Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οιoνεί νομή δουλείας – Πρωτότυπος τρόπος κτήσης αυτής – Πώς προστατεύεται ο οιονεί νομέας σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματός του

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 975, 996, 984, 987, 996, 1045, 1051, 1118 και 1121 ΑΚ προκύπτει ότι η οιονεί νομή, δηλαδή η με διάνοια δικαιούχου ασκούμενη φυσική εξουσία σε ξένο πράγμα ως προς ορισμένες μόνο χρησιμότητες αυτού, δύναται να αποκτηθεί και πρωτότυπα, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αφότου συνυπάρξουν επί εικοσαετία, τα στοιχεία της οιονεί νομής, ήτοι η φυσική εξουσίαση και η βούληση του αποκτώντος ότι νέμεται το πράγμα με διάνοια δικαιούχου, προκειμένου, δε, ειδικώς περί πραγματικής δουλείας, όπως είναι και η δουλεία διόδου, η οιονεί νομή αποκτάται πρωτότυπα αφότου ο οιονεί νομέας αρχίσει να χρησιμοποιεί την δίοδο με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου. Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής προσμετράται και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου[1]. Σε περίπτωση, δε, προσβολής της οιονεί νομής από τρίτο ο οιονεί νομέας έχει τις περί νομής αγωγές περί αποβολής ή διαταράξεως, στοιχεία των οποίων είναι κατά νόμο για το ορισμένο αυτών, εάν η οιονεί νομή αποκτήθηκε πρωτότυπα, η φυσική εξουσία επί του πράγματος που ασκείται με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο.

Προσέτι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 975 και 996 ΑΚ συνάγεται ότι οιονεί νομή είναι η μερική εξουσίαση του πράγματος που ασκείται με διάνοια δικαιούχου ενεχύρου ή δουλείας. Η διαφορά μεταξύ της καθολικής νομής και της οιονεί νομής είναι απλώς ποσοτική ή κατά πλάτος, έγκειται μόνο στην έκταση του περιεχομένου της φυσικής εξουσίας και της αντίστοιχης θελήσεως (διάνοιας). Όπως η νομή έτσι και η οιονεί νομή προϋποθέτει δύο (2) στοιχεία: το σωματικό και το πνευματικό. Περιεχόμενο του corpus στην οιονεί νομή είναι o μερικός εξουσιασμός, δηλαδή αυτός που περιλαμβάνει ορισμένη ή ορισμένες χρησιμότητες του πράγματος. Και ενώ ο φυσικός εξουσιασμός ασκείται στη νομή με διάνοια κυρίου, στην οιονεί νομή ασκείται με διάνοια δικαιούχου περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος και συγκεκριμένα εκείνου του περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος που θα υπήρχε, αν η φυσική εξουσία αποτελούσε άσκηση εμπράγματου δικαιώματος.

Στοιχεία λοιπόν της οιονεί νομής είναι η ύπαρξη μερικής εξουσιάσεως πάνω σε ξένο πράγμα και η θέληση ασκήσεως αυτής της φυσικής εξουσίας με διάνοια δικαιούχου, χωρίς να απαιτείται και πεποίθηση ότι ασκείται δουλεία νομίμως συσταθείσα. Για την ύπαρξη της οιονεί νομής δεν απαιτείται να έχει αποκτηθεί και το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας και μπορεί να υπάρξει, ανεξάρτητα από την ύπαρξη του δικαιώματος, ενώ επίσης για την απόκτηση της οιονεί νομής δεν απαιτείται καλή πίστη. Αντικείμενο αυτής είναι το δεκτικό νομής πράγμα.

Η οιονεί νομή προστατεύεται σε περίπτωση προσβολής, όπως και η καθολική νομή, αδιάφορα εάν στηρίζεται πράγματι σε δικαίωμα δουλείας ή ενεχύρου και αδιάφορα εάν η προσβολή προέρχεται από τον καθολικό νομέα ή από τρίτον[2]. Συνεπώς, o οιονεί νομέας, σε περίπτωση προσβολής της οιονεί νομής του (με αποβολή ή διατάραξη), έχει τόσο την αυτοδύναμη προστασία με τους όρους της ΑΚ 985 όσο και την ένδικη προστασία και μάλιστα όχι μόνο τις αγωγές της νομής αλλά και την προστασία με άλλους τρόπους (ασφαλιστικά μέτρα κ.λπ.). Σε περίπτωση, δε, που η προσβολή συνίσταται σε αποβολή, εναγόμενος με την αγωγή περί αποβολής είναι οποιοσδήποτε νέμεται επιλήψιμα έναντι του οιονεί νομέα (984 παρ. 2 ΑΚ)[3].

Στοιχεία της περί αποβολής από τη νομή ακινήτου αγωγής είναι ότι ο ενάγων απέκτησε και κατείχε με διάνοια κυρίου, δηλαδή εξουσίαζε ως κύριος το επίδικο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής από αυτό και προσβολή της νομής παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, είναι δε αδιάφορο πόσο χρόνο πρωτύτερα ο ενάγων νεμόταν το επίδικο ακίνητο και πότε άρχισε να το νέμεται, ούτε απαιτείται να είναι καλής πίστεως νομέας αλλά ούτε και ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε τη νομή[4]. Αντιστοίχως, επί παράνομης προσβολής της οιονεί νομής δουλείας διόδου είτε από τρίτο, είτε από τον καθολικό νομέα, o οιονεί νομέας έχει, ως προαναφέρθηκε, τις περί νομής αγωγές περί αποβολής ή διατάραξης[5], για το ορισμένο των οποίων εάν η οιονεί νομή αποκτήθηκε πρωτότυπα πρέπει να αναφέρονται αφενός η άσκηση φυσικής εξουσίας επί του πράγματος με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου και η προσβολή από τον εναγόμενο[6], και σε περίπτωση παράνομης αποβολής ότι o ενάγων ήταν οιονεί νομέας κατά το χρόνο της αποβολής, η παράνομη αποβολή του από τον εναγόμενο και αίτημα για απόδοση της οιονεί νομής, δηλαδή του δικαιώματος δουλείας[7].

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι άσκηση νομής επί ακινήτου, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σε αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του[8]. Η νομή, δε, που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν και τα δύο (2) της στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό από το νομέα. Για τη διατήρηση, ωστόσο, της νομής δεν είναι απαραίτητη η διαρκής ενεργός παρουσία των κτητικών όρων της νομής, δηλαδή δεν είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη προς το πράγμα τη διάνοια κυρίου (ή τη διάνοια δικαιούχου περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος ενεχύρου ή δουλείας)[9]. Συνεπώς, εξακολουθεί να υπάρχει η νομή όταν ο νομέας βρίσκεται σε τέτοια υλική-τοπική σχέση με το πράγμα, έχοντας την επίβλεψη και την εποπτεία αυτού, ώστε να μπορεί, όποτε θελήσει, να ασκεί τη φυσική εξουσίαση που προσιδιάζει στο πράγμα[10].

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 87/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] βλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, Κατ` άρθρο ερμηνεία ΑΚ, σελ. 226 – 227, Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο, Τόμος Ι, Έκδοση 1991, σελ. 241, Κων. Παπαδόπουλο, Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου, Τόμος Α΄, σελ. 36

[3] βλ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο, ο.π., σελ. 241

[4] βλ. ΑΠ 1368/1996 ΕλλΔνη 38.1128, ΑΠ 1202/1993, ΑΠ 1349/1992 ΕλλΔνη 36.187, 368 αντίστοιχα, ΕφΠειρ 455/1998 ΕλλΔνη 40.1179)

[5] βλ. ΑΠ 809/2005 ό.π., ΑΠ 621/2005, ΑΠ 784/2001 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[6] βλ. ΑΠ 809/2005 ό.π., ΑΠ 784/2001 ό.π.

[7] βλ. ΕφΑθ 848/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[8] βλ. ΑΠ 1152/1999 ΕλλΔνη 41.452, ΑΠ 1272/1997 ΕλλΔνη 40.156

[9] βλ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο, ο.π., σελ.154-155, παρ. 6, ΑΠ 388/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[10] βλ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο, ο.π., σελ. 154-155, παρ. 6, ΑΠ 393/1999, ΕιρΚερκ 163/2021, ΕιρΚαλύμνου 37/2015, ΕφΑθ 2050/2009 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί