Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Είναι δικονομικώς παραδεκτή η αντικειμενική σώρευση αρνητικής αγωγής (ΑΚ 1108) με αγωγή αναγνωριστική του δικαιώματος κυριότητας (70 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με ΑΚ 1094);

Οσάκις ο κύριος ενός ακινήτου προσβάλλεται στην κυριότητά του με παράνομη διατάραξη [1] της νομής του που ασκεί επί του ακινήτου (μερική προσβολή δικαιώματος κυριότητας), δικαιούται να απαιτήσει από τον προσβολέα 1ον. την άρση της παρούσης προσβολής, ήτοι την παύση της διατάραξης (εκτελούμενης κατά τον τρόπο που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 945 – 946ΚΠολΔ), και 2ον. την παράλειψή της στο μέλλον (εκτελούμενης κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947ΚΠολΔ) [2]. Όπως είναι ευνόητο, το αίτημα της άρσης προϋποθέτει ότι η γενόμενη διατάραξη είναι διαρκής / εξακολουθητική, ενώ το αίτημα της παράλειψης της προσβολής στο μέλλον μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί και όταν η προσβολή εκδηλώθηκε μεν άπαξ και εν τέλει ήρθη, πλην όμως είναι πιθανή η επανάληψή της στο μέλλον, ή όταν η διατάραξη απειλείται σοβαρά για πρώτη φορά (προληπτική αξίωση). Το δεύτερο αυτό αίτημα της παράλειψης μπορεί να σωρευθεί με απειλή χρηματικής ποινής έως 100.000 ευρώ υπέρ του δικαιούχου και προσωπική κράτηση του υποχρέου έως ένα έτος, για κάθε μελλοντική παράβαση της υποχρέωσης αυτής προς παράλειψη [3].

Ο κύριος του ακινήτου μπορεί στο αυτό δικόγραφο της αρνητικής αγωγής του άρθρου ΑΚ 1108 να σωρεύσει και αίτημα αναγνώρισης του δικαιώματός του κυριότητας, δηλαδή αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ υπό την ειδικότερη εκδήλωσή της, ως διεκδικητικής, του άρθρου ΑΚ 1094, δεδομένου ότι αφ’ ης στιγμής προσβάλλεται στην κυριότητά του με πράξεις φυσικού εξουσιασμού (ή παραλείψεις) που στοιχειοθετούν διατάραξη νομής και που μόνο σε κύριο αρμόζουν, τότε έχει και έννομο συμφέρον να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης του αμφισβητούμενου -από τον εναγόμενο- εμπράγματου δικαιώματός του επί του επιδίκου ακινήτου, καθόσον από τις πράξεις εξουσίασης του προσβολέα συνάγεται συμπερασματικά η πρόθεσή του ιδιοποίησης, ήτοι η βούλησή του να νέμεται το ακίνητο διανοία κυρίου [4], δηλώνοντας εμμέσως με τις πράξεις του αυτές ότι αυτός είναι ο δικαιούχος κύριος και νομέας του ακινήτου. Παραδεκτά -από απόψεως των εκ του άρθρου 218 ΚΠολΔ τιθέμενων δικονομικών προϋποθέσεων- σωρεύεται στο αυτό δικόγραφο η αρνητική αγωγή του ΑΚ 1108 με την αγωγή αναγνώρισης κυριότητας των άρθρων 70 ΚΠολΔ [5] και ΑΚ 1094, και ο κύριος ακινήτου μπορεί, συνεπώς, να απαιτήσει τόσο την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο -οσάκις αυτή αμφισβητείται εν τοις πράγμασι από τον εναγόμενο- όσο και την άρση της διατάραξης και την παράλειψή της στο μέλλον. Σε αυτήν την περίπτωση η επίδικη αγωγή έχει το χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου ΑΚ 1108, στην οποία παραδεκτά έχει σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος κυριότητας [6]. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 70 ΚΠολΔ, ΑΚ 1094 και ΑΚ 1108 προκύπτει ότι κοινό αναγκαίο στοιχείο τόσο της διεκδικητικής (αναγνωριστικής) αγωγής όσο και της αρνητικής αγωγής περί κυριότητας ακινήτου είναι, βέβαια, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο, εξ ου και στην αγωγή πρέπει να διαλαμβάνονται τα εξής: α. σαφής έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου διά κάποιου εκ του νόμου προβλεπόμενου τρόπου κτήσης κυριότητας ακινήτων, β. ακριβής περιγραφή του επιδίκου αντικειμένου, γ. πραγματικά περιστατικά που έχουν το νόημα της αμφισβήτησης της κυριότητας του ενάγοντος, δ. παράνομη διατάραξη της κυριότητας, και τέλος, ε. αίτημα αναγνώρισης του δικαιώματος της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, άρσης της προσβολής / διατάραξης και παράλειψης αυτής στο μέλλον [7]. Όταν ο εναγόμενος δεν είναι νομέας ή κάτοχος του ακινήτου, αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι η κυριότητα του ανήκει, τότε δεν είναι δυνατή η έγερση κατ’ αυτού της διεκδικητικής αγωγής, αλλά μόνον της αναγνωριστικής αγωγής [8]. Σύμφωνα δε με την υπ’ αρ. 2277/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την αρνητική αγωγή μπορεί να σωρευθεί τόσο η θετική αναγνωριστική αγωγή, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος, όσο και η αρνητική αναγνωριστική αγωγή, με αίτημα την αναγνώριση ότι δεν έχει δικαίωμα ο εναγόμενος [9]. Κατά την ίδια απόφαση, καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση της αρνητικής αγωγής είναι -κατά την κρατούσα και ορθότερη γνώμη- σύμφωνα με το άρθρο 18 αρ. 1ΚΠολΔ, το Πολυμελές Πρωτοδικείο και τούτο γιατί το αντικείμενο της αγωγής αυτής δεν είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το σκοπό της αγωγής και ιδιαίτερα, από το αίτημά της προς άρση της προσβολής και παράλειψη της στο μέλλον, πράγμα που αποβλέπει αποκλειστικά στην ομαλή λειτουργία της ίδιας της έννομης σχέσης της κυριότητας, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα της προσβολής πάνω στο δικαίωμα ή την υλική του υπόσταση [10].

Αντίθετα από όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά, η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής αγωγής (υπό το καταψηφιστικό της αίτημα, αυτό της απόδοσης του πράγματος) και της αρνητικής αγωγής δεν είναι επιτρεπτήλόγω της ύπαρξης αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής. Σύμφωνα με την υπ’ αρ. 1347/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου «η αρνητική αγωγή ασκείται σε περίπτωση μερικής προσβολής και όχι της ολικής προσβολής με αφαίρεση ή παρακράτηση του πράγματος. Δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αναγνωριστικής αγωγής, λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας, εκτός εάν αφορούν σε διαφορετικό τμήμα του ακινήτου», ενώ σύμφωνα με την υπ’ αρ. 4/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου «αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη».

 Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

[1] Για την έννοια της -κατά τα άρθρα ΑΚ 1108 και 984- παράνομης διατάραξης («προσβολής της κυριότητας με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος»), βλ. ΟλΑΠ 4/2016, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 228/2017, ΑΠ 955/2017, ΑΠ 1105/2014, ΑΠ 1003/2014, ΑΠ 1347/2010, ΑΠ 1633/2009, ΑΠ 1062/2006, ΕΦΑΘ 4395/2010, ΕΦΔΩΔΕΚ 37/2017, ΕΦΔΥΤΜΑΚ 72/2015, ΠΠΡΘΕΣΣΑΛ 26120/1995 ΤΝΠ Νόμος).

[2] Βλ. πέρα από το άρθρο ΑΚ 1108, το οποίο παρέχει προστασία στο δικαίωμα κυριότητας, επίσης το άρθρο ΑΚ 989 για την προστασία της νομής σε περίπτωση διατάραξης.

[3] Βλ. άρθρο 947 ΚΠολΔ.

[4] Βλ. άρθρο ΑΚ 974.

[5] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70ΚΠολΔ «όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί, κατόπιν αγωγής, η ύπαρξη (θετική αναγνωριστική αγωγή) ή η ανυπαρξία (αρνητική αναγνωριστική αγωγή) έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Για τη θεμελίωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής αρκούν: α) η αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα κατά του προβαλλόμενου δικαιώματος του εναγομένου γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών που το στηρίζουν, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει την αναλήθεια των πιο πάνω περιστατικών, τα οποία οφείλει να προτείνει και να αποδείξει ο εναγόμενος και β) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος που δικαιολογεί τη ζητούμενη αναγνώριση, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος, ο οποίος απειλεί βλάβη στα συμφέροντα του ενάγοντος και προέρχεται από την αβεβαιότητα, την αμφιβολία ή την αμφισβήτηση στις έννομες σχέσεις του (έτσι η ΜΠΡΑΘ 2225/2007, με περαιτέρω παραπομπές σε ΑΠ 155/2002 ΕλλΔ/νη 43, 1327, ΑΠ 886/2001 ΕλλΔ/νη 43, 700, ΕΦΠΕΙΡ 237/2002 ΠειρΝ 2002, 177).

[6] Βλ. ΑΠ 228/2017, ΑΠ 1351/2014, ΑΠ 1633/2009, ΕΦΑΘ 4395/2010, ΕΦΑΘ 24/2009, ΕΦΑΘ 90/2009, ΠΠΡΑΘ 703/2011, ΕΦΔΩΔΕΚ 37/2017, ΠΠΡΚΕΡΚ 1301/2017, ΕΦΔΩΔ 93/2014 ΤΝΠ Νόμος. Βλ. και Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές ΕμπρΔ, 1989, σελ. 371.

[7] Βλ. ΑΠ 1106/2014, ΑΠ 283/2014, ΑΠ 609/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1438/1999 ΕλλΔ/νη 41, 682, ΕΦΙΩΑΝ 283/2004 ΑρχΝ 2005, 173.

[8] Βλ. ΑΠ 1105/2014 ΤΝΠ Νόμος.

[9] Η αρνητική αναγνωριστική αγωγή κάλλιστα μπορεί να σωρευθεί με την αρνητική αγωγή (βλ.ΜΠΡΑΘ 2225/2007. Βλ. επίσης Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο Ι, εκδ. 1991, § 62 αριθμ. 43, σελ. 633). Αντίθετη η ΕΦΔΥΤΜΑΚΕΔ 72/2015 ΤΝΠ Νόμος, κατά την οποία «η καθιερούμενη με το άρθρο 70 του ΚΠολΔ αρνητική αναγνωριστική αγωγή, η οποία είναι η αντίστροφη της θετικής αναγνωριστικής αγωγής, υπό την έννοια ότι έχουν αντιγραφεί οι θέσεις (ρόλοι) του ενάγοντος και του εναγομένου (βλ. ΕφΑθ 2393/1988, ΝοΒ 36.758, ΕφΑθ 9407/1987, ΕλλΔνη 31.557) ασκείται από το διάδικο εκείνον ο οποίος θα νομιμοποιούνταν παθητικώς αν είχε ασκηθεί κατ’ αυτού θετική αναγνωριστική αγωγή. Με την αγωγή αυτή και την αντίστοιχη απόφαση αποτρέπεται βλάβη του οφειλέτη με την έννοια ότι αίρεται ο κίνδυνος φαλκίδευσης της περιουσίας του (βλ. ΑΠ 270/1971, ΝοΒ 19.750). Τέλος, ούτε από την παραπάνω διάταξη του ΚΠολΔ, αλλά ούτε και από άλλη δικονομική διάταξη προκύπτει ότι αν κάποιος εγείρει θετική αναγνωριστική αγωγή, ο αντίδικός του δεν έχει έννομο συμφέρον να εγείρει αρνητική αναγνωριστική αγωγή για την ίδια έννομη σχέση, ή το αντίστροφο, δηλαδή αν κάποιος εγείρει την αρνητική αναγνωριστική αγωγή, δεν έχει ο αντίδικός του έννομο συμφέρον να εγείρει τη θετική (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΝομΚΠολΔ, σελ. 447). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, αν ο ενάγων εγείρει κατά του εναγομένου θετική αναγνωριστική αγωγή προς αναγνώριση της αξιούμενης και εκ του πράγματος απορρέουσας έννομης σχέσης, ελλείπει το έννομο συμφέρον του να εγείρει συγχρόνως και αρνητική αναγνωριστική αγωγή προς αναγνώριση της ανυπαρξίας του αυτού δικαιώματος στο πρόσωπο του αντιδίκου του».

[10] Βλ. ΕΦΑΘ 5518/2003 ΕλλΔ/νη 2004, 182, ΕΦΑΘ 7997/1999 ΕλλΔ/νη 2001, 450.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί