Ενόψει των προαναφερθέντων αφετηρία της διαδικασίας της ποινικής διαμεσολάβησης αποτελεί είτε η έναρξη της προκαταρκτικής εξέτασης, μετά από έγκληση του παθόντα ή καταγγελία τρίτου, είτε η κίνηση της διαδικασίας του αυτοφώρου. Προτεραιότητα του εκάστοτε αρμοδίου Εισαγγελέα συνιστά η διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης. Σε πρώτο επίπεδο πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα διάδικα μέρη θα συμφωνήσουν να συνδιαλλαγούν, διαφορετικά η ποινική διαδικασία θα ακολουθείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Υπό το πρίσμα των προπαρατεθεισών διατάξεις του Ν. 3500/2006 και τους σκοπούς, στους οποίους ο Νόμος αυτός αποβλέπει, προκύπτει ότι η προηγούμενη διερεύνηση από τον αρμόδιο Εισαγγελέα της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης, πριν ακολουθήσει την ποινική διαδικασία σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, έχει αναχθεί από τον Νόμο σε ειδική δικονομική προϋπόθεση, για την έγκυρη άσκηση της προβλεπόμενης επί των ανωτέρω παραβάσεων ποινικής δίωξης. Αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη και η τυχόν ασκηθείσα πάσχει από απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1 β ΚΠΔ), η οποία αφορά την προδικασία και πρέπει, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 Κ ΠΔ, να προτείνεται μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή (Πρβλ. ΑΠ 621/2014, ΑΠ 1465/2010). Επί τη βάσει αυτών ακριβώς των εξαιρετικά κρίσιμων παραδοχών, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, συνερχόμενο σε Συμβούλιο, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 498/2019 απόφασής του (ΤΝΠ NOMOS), αφενός απεφάνθη την αναίρεση βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο ουσιαστικά είχε κρίνει ότι η παράλειψη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα δεν αποτελεί λόγο απόλυτης ακυρότητας και δεν επιφέρει ακυρότητα της κίνησης της ποινικής δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 171, παρ. 1 β ΚΠΔ, ούτε καθιστά απαράδεκτη την ήδη ασκηθείσα ποινική δίωξη, αφετέρου κήρυξε απαράδεκτη την ήδη ασκηθείσα ποινική δίωξη.

Συμπερασματικά, υπό την έποψη των διατάξεων του Ν. 3500/2006 η διερεύνηση εκ μέρους του αρμοδίου Εισαγγελέα της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης εν σχέσει με το αδίκημα της ενδοοικογενειακής βίας, δεν συνιστά μια απλή παρότρυνση προς τον ίδιο, ούτε υπάγεται στη διακριτική του ευχέρεια, αλλά πολύ περισσότερο έχει αναχθεί σε ειδική δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη κίνηση της ποινικής δίωξης, με τυχόν παράλειψή της να καθιστά απαράδεκτη την ήδη ασκηθείσα ποινική δίωξη.

Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί