Είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να λαμβάνει υπ’ όψιν Ένορκες Βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης;
Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ` Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016), το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ίδιου ως άνω νόμου, εφαρμοζόταν και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Οι ως άνω δε, ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση [1]. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν, όμως, όταν η ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία δεν προβλέπεται, όπως στην τακτική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 650 παρ. 1, 671 παρ. 1, 681Α και 681Β ΚΠολΔ), το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, αλλά ισχύουν, ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία της αιτήσεως, και συνεπώς οι ληφθείσες στο πλαίσιο της ειδικής αυτής διαδικασίας (ασφαλιστικών μέτρων) ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, δεν συνιστούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. [2]
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων στα οποία αυτές περιέχονται. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύει ειδικά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. Αντιθέτως, αν το δικαστήριο της ουσίας εξαιρέσει παντελώς τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ακόμη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ’ ΚΠολΔ [3].
Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr
[1] βλ. ΑΠ 184/2011
[2] βλ. ΑΠ 1312/2019
[3] βλ. ΑΠ 736/2016
άπασες δημοσιευμένες σε areiospagos.gr